Καλοκαίρι με την Έβελυν

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kalokai

Εγένετο λήθαργος λοιπόν
Και εγένετο λύπη κυλιόμενη
Η Ωραία επήρε έπαθλο το Τέρας
Ένα φαλλό απόκοσμο
Οσονούπω, της είπε, ο φρενοβλαβής γαμιάς
θα σου δώκω επί πίνακι τον Πρίαπο
νύχια απ’ τις φλέβες στην ωμοπλάτη όπου
λάμπουσα απέβαλε η ανθρωπότητα
και εγένετο αίμα και μωβ φτερά
κλαράκια και κοχύλια
αμμουδιές και δηλητήρια
δαντέλα και καταδρομικές μπότες
και εγένετο κοψίδι κάποιου άστρου
αποικία από μασημένα Αχ! μακρόσυρτα.

Ο αφαλός αλλόθρησκος
το χνούδι έσταζε υγρά στα μούτρα του κλειδούχου
έξω απ’ την Άμφισσα τα άμφια φόρεσα
έδειξα δόντια, γρύλισα
η γλώσσα γράδωσε στα τέμπλα

Αχ! η Έβελυν είχε ένα γελαστό αιδοίο γεμάτο εκρηχτικά
μα τη συγχώρεσα