Λουκάνικα Φρανκφούρτης

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

stomas

Αν δεν καταλύσεις τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στη λαγνεία και την αγνότητα, ανάμεσα στην κόλαση και την αγιότητα, δεν θα δεις το φως το αληθινό και δεν θα γευτείς τις οδύνες της ανθρώπινης φύσης και τις παραφυάδες των αισθησιακών της εκβλαστήσεων.

Αν δεν αποτυπώσεις στο βλέμμα σου την ανταρσία των πλασμάτων που ζουν στο υπόγειο είναι σα να πέρασες απ’ τον μισό κόσμο, μισός κι εσύ και διαμελισμένος.

Αληθινή πατρίδα μας είναι η γήινη περιοχή μεταξύ πνεύματος και σώματος, εκεί όπου εμείς οι άνθρωποι μανιωδώς εγγράφουμε τις μικρές και ασήμαντες ιστορίες μας.

Όντα με σάρκα και οστά και φλεβώδεις σκέψεις που με μια συγκινητική αδημονία υπογραμμίζουμε τα πρωτόλεια αισθήματά μας. Άνθρωποι όλοι μας εκτεθειμένοι σε άνισες καταστάσεις τραγωδίας και μεγαλείου, πάθους και σοφίας, παραφροσύνης και αθλιότητας.

Αναβαπτιζόμαστε διαρκώς και αδιαλείπτως στην ποθητή μήτρα της εξιλέωσης που προσφέρει ο λόγος και τα λόγια.

Μέσα μας παφλάζει ένα πελώριο άγριο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς και συστρέφεται κάνοντας τις θύελλες της καρδιά μας να κατεβαίνουν στα δάχτυλά μας. Και τότε ξεσχίζουμε άλλα κορμιά και άλλες σάρκες με τη μέθοδο τού πολέμου ή τη μέθοδο τού έρωτα.

Ζούμε τον ακρωτηριασμό τού μνημονικού μας Είναι. Η μνήμη μας αδυνατεί να συλλάβει πως υπήρξαμε κάποτε αδιαχώριστοι, τόσο πολύ, τόσο Ένας. Η μνήμη μας επανέρχεται στιγμιαία πάνω στο γαμήσι, εκεί όπου, θέλοντας ή μη, γινόμαστε ο Ένας, εκπληρώνοντας τόσο τραγικά τον ισόβιο πόθο μας για αθανασία.

Μα η μνήμη ετούτη πολλές φορές χάνεται μέσα στις πυρετικές κραυγές μιας ψεύτικης απόγνωσης, δημιουργώντας ένα παραπέτασμα πλουμιστής απελπισίας που γίνεται ρομαντισμός των καλοθρεμμένων.

Πολλές φορές η μνήμη τού έρωτα όταν ο έρωτας έχει αποδημήσει και τα αιδοία έχουν στεγνώσει σαν γύφτικοι τεντζερέδες μένει μια κοπρόλαλη βαναυσότητα που θέλει να περάσει για αγέρωχη στάση ή για λυγμός, πάντα στολισμένη με ποιητικούς φραμπαλάδες.

Αλλά στον υπόνομο της μνήμης που έγινε ανάμνηση ισχύσει ο ρεαλισμός των αρουραίων. Ο άνθρωπος γίνεται ανθρωπάκι υπονομεύοντας τη λαλιά του, χάνοντας δια παντός τον έρωτα, στήνοντας ταυτόχρονα το μνημειακό του κενοτάφιο υποταγμένο στη θλιβερή υπεροψία του.

Γίνεται ένα χοντρό πλάσμα που κάθεται σε μια καρέκλα νυχθημερόν γράφοντας τον πόνο του. Ένα πλάσμα επικίνδυνο και βίαιο. Επικίνδυνο γιατί είναι τυφλό και βίαιο γιατί παθαίνει.