Λίγος καπνός ακόμη

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

gip

Οι νύχτες αγρύπνιας των εφήβων και των ποιητών διαθέτουν δόλο και φρόνημα θαυματοποιού.

Η φυσαρμόνικα της λατρείας της ζωής πότε ανοίγει υπέρ της φύσης και πότε κλείνει υπέρ της πάλης του ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος λατρεύει τη μήτρα που τον γέννησε αλλά βλέπει σ’ αυτή και την καταβόθρα που θα τον ρουφήξει.

Διαισθητικά έχουμε πειστεί πως μέσα στην άναρθρη φύση γνέφει τραυλίζοντας μια ατροφική εκδοχή του ανθρώπου. Φρονούμε αορίστως και παραισθητικώς ότι μέσα στη φύση ενοικεί κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο.

Μεταξύ εμού και της φύσης υπάρχει μια τσιγγάνα εφοδιασμένη με το μαγικό της κόσκινο και τα μαγικά της κουκιά.

Μια Πυθία που συγχωνεύει στους απόκοσμους συλλογισμούς της την οικεία ζωή με τη φασματική γοητεία του κόσμου. Παρατηρώντας μας πάντα και γελώντας με τα καμώματά μας, βλέποντάς μας να αγοράζουμε βελόνες απ’ το βλοσυρό έμπορο των ελπίδων, για να μπαλώσουμε τα ψέματα.