Amanita verna

amanita

(απόσπασμα)

Εγκλωβισμένη μέσα στο βασανιστικό παρόν της ορθοστασίας. Εγκλωβισμένη μέσα στις γκρινιάρες αυτοκρατορίες του μπαμπά, του συζύγου, του αφεντικού.

Είναι όμορφη σαν λουλούδι που σπαρταρά από χαρά μα οι ρίζες της είναι από πόνο.

Γύρω της τα τυριά βρωμοκοπούν. Πάνω στα ράφια, στο βάθος του μαγαζιού είναι τοποθετημένες τεράστιες πλάκες βούτυρο. Τα βούτυρα ξεχειλίζουν μέσα στα παρτέρια. Είναι καλυμμένα με τουλπάνι και μοιάζουν σαν προπλάσματα κοιλιών, που πάνω τους ένας γλύπτης έχει πετάξει βρεγμένα λευκά πανιά.

Είμαι αυτός που την κοιτά. Είμαι ο άνθρωπος που την παρακολουθεί. Είμαι ο ποιητής της. Ο ποιητής είναι ένας κατάσκοπος. Είναι ο κατάσκοπος του καθενός. Δουλεύει για τον καθένα και αναφέρει στον καθένα. Ο Keats διακήρυττε πως ήταν ο κατάσκοπος του θεού. Από τότε που άρχισα να πιστεύω στον άνθρωπο άρχισα να τον κατασκοπεύω.

Έγινα κατάσκοπος του ανθρώπινου είδους. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο τυροκομείο. Έγινα ένα μάτι τεράστιο μέσα στο κορμί της.

Βρίσκομαι στις φλέβες της. Αδέξιος και φοβισμένος. Σκαρφαλώνω στο μυαλό της. Βλέπω ότι βλέπει. Ακούω ότι ακούει. Νιώθω ότι νιώθει. Όταν καυλώνει, καυλώνω. Όταν κατουράει, κατουράω. Όταν κλαίει, κλαίω.

Τώρα τακτοποιεί τα κεφαλοτύρια, τεμαχισμένα και χαραγμένα με φαρδιά μαχαίρια, όπως οι βράχοι με τη σκαπάνη γεμάτοι με μικρές κοιλάδες και ρωγμές.

Tακτοποιεί τα ροκφόρ, κάτω από κρυστάλλινα σκεπάσματα και φαίνεται σαν να παίρνουν όψεις πριγκιπικές, πρόσωπα μαρμαρωμένα και παχουλά, αυλακωμένα με μπλε και κίτρινες φλέβες, σαν προσβεβλημένα απ’ την αρρώστια της ντροπής των πλουσίων ανθρώπων που παραέφαγαν μανιτάρια ενώ, σε μια πιατέλα στο πλάι φαίνονται τα κατσικίσια τυριά, μικρά σαν τη γροθιά ενός παιδιού, σκληρά και γκριζωπά, θυμίζουν βότσαλα και πετραδάκια σαν αυτά που κυλούν οι τράγοι στις γωνιές των μονοπατιών.

Ζω τη ζωή της στο τυροκομείο. Ζω την ορθοστασία της και τη βαρελίσια μπόχα. Ζω το ζεστό απόγευμα που μαλακώνουν τα τυριά. Βλέπω τους μύκητες στις κρούστες να λιώνουν και να βερνικώνονται με πλούσιους τόνους κόκκινου χαλκού και οξειδίου, όμοιες με κακοφορμισμένες πληγές.

Μια δυσωδία υγρού κελαριού που σου αφήνει στο λαρύγγι κάτι σαν ατμό από θειάφι.

Είμαι πάντα εδώ μαζί της. Κατάσκοπος και ποιητής. Ποιητής και κατάσκοπος. Η κατασκοπεία είναι ποίηση. Ένα θαυμάσιο πράγμα. Μονάχα όσοι κατασκοπεύουν δεν πλήττουν.

Τρυπώνουν μέσα σ’ αυτή την εργατική φόρμα της κοπέλας του τυροκομείου. Ψηλαφίζουν όπως εγώ, το χάος της. Χαϊδεύουν τα βυζιά της όπως τα χαϊδεύει αυτή. Μαλακίζονται όπως μαλακίζεται αυτή, με το δάχτυλο, αυτό το μαγικό ραβδί.

Όλα επικοινωνούν με τη σάρκα. Όλα ξεχτίζονται και ξαναχτίζονται. Πεταλούδες και μύγες και έντομα. Το αρπαχτικό αφεντικό. Ο αρπαχτικός άντρας. Ο αρπαχτικός ποιητής, εγώ. Ο κατάσκοπος. Εγώ, που την υπνωτίζω μες στην κοιλιά του εικονογραφημένου πολέμου, που τη γιατρεύω απ’ την ορθοστασία της, που στραγγαλίζω με τα χέρια της το αφεντικό της, που σπάω με τα χέρια της το κεφάλι του συζύγου της.

Εγώ που της προσφέρω ένα δείπνο απ’ το φάγωμα των νεκρών. Τις τρελές γλώσσες των ποιητών. Των κατασκόπων. Τα πλούσια δαιμονικά εδέσματα και τις αμέτρητες μικρές εκτυφλωτικές φλόγες των επαναστατών. Τα σπλάχνα των πουλιών και των ζώων.

Την τρομερή τίγρη του Μπλέικ. Τη χελώνα του Σαίξπηρ, την ακρίδα και το γρύλλο του Κητς, το σκουλήκι του Πόου, την αράχνη του Ουίτμαν, τους ασφόδελους του Ουόρντσουορθ και τον ιπποπόταμο του Έλιοτ.

Pleurotus ostreatus

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.