Μανιφέστο Των Αγρών

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

maiest

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, που αδράχνεις τις καρδούλες μας και οδηγείς τα αιδοία μας σε παραληρηματικές παραισθήσεις, σου γράφω με το Πνεύμα μου τουρλωμένο και τα νεφρά μου κυρτωμένα πάνω στο βάθρο της καρέκλας.

Παρακολουθώ το ανθρώπινο είδος που συνεχίζει το δρόμο του ως τα σύνορα της γραφής. Που αλληλοαγαπιέται και αλληλοσφάζεται. Που μανιωδώς ξοδεύεται στην επιτηρημένη επιτάχυνση που το κάνει πιο υπάκουο και πιο υποταγμένο.

Παρατηρώ τους σκοπευτές με τα μικρόφωνα που εμφανίζονται στο γυαλισμένο τζάμι, εκείνο το βαθειά ραγισμένο γυαλί που ο Ντυσάν περιέφερε στην γηραιά Ευρώπη.

Παρατηρώ το γουργουρητό της νεκροφόρας και το θάνατο που δουλεύει για τον καπιταλιστή.

Παρακολουθώ τον τραπεζίτη που γκρινιάζει για τη φτωχή ψαριά από σάρκες παιδιών και διαμελισμένους άραβες.

Κοιτάζω στα μάτια τον κεφάτο καπνό της παρέας που ελπίζει αλλά δεν αισθάνεται την επέλαση της ωμής σιωπής.

Κοιτάζω το σκυλολόι των παπάδων με τις μακριές μαύρες φασκιές, που φιλοδωρούν τα ανθάκια για να μη βγάλουν αγκάθια και τους πεταμένους ανθρώπους για να μη δαγκώσουν.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αυτολογοκρίνονται, φανερώνοντας τη δειλία τους να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν το Είναι τους.

Ο ερωτισμός καλυμμένος απ’ το πέπλο της κοινωνικότητας απ’ τη μια κι απ’ την άλλη σάρκες σερβιρισμένες στο πιάτο τού μικροαστού, που την ερωτική του ύπαρξη την προστατεύει ηθικά η παστρική μαλακία.

Η επανάσταση και η καύλα για αλλαγή βυθισμένη μες στο βούρκο της γκρίνιας, απλωμένη σαν φρέσκο βούτυρο πάνω στις σβουνιές τού κοινοβουλευτικού στάβλου.

Επαναστάτες διορισμένοι στο κόμμα και ερωτογράφοι παρασάνταλοι νεροκουβαλητές και βαστάζοι εφοπλιστών που αισίως εγίναν εκδότες και διορθωτές τού μέλλοντος.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, είσαι ο μόνος σύμμαχός μου που διαθλάς αντικατοπτρικώς τον πρωτόγονο ναρκισσισμό των συνανθρώπων μου εκεί όπου ανήκει.

Μέσα στο βόθρο του άγχους και της παθολογικής αυτοανάλυσης.

Εκεί στο πανοπτικό έρεβος της εξομολόγησης σε κοινή θέα, όπου συντελείται η αποσύνθεση της διαλεκτικής, εκεί όπου ο λόγος χάνει τη σωματικότητα της γλώσσας και από-λογοποιείται και διαμελίζεται απ’ την προσπάθεια τού τραυματισμένου όντος να κρατηθεί απ’ ότι κυρίως γενετικά το χαρακτηρίζει, προτού περάσει στο λυκόφως της απόσυρσης.

Αγαπητέ ανάλγητε φθοροποιέ Χρόνε, το πρώτα μας μέλημα είναι να καταργήσουμε το υπουργείο τρόμου και το υπουργείο κακογαμίας και το υπουργείο κλαψομουνίασης, όταν θα γίνουμε κυβέρνηση τού βουνού και των ρεμάτων.

Των αγρών και της αμμουδιάς που μας θέλει ζεστούς και ανθρώπινους. Γυμνούς και καυλωμένους, με τυρί ψωμί κι ελιές και βασιλικό πολτό απ’ τον καλοκαιρινό μας τρύγο.