Αναμνήσεις ενός ζητιάνου ή Ρεπορτάζ απ’ τον κάτω κόσμο της οδού Πατησίων

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

anamn

Έδωσα μορφή και κορμοστασιά εντόμου στον έρωτα που γουργουρίζει. Σκάλισα χίλιες φορές πάνω στο ξύλο το λυρικό μονόλογο της μοναξιάς που τρύπωσε μέσα στο τέλειο και γλυκύτατο φως, όπου κανένα σώμα δε βασανίζεται, κι ας το μαστίζει το κακό.

Το ξύλο είναι σμιλεμένο με τη βρωμιά του θείου δράματος. Είναι πασαλειμμένο με τα σκατά των οπαδών του κριτή όλων μας. Το ξύλο έχει τον ιδρώτα και τη σκληράδα του ανθρώπου που άνοιξε τις πιο τρομερές πύλες.

Ο σταυρός του μαρτυρίου είναι η κολλημένη πάνω στη σάρκα μου βεβαιότητα της μελλούμενης δυστυχίας μου. Τρώω ξεροκόμματα που τα κατουράν αρουραίοι κουρνιασμένοι κάπου μέσα μου.

Το μέλλον μου μια αρμονική παραφωνία. Ένας μελωδικός αναβρασμός των εντέρων από ερωτικά σημάδια.

Τα πόδια των γυναικών που δεν θα μου παραδοθούν ποτέ. Τα μάτια μου που βλέπουν τα γυμνά τους γόνατα, το κρανίο τους λευκό και γαλακτερό, τα χείλη από κόκκινη μελάνι, τα βυζιά τους από οίστρο και οικεία ηδονή, οι ρόγες τους καυλωμένες και σαρκοφάγες έλκοντας πάντα τα πιο αιμοσταγή πνεύματα. Τις στύσεις εμάς των ζητιάνων που κάθε ανάσα μας είναι μηδέν.

Τα στομάχια μας που φτιάχτηκαν από πριγκιπικά ξερατά, από κωλοτρυπίδες παπάδων και φρεσκοθρεμμένους αγίους ζυμωμένους με τα βίτσια των μαρτυρίων.

Τα στομάχια μας οχυρωμένα πίσω απ’ τα θειαφισμένα χείλη του ελεήμονα. Η μάνα πεθαμένη κι ο πατέρας πηχτή σκιά.

Πάνω στον ουρανό η κυκλική δύναμη των άστρων. Η μπόχα μου μάστιγα ή ο θάνατος μες στη ζωή.

Η μυρουδιά του θανάτου δίπλα στα φαγάδικα και το σκατό ξεραμένο στον κώλο μου. Όλα είναι αγάπη και γαλάζιες μύγες. Όλα είναι συνουσία. Σπόροι της μυστικής μαλακίας που τραβάω στο πεζοδρόμιο. Τρυφερά ανθάκια από λαίμαργες απολαύσεις. Μα κι εκείνο το σκόρπισμα των σπόρων της τρέλας στο βρακί μου.

Και μετά ύπνος. Αιώνιος ύπνος, με τα κέρματα να βροντούν πλάι μου, ποτίζοντας τις τρίχες, την πέτσα, τα μαλλιά. Ψηλώνοντας το χορτάρι της αγάπης που ριζώνει σ’ αυτή τη στυφή κοπριά.