Terra Nuova

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

antre

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.