Σεξ και δέος

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

sexdeos

Ανάμεσα στην ακολασία και την μελαγχολική ενοχή ξεφυτρώνει ο φαλλός. Ο φαλλός απέκτησε τους πρώτους τίτλους ευγενείας στην αρχαιότητα.

Οι φαλλοφορίες ήτο πάνδημες ειρηνικές λιτανείες προς τιμήν του φαλλού, όπου αντάμωναν εχθροί και φίλοι. Εκεί την ισορροπία εξασφάλιζαν οι γυναίκες και η μητριαρχία.

Το πέρασμα απ’ την αρχαία Ελλάδα στην αρχαία Ρώμη συνιστά τομή. Τη μητριαρχία της πρώτης διαδέχεται μια πατριαρχία που εδράζεται στην παντοδυναμία του άντρα και του πατέρα συνδυάζοντας το σεξ και το δέος.

Σ’ αυτό το πέρασμα από τη μια περίοδο στην άλλη, δηλαδή απ’ τη μια πορνογραφία στην άλλη, επιτελείται μια γλωσσική μετατόπιση καθώς ο φαλλός γίνεται fascinus.

Ο πούτσος από αντικείμενο ηδονής γίνεται σαγηνευτικό και τρομακτικό σύμβολο. Απ’ την ερωτική ανεμελιά ξεπέφτουμε στο δέος και την προαίσθηση. Την προαίσθηση κινδύνου και απώλειας, τα οποία θα ανοίξουν τις πόρτες στη θηριωδία και το φόνο μέσα πάντα από την ταπείνωση.

Η ελληνική πορνογραφία υπήρξε ο τόπος του ηδονίζεσθαι, ενώ η ρωμαϊκή είναι αυτή της απαγόρευσης, άρα μια πορνογραφία απολαυστικά παραβατική.

Η ελληνική πορνογραφία πριν απ’ όλα σήμαινε φιλοξενία. Υποδέχεσαι τον φιλοξενούμενό σου άρα και το γεννητικό του όργανο.

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν καλά πως ο φιλοξενούμενος εκτός από φαγητό θέλει και γαμήσι. Οπότε αν το ζητούσε το πρόσφεραν μετά χαράς. Βεβαίως δεν υπήρχε τέτοιο ζήτημα γιατί τα συμπόσια είχαν φαΐ κρασί κουλτούρα σεξ.

Οι Ρωμαίοι απ’ την άλλη απαιτούσαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να προσφέρουν.

Η Ρώμη βασανίστηκε απ’ την έμμονη ιδέα της σπίλωσης, με την οποία ασχολούνταν η ηθική και η νομοθεσία.

Η σημερινή ερωτογραφία πάλλεται μεταξύ του σεμνοκαυλωμένου χριστιανικού όχλου και της νεοφιλελεύθερης ηθικής που υπαγορεύει η αγορά. Αυτή η αγορά που πουλάει και αγοράζει τα κορμιά των ανθρώπων. Σώματα που μπαίνουν μόνα τους πλέον, σχεδόν υπνωτισμένα, στη βιτρίνα για να πουληθούν.

Σώματα ενδεδυμένα τη μυστηριώδη ανησυχία της αυτοκρατορικής Ρώμης, βαπτισμένα στην κολυμπήθρα της Κυριαρχίας και του ξεκωλιάσματος, μακριά απ’ τη χαρωπή ροή της ελληνικής πορνογραφίας που τόσο δωρικά αποτυπώθηκε πάνω στα αγγεία με το λάδι και το κρασί.