Κόλλες και σοροπάκια

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

kollew

Το απαγορευμένο απαιτεί ιεροτελεστία. Στρώναμε κάποτε τον καπνό σε χαρτί που είχαμε σκίσει από λογοτεχνικά βιβλία μεγάλων συγγραφέων.

Μια φορά που είχαμε ξεμείνει βάλαμε στο φούρνο φύλλα απ’ τη συκιά να ψηθούν κι έπειτα τα καπνίσαμε σε χαρτί εφημερίδας.

Θυμάμαι τα αδερφάκια μου στη Ρουμανία, μετά τον Τσαουσέσκου, που έμεναν στους δρόμους και τρύπωναν κάτω απ’ τα πεζοδρόμια στους μεγάλους ζεστούς αγωγούς, εισπνέοντας κόλλες.

Εδώ τα αλητάκια κατέβαζαν φτηνά σοροπάκια για το βήχα και φτιάχνονταν για να περάσουν τη μέρα.

Ήμασταν ένας μικρός στρατός από βασιλιάδες ανάμεσα στα κοντόφθαλμα λουλούδια της επιβίωσης.

Ακούγαμε τις ιστορίες του δασκάλου και κουρνιάζαμε στις μελαγχολικές σκιές της αναπόλησης.

Ένδοξοι πρόγονοι σκοτωμένοι, προδοσίες και διαβρώσεις, Τούρκοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, εκσφενδονίζονταν ολόγυρά μας απ’ το υπουργείο παιδείας και τρόμου, απ’ τα έντερα του κυρίου καθηγητή ένα μαύρο κοπάδι πολεμιστών με τη μύτη του όπλου στο μάτι μας.

Πως ονομάζεσαι παιδί μου; Πόσοι σκοτώθηκαν στα Γαυγάμηλα; Πόσους μαστούς μάσησε ο Ιβάν ο Τρομερός; Πόσα κορίτσια βίασε ο μπόγιας της Ασίας;

Το κουδούνι ακουγόταν σαν πολεμική ιαχή. Τρέχαμε να προλάβουμε μια θέση στο συνωστισμό της τουαλέτας.

Καπνίζαμε σαν διάολοι ρουφώντας μονοκοπανιά σχεδόν τα τσιγάρα, δείχνοντας μια αξιοσημείωτη ετοιμότητα για αμαρτία.

Η τουαλέτα ήταν χώρος προσευχής. Ένα μέλλον στολισμένο με λάφυρα και κορίτσια που κατουρούσαν δίπλα από μας τους κοιμισμένους γίγαντες. Ένα παρόν από αγάπη και τρόμο, από παιδικό ιδρώτα και λάσπη χωνεμένη στο λήθαργο των ανθρώπινων οσμών.

Θυμάμαι πως είδα να πεθαίνει ένα σκυλί. Κουβαλήθηκε σε μια γωνία κι έγλειφε τρέμοντας τα πόδια του.

Είδα την ψυχή του να βγαίνει απ’ το στήθος του σαν πουλάκι κι ένιωσα ένα συναίσθημα σα να μ’ έκανε τσακωτό ο πατέρας. Μέτρησα ως το εκατό και κατόπιν ηρέμησα.

Ηρέμησα πολύ και συμφιλιώθηκα για λίγο με το θάνατο. Με κοιτούσε λοξά. Τα μάτια του ήταν γλυκά και όμορφα, χωρίς ιριδισμούς. Μύρισα κάτι ξινισμένο και διαβολικό. Επέστρεψα στους φίλους μου και στη χαραγμένη από το κρύο ερημιά των δρόμων. Δεν είχα τίποτε να εξομολογηθώ.