Pleurotus ostreatus

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

eytixid

(απόσπασμα)

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης πήγαν από πνιγμό, από ηλεκτρική καρέκλα, από καρκίνο, από γηρατειά, ο θάνατος ήταν μια έκπληξη μια ανακατωσούρα, ο Ευτυχίδης ήταν νεκροφάγος και ο Δυστυχίδης ήταν νεκροφάγος.

Ο Ευτυχίδης ήταν ευτυχής μες στη δυστυχία του και ο Δυστυχίδης ήταν δυστυχισμένος μες στην ευτυχία του. Και ήταν η ζωή που έχωσε ένα κουτάλι στο στόμα τους. Ένα μαχαίρι, ένα πιάτο, ένα νοικοκυριό.

Ήταν η ζωή μια γελαστή αρρώστια για τον Ευτυχίδη και μιαν άρρωστη γελοιότητα για τον Δυστυχίδη. Ο ένας άκουγε δοξαστικούς ψαλμούς μέσα στην πικρή καταραμένη νύχτα και ο άλλος κυλούσε σαν μοναχικός τροχός κάτω από λαμπρά φορέματα.

Ο ένας ήταν η νίκη της ζωής και ο άλλος πονούσε βαθειά μέχρι το κόκκαλο και τις πατούσες. Μέχρι την άκρη του πούτσου του. Πονούσε μέχρι το στομάχι και τον κώλο.

Ο Δυστυχίδης κληρονόμησε την ευτυχία του, όπως και ο Ευτυχίδης κληρονόμησε την δυστυχία του. Μα ο θάνατος είναι αισιόδοξος και τούτο τους βοηθούσε να προχωρούν εμπρός. Να ταΐζουν με τα χέρια τους ο Ευτυχίδης την ευτυχία του Δυστυχίδη και ο Δυστυχίδης την δυστυχία του Ευτυχίδη.

Η δυστυχία του ενός και η ευτυχία του άλλου συνεργάζονται πυρετωδώς. Μαζί ζευγάρωσαν χτίζοντας τους κίονες μπροστά στους νεκροθαλάμους των Φαραώ, τα βαβυλωνιακά τόξα πύλης, τα τζαμιά του Ισλάμ, τους ναούς των Ινδιών, τις πυραμίδες των Ίνκας, τα ανάκτορα από τις Χίλιες και μια Νύχτες, τις αλγερινές ακροπόλεις, τα προϊστορικά βάζα και τις υδρίες, τα προκατακλυσμιαία σαλιγκάρια και τα εξωτικά ζώα, τα τροπικά φυτά και τα μαντζούνια, τους ειδωλολατρικούς θεούς και τους ομίλους προφητών και ευαγγελιστών, τους προσκυνητές στον Πανάγιο Τάφο, τους λαβύρινθους και τις κατακόμβες.

Η ευτυχία και η δυστυχία παίζουν το φλάουτο που γιορτάζει τη βεβήλωση της δημιουργίας. Τρομερές σκούπες αγάπης και μίσους. Τρομερές γαλιάντρες πάνω απ’ το μακρύ νεκρό σώμα του Τίποτε.

Φωλιάζουν στα σπυριασμένα κορμιά των δαιμόνων. Αλωνίζουν μέσα στις μήτρες. Επιστρέφουν ξανά και ξανά. Εδώ ως Εύα με τον όφι του παραδείσου, εκεί ως βασίλισσα του κόσμου, εδώ ως κυρίαρχος των σπηλαίων, εκεί ως άγγελος του πύργου, εδώ ως Αφροδίτη, εκεί ως Σφίγγα με φτερά, εδώ ως παρθένος Μαρία, εκεί ως αρχέτυπο ιέρειας ναού.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν. Γύρω η κίνηση της καθημερινής ζωής. Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης ζουν για τον εαυτό τους, ο καθένας στην απομόνωσή του, ο ένας συντηρώντας αυτό που έχει ο άλλος, περιμένοντας να τους ξεμπροστιάσει η κρύα σκοτεινιά.

Ο Ευτυχίδης και ο Δυστυχίδης σηκώνουν τα χέρια τους στον ουρανό, σα να ζητούν να χαιρετήσουν τον αρχιμάστορα ή να υποδεχτούν τα χάδια του.

Σκυλιά γαβγίζουν, κότες κακαρίζουν.