Η μπαλάντα του παπά-Άρη

papas11

Στη Σάντα Μαύρα εκεί
σε μια ταβέρνα, στη Λευκάδα
έμπλεξα με τον παπά-Άρη τον ιερέα,
καλό κρασί και τον Αρχίλοχο παρέα.

Μες το κρασί και μες το χάος,
ρωτάει: «Είσαι χριστιανός;»
Ήταν καλός παππούλης, πράος,
ε, είπα, ας μη φανώ κακός.

Του απάντησα με ψυχραιμία
δείχνοντάς του το κρασί:
Ετούτο εδώ είναι ευλογία
που δε ρωτάει για θρησκεία.

Αγρότες ήτο οι πρόγονοί μου
και οι γονείς μου δούλοι
εγώ, το εγγόνι, στην ψυχή μου,
πιστεύω μόνο τους μπεκρήδες.

Βαρέθηκα μα το στανιό
την κρατική σφαλιάρα,
ναούς ν’ αλλάζω και προφήτες.
Έτσι κι εγώ τράβηξα πέρα,
από θεούς κι από αγιογδύτες.

Και αποκρίθηκε ως άγγελος Κυρίου
-αφού το σκέφτηκε αρκετά-
απήγγειλε ολίγο Αυγουστίνο,
μουρμουρητά, χριστιανικά
μα εγώ στ’ αυτιά μου
άκουγα μονάχα Αρετίνο.

Στα μάτια του παπά μια σπίθα.
Τρεμόσβηνε σα ναν φακός.
Γελώντας μες από τα στήθια:
«Κρίμα, να γίνεις χριστιανός»

Την πόρτα κοίταξα να φύγω
μα είπε ο παπούλης: «Στάσου!…
Κάτσε να πιούμε ακόμα λίγο.
Για την χριστιανική καρδιά σου!»

Μα ευθύς ξέχασε τα θρησκευτικά του,
ψυχούλες που έχωσε στο λάκκο.
Κι έβαλε τα ελληνικά του,
Έπινε… με τον Αντωνάκο…!

Η σκοπιμότητα καθορίζει τη φόρμα

pliuorism

Η άνοδος της ηδονής δημιουργεί νέα άνοδο της ηδονής.
Η άνοδος των οργασμών
αμέσως προκαλεί τον διπλασιασμό των οργασμών.
Η άνοδος των καυλο-υγρών
οδηγεί σε νέα άνοδο των καυλο-υγρών.
Αδυσώπητα στριφογυρίζουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο.
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει
την ποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

narkis

O Νάρκισσος δεν πνίγηκε μέσα στην εικόνα του αλλά μέσα στη λίμνη.

Η επιφάνεια της λίμνης αντικαθρέφτισε την εικόνα του, την οποία ερωτεύτηκε σε σημείο που να πνιγεί μέσα της.

Πως θα ήξερε ότι ήταν ωραίος αν η λίμνη δεν τον είχε αναγνωρίσει ως ωραίο; Επομένως δεν ήταν ερωτευμένος παρά με το βλέμμα με το οποίο η λίμνη τον κοίταζε.

Η έκσταση παρέχει την αφορμή για χαμό και χάσιμο σε μια τροχιά ομόκεντρη με τη λαχτάρα.

Κι η μάνα του Νάρκισσου στέκεται πάνω απ’ τη λίμνη λέγοντας: Αυτό που θα ‘θελα να ξέρω είναι, σ’ αρέσει το γαλανομάτικο τ’ αγόρι μου κύριε θάνατε;

Η συνθήκη

hsinuiki

Θα κάνω κακά μαζί σου, Άντυ Γουόρχολ.
Αρκετό καιρό σε σιχάθηκα.
Έρχομαι σ’ εσένα σαν μεγάλο σκατόπαιδο
που του ‘λαχε παπιοκέφαλος πατέρας.
Είμαι σε θέση τώρα πια να κάνω κακά.
Ήσουν εσύ που έχεσες τη νέα τέχνη
τώρα είναι καιρός για το ξέχεσμα.
Έχουμε τον ίδιο θυμό και την ίδια μοίρα.
Λοιπόν ας κάνουμε κακά μεταξύ μας.

Ο κόλπος των χοίρων

klpow

Υπάρχουν άνθρωποι που συντηρούν με πάθος και αφοσίωση έναν κρυφό φόβο. Είναι ο φόβος μην υπαχθούν στον γενικό κανόνα, μήπως καταντήσουν αντίγραφα του κοινού νου και του κοινώς φέρεσθαι.

Οι άμοιροι, βεβαίως, αγνοούν πως όλοι από μουνί βγήκαμε-εκτός φυσικά απ’ τον κοκό και τον πρίγκηπα Κάρολο που βγήκαν από βασιλικό μουνί-.

Σε πείσμα κάθε λογικής υποστηρίζουν πως το δικό τους πράμα είναι διαφορετικό απ’ των υπολοίπων μόνο και μόνο επειδή είναι δικό τους.

Οι ιδέες και οι απόψεις τους έχουν τη σφραγίδα του Εγώ, που τη βάρεσε στα μούτρα τους ο ανταγωνισμός και το ψώνιο της ιδιαίτερης περίπτωσης.

Ο τρόπος που βγάζεις λεφτά στον καπιταλισμό είναι και ο τρόπος που γαμάς και ο τρόπος που σκέφτεσαι. Ο τρόπος που γράφεις και ο τρόπος που ειρωνεύεσαι.

Μια πραγματικά επαναστατημένη ύπαρξη ενεργεί και ζει μέσα στη πραγματικότητα. Δεν υπολογίζει πελάτες αλλά συντρόφους. Δεν σου παίρνει το μισό σπίτι για να σου κάνει μια επέμβαση και δεν σου πιάνει τον κώλο για να σου μορφώσει το παιδί.

Διάφοροι γαμημένοι τύποι που θέλουν να είναι αφεντικά δεν μπορούν να νιώσουν πόσο ευφρόσυνο είναι το υπαλληλίκι. Το να δουλεύεις δηλαδή για την κοινότητα και όχι για τον μαμωνά.

Το να έχεις συνείδηση πόσο σπουδαίο είναι να μη σου πιάνουν τον κώλο και να μην ταυτίζουν τη λέξη ελευθερία με την εκμετάλλευση.

Το να γνωρίζεις πως ο επαναστατημένος άνθρωπος δεν θέλει υπηρετικό προσωπικό και περισσότερα απ’ τον άλλον. Νταντάδες και βουλγάρες νοσοκόμες να του ξεσκατίζουν τα μωρά και τους γέρους για ένα ξεροκόμματο.

Το να πιστεύεις πως κανείς δεν μπορεί να ζει εις βάρος του άλλου και πως όσοι θέλουν να ζουν εις βάρος του άλλου θα πρέπει με τον καλό ή τον κακό τρόπο να εξαφανιστούν απ’ τον ανθρώπινο χάρτη.

Όλα καταλήγουν στο ρούμι

woman-in-cuba1

Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως
ο χρυσός αιώνας του Περικλέους,
όπως οι ομίχλες που αφήσαμε πίσω
μας μετά το σεξ στη λιμνοθάλασσα,
όπως η αστική λογοτεχνία και ο
θάνατος των άλλων, όπως οι ιερόδουλοι
και οι ιερόδουλες που κυβερνούν
με τα λεφτά τους τον κόσμο, όλο
φίδια σκορπιούς και ανεμόμυλους
και δον Κιχώτες γέρους με καθετήρα
που μάχονται ηρωικά τις σκιές. Όλα
καταλήγουν στο ρούμι, ακόμα και η
γυμνή σου ωμοπλάτη με το σπέρμα
του θεού, ακόμα και το λαμπαδιασμένο
σου μουνάκι από δάγκωμα φαλλού.
Σπλάχνο πορφυρό της επανάστασης.
Όλα καταλήγουν στο ρούμι, όπως τα
χείλη πιπιλίζουν την προπατορική μας
μοναξιά, την άσπιλη νυφούλα της λαχτάρας μας.

Κόλλες και σοροπάκια

kollew

Το απαγορευμένο απαιτεί ιεροτελεστία. Στρώναμε κάποτε τον καπνό σε χαρτί που είχαμε σκίσει από λογοτεχνικά βιβλία μεγάλων συγγραφέων.

Μια φορά που είχαμε ξεμείνει βάλαμε στο φούρνο φύλλα απ’ τη συκιά να ψηθούν κι έπειτα τα καπνίσαμε σε χαρτί εφημερίδας.

Θυμάμαι τα αδερφάκια μου στη Ρουμανία, μετά τον Τσαουσέσκου, που έμεναν στους δρόμους και τρύπωναν κάτω απ’ τα πεζοδρόμια στους μεγάλους ζεστούς αγωγούς, εισπνέοντας κόλλες.

Εδώ τα αλητάκια κατέβαζαν φτηνά σοροπάκια για το βήχα και φτιάχνονταν για να περάσουν τη μέρα.

Ήμασταν ένας μικρός στρατός από βασιλιάδες ανάμεσα στα κοντόφθαλμα λουλούδια της επιβίωσης.

Ακούγαμε τις ιστορίες του δασκάλου και κουρνιάζαμε στις μελαγχολικές σκιές της αναπόλησης.

Ένδοξοι πρόγονοι σκοτωμένοι, προδοσίες και διαβρώσεις, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, εκσφενδονίζονταν ολόγυρά μας απ’ το υπουργείο παιδείας και τρόμου, απ’ τα έντερα του κυρίου καθηγητή ένα μαύρο κοπάδι πολεμιστών με τη μύτη του όπλου στο μάτι μας.

Πως ονομάζεσαι παιδί μου; Πόσοι σκοτώθηκαν στα Γαυγάμηλα; Πόσους μαστούς μάσησε ο Ιβάν ο Τρομερός; Πόσα κορίτσια βίασε ο μπόγιας της Ασίας;

Το κουδούνι ακουγόταν σαν πολεμική ιαχή. Τρέχαμε να προλάβουμε μια θέση στο συνωστισμό της τουαλέτας.

Καπνίζαμε σαν διάολοι ρουφώντας μονοκοπανιά σχεδόν τα τσιγάρα, δείχνοντας μια αξιοσημείωτη ετοιμότητα για αμαρτία.

Η τουαλέτα ήταν χώρος προσευχής. Ένα μέλλον στολισμένο με λάφυρα και κορίτσια που κατουρούσαν δίπλα από μας τους κοιμισμένους γίγαντες. Ένα παρόν από αγάπη και τρόμο, από παιδικό ιδρώτα και λάσπη χωνεμένη στο λήθαργο των ανθρώπινων οσμών.

Θυμάμαι πως είδα να πεθαίνει ένα σκυλί. Κουβαλήθηκε σε μια γωνία κι έγλειφε τρέμοντας τα πόδια του.

Είδα την ψυχή του να βγαίνει απ’ το στήθος του σαν πουλάκι κι ένιωσα ένα συναίσθημα σα να μ’ έκανε τσακωτό ο πατέρας. Μέτρησα ως το εκατό και κατόπιν ηρέμησα.

Ηρέμησα πολύ και συμφιλιώθηκα για λίγο με το θάνατο. Με κοιτούσε λοξά. Τα μάτια του ήταν γλυκά και όμορφα, χωρίς ιριδισμούς. Μύρισα κάτι ξινισμένο και διαβολικό. Επέστρεψα στους φίλους μου και στη χαραγμένη από το κρύο ερημιά των δρόμων. Δεν είχα τίποτε να εξομολογηθώ.