ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Φεβρουαρίου, 2017

Τόποι ηδονής Ή Το αβγό του κόκορα

erotipo

Η ιστορία των τόπων ηδονής δεν είναι παρά αποδημία στους τέσσερις ορίζοντες της πόλης. Η λογοτεχνία και οι διαδόσεις εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση της φήμης.

Πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, μεταναστευτικά κύματα, επέκταση συνοικιών, εκβιομηχάνιση, ανοικοδόμηση. Μπροστά σ’ αυτούς τους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς η ηδονή επιδεικνύει μια σατανική μακροβιότητα.

Η πόλη αποτελούσε πάντα το φόντο των τόπων ηδονής. Πότε μασκαρεμένη και πότε αφτιασίδωτη η ανάγκη για έρωτα τρύπωνε στην αγκαλιά ενός καθ’ ολοκληρίαν αγνώστου σύμπαντος.

Η νυχτερινή συλλογική συνείδηση της ύπαρξης της πόλης τρέφεται από τη γοητεία και το φόβο ύποπτων ατόμων. Πουτάνες και αδερφές, μαστροποί και νταβατζήδες, νυχτόβιοι, καθάρματα, κακοποιοί. Μια παρέλαση από μυθικές αλλά και αισθητικές φιγούρες της πόλης.

Απ’ το διακανονισμό της εργατικής δύναμης υπό το φως της μέρας περνάμε στην αγορά και την πώληση της ηδονής κάτω απ’ το ισχνό ατμοσφαιρικό φως της αμαρτίας.

Η ηδονή της πόλης εξαρτάται από τη μίξη των ταυτοτήτων, των ρόλων και των κοινωνικών θέσεων. Δεν θα μπορούσε να είναι ατομική ή ιδιωτική υπόθεση διότι τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη σεξουαλικότητα κι ακόμη μεγαλύτερη απ’ το σεξ.

Η ηδονή της πόλης είναι πρωτίστως πολιτικό ζητούμενο προς εκμετάλλευση. Ο συνδυασμός της ηδονής με το έγκλημα και της σεξουαλικότητας με τη βία αποκτά ποικίλες μορφές.

Υπάρχει πάντα μια περιοχή ενδιάμεση, διάτρητη, εκεί που συναντιούνται οι πλούσιες συνοικίες με τις λαϊκές γειτονιές. Είναι τα κέντρα όπου αυτές οι επικίνδυνες γειτνιάσεις προξενούν ανακατέματα και εξαπατήσεις.

Εκεί όπου η καλή κοινωνία φτιασιδώνεται και φοράει μάσκα όταν κατεβαίνει στον υπόκοσμο της λαϊκής ηδονής. Η εισβολή στο έδαφος του Άλλου προς αναζήτηση ηδονής, επιτρέπει ν’ αλλάξεις δέρμα.

Να περάσεις προσωρινά από τη σκοτεινότητα της παρανομίας στα γιορτινά φώτα, από τα εγκλήματα της νύχτας στις καθησυχαστικές δραστηριότητες της μέρας.

Αλκοολικοί ποιητές του ενός ποιήματος, καταπιεσμένοι ομοφυλόφιλοι, διάσημοι λογοτέχνες που βγήκαν στην πιάτσα, μεταμφιεσμένοι όπως ο κακόμοιρος Ταχτσής που πνίγηκε πάνω στο τσιμπούκι, επαρχιώτες μαστροποί της δεκάρας, ομορφόπαιδα που τα κάρφωσαν πλούσιοι των Βορείων προαστίων, κοπέλες ξεζουμισμένες από ηθικούς νοικοκυραίους, στριμωγμένοι όλοι μέσα στην ερωτομηχανή της πόλης.

Σ’ αυτό το ανθρωπολογικό μουσείο όπου η κάβλα εκχωρείται στο κέρδος. Εδώ σ’ αυτό το πολυεθνικό πάρκο με τις άπειρες ανθρώπινες ιστορίες για τη φθίνουσα ερωτική ανθρώπινη πανίδα.

Εδώ όπου ο ορυμαγδός της ηδονής και της κάβλας, συνεχής και αδιάπτωτος, δεν αφήνει καμιά πιθανότητα για τη λαλιά.

Λουλουδάκια του αγρού

lalao

Τις τόσες εκδοχές τού έρωτά μας
σου διαβιβάζω εγγράφως. Αχ!
πες πως είμαι ψυχικάρης και πες πως
είμαι ερπύστρια, τσουλί, φτυστός
επιλοχίας και σκυλόψαρο. Tα Νίψον
ανομήματα μη μόναν όψη έκαμνα
γαργαλήστρες. Μαντάρω τώρα το
καλτσόν σου αχαμνή αγάπη,
βαρύοσμη λοξά υγρά και λόξα, αφού
βλαστήμησα νταούλια κι αφού η χάρις
τ’ ουρανού μ’ έκανε σφυροδρέπανο
στην πλάτη σου το κόκκινο βρακί σου
για να δρέψω. Να ξεκοιλιάσω Καίσαρες
Βαρόνους Φρύνους και τσιλιαδόρους
γέρους καταστασιακούς που γέρνουν
σε κοριτσίστικα βυζιά, βυζιά κινίνα. Ω ναι
το τοπικό κογκρέσο σου με διόρισε
φρικιό και λαίλαπα, πατημασιά φαλλού
μέσα σε τόσες άρρωστες καρδούλες.
Σου διαβιβάζω εγγράφως αυτό το Αχ!
που έσκουζα καθώς χυνόμουν μέσα σου,
έξω σου, παντού, κι έλεγες και ξανάλεγες
Αχ! Τι τενόρος θεέ μου!

Δηλωσίας

dilosias

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Τα ερωτικά σου χείλη και οι μικροστεναγμοί
δεν αφήνουν περιθώριο για λόγια και κουβέντες.

Θα γίνω ο γλείφτης σου. Το έχω ξαναπεί.

Ορκίζομαι στα γογγύλια και στα ρεπάνια
στη ζεστούλα σου φωνή απ’ τα έγκατα
στις φτέρνες και στους χαρταετούς
στα κορίτσια και στις γάμπες τους.

Τρόπος του λέγειν ορκίζομαι
γιατί οι όρκοι
είναι μια τελείως μαραμένη και ζαρωμένη ζωή.
Της αχράντου ψωλής μου μόνο σέβομαι τη σκληρότητα.
Είμαι ευαίσθητος
ένα πληγωμένο πουλάκι, γι’ αυτό,
θα γίνω ο γλείφτης σου
και το ξέρεις καθώς κρατώ την κοιλιά σου
κι ακούω να γουργουρίζει η ψυχούλα των σπλάχνων σου
και κάνω να ξεριζώσω με τα ίδια μου τα χέρια
τόσες τσουκνίδες τόσες απελπισίες
και τόσους πλατωνικούς έρωτες
και τόσες σβουνιές νοσταλγίας.

Ο έρωτας μας κάνει κακούς και ανώριμους.
Κι ο ανεκπλήρωτος έρωτας βλαμμένους.

Θα γίνω ο γλείφτης σου.
Θα σου βυζάξω το δάχτυλα και τις ρόγες.
Θα σου διαβάσω το ποίημα
που έγραψα για σένα από γεννησιμιού.
Να με προστατεύει και πέραν του τάφου
η τόση προσήλωση στο μουνί σου.

Άλση σπηλιές και λιμνούλες με κύκνους
στους τεθλιμμένους προσφέρουν παρηγοριά.
Μα εγώ θα γίνω ο γλείφτης σου.
Το έχω ξαναπεί.

Η αλητεία είναι πρωτοπορία

alitia

Γινόμαστε συχνά σκλάβοι όσων αγαπούμε. Αλλά και σκλάβοι όσων μεγαλοποίησαν τη λατρεία των κοινών παθών μας. Είμαστε πιο κοντά στο μελόδραμα και τη συγνώμη παρά στη μυστική έξοδο και τη γαλήνη.

Είμαστε ρουφηγμένοι απ’ το χρέος που μας θέλει καλούς και συνοφρυωμένους αισθηματίες. Όλα τα αρχαία μαγικά βιβλία με τα ερωτικά δοκίμια και τις σεξουαλικές αιρέσεις τα έχουμε τοποθετημένα ως μοναχικά εκθέματα στο βιβλιακό μουσειακό κοιτώνα του νοικοκυριού μας.

Διάσπαρτοι σε διαμερίσματα και λεωφόρους, τίμιοι και φτωχοί και φιλόξενοι. Γινόμαστε συχνά σκλάβοι ακόμα και της πιο απίθανης συνήθειας.

Μεταμφιεσμένοι σε καθηγητές και ντοκτοράδες, βιδωμένοι στην καρέκλα της απεγνωσμένης υστεροφημίας μας βγάζουμε τα τελευταία λεφτούλια απ’ την εντροπία της εργατικής δύναμης άλλων.

Εντός της νέας μεταφυσικής που πλασάρει το συστημικό κονκλάβιο ακαδημαϊκών και παπάδων, υπαλλήλων και μη της δουλοφροσύνης στο κέρδος και στα κλασμένα μαρούλια που το συντηρούν, βλέπουμε πως ο χρόνος που τόσο μοχθήσαμε να δαμάσουμε, να γίνεται δύναμη περισσότερο επίβουλη και μυστηριώδη όσο ποτέ.

Ακούμε το βραχνό ψίθυρο των πραγμάτων γύρω μας κάνοντάς τα καλλιτεχνίες και φράσεις μέσα στις γλυπτές ατέρμονες ευλογίες μιας ανάπηρης ελευθερίας.

Μιας ελευθερίας που τα προνομιούχα υλικά της κάβλας δεν έχουν εξουσία.

Μιας ελευθερίας που υμνεί τον αιώνα της αναπαραγωγής και όχι τους επαναστατικούς πυρήνες της αλλαγής και τους φοβερούς γαμηστρώνες της ανάγκης μας για κοινή ζωή και κοινοβιακό βίο.

Αλλά βεβαίως πάλι, υπάρχουν και υπάρχουμε, όσοι διασώζουμε τους έξοχους ερωτικούς κάτω κόσμους με τις υγρές διακυμάνσεις τους, τις κοφτές μεταφορές πάθους και έκλαμψης, τα μαλάματα των ίσκιων μιας γυφτοπούλας που κατουρά την ερωτική βολεμένη μικροαστική πλήξη.

Και τι σημασία έχει η δειλία μας αν η γη έχει έστω κι ένα γενναίο, και τι σημασία έχει η άσφαιρη λύπη μας μέσα στους δύσκολους καιρούς αν κάποιος ή κάποια ένιωσε ευτυχισμένος ή ευτυχισμένη και καβλωμένος ή καβλωμένη και ευλογημένος ή ευλογημένη τόσο ώστε να γράψει όλες τις ευλογίες στ’ αρχίδια του ή στο μουνί της.

Είμαστε οι άλλοι. Είμαστε όλοι εκείνοι που περισώθηκαν απ’ τον πεισματικό μόχθο της ερωτικής πράξης. Ξέρουμε πια καλά πως η αλητεία είναι πρωτοπορία. Πως τα καλά παιδιά είναι βαρετά και κούφια. Και πως ψάχνουμε μόνο και μόνο για να’ χουμε τη χαρά να ψάχνουμε κι όχι να βρίσκουμε.

Glory Hole

glory-hole

Ο ποιητής Λένιν ονόμαζε την επανάσταση πανηγύρι των καταπιεσμένων. Πόσο καλά, αλήθεια, ξέρουμε αυτή την πηγή που μας γεμίζει και μας ξεδιψά! Αυτό το καρναβάλι της μη βίας που κληροδότησε στους ελεγειακούς το λυρισμό και την ευφυΐα.

Μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα ηθική απαγόρευση επιτρέποντας στους απόκληρους να κηρύξουν κι αυτοί απ’ το βυθό της κοινωνίας μιαν επίθεση.

Με όπλο τη σεξουαλικότητα το καρναβάλι είναι η γιορτή της Παράβασης και της ρήξης, η μετατόπιση των ορίων έως τα έσχατα και τα ευτράπελα.

Η πανήγυρις των σωμάτων και η αποχαλίνωση του ηφαιστειακού ερωτισμού τους.

Τα σώματα ζητούν ερωτική δικαιοσύνη, μεταμορφώνουν τη φλούδα τους ταριχεύοντας τα βλέμματα των άλλων μες στην ερωτική οδύνη και την υπαρξιακή απόγνωση.

Ανάμεσα στο Λόγο της Αποκάλυψης και το καρναβάλι μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων ξεδιπλώνεται φορώντας πότε πότε τη μάσκα που θα καλύψει το πρόσωπο που γίνεται άσεμνο και το σώμα που ζητά την ακριβέστατη εκδίκηση του ξεσαλώματος και του ξεκαυλώματος.

Οι Απόκριες ζητούν απόκριση και η απόκρυψη αποκρίνεται παρουσία αντιμετωπίζοντας τη σεξουαλικότητα με ότι πιο σχιζοφρενικό τη χαρακτηρίζει.

Διχασμένη ανάμεσα στον ανδρισμό και τη θηλυκότητα, ανάμεσα στη βία και το φαλλοκρατισμό, το δεσποτισμό και την άκρα επιτήδευση, την αβρότητα και τη γενναιοδωρία.

Πάντα μες στην ταραχή και την απορύθμιση των αισθήσεων, παραμονεύοντας για μιαν αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια χειρονομία που λέει πολλά, μια μυρουδιά που αναδίδει το σώμα, ένα αφύσικο φούσκωμα στο παντελόνι.

Αποκρεύω, τουτέστιν διαπνέομαι ολόκληρος από πόθο και σεξουαλική διέγερση. Είμαι καυλωμένος για επανάσταση και ζωή. Δεν είναι λόγια του αέρα τα λόγια μου, ούτε παραξενιές και κατουρόκαυλες του Διόνυσου.

Απ’ τις αρχαίες νύχτες μέχρι σήμερα εμείς οι λαοί ποτίζουμε την κόλαση και τον παράδεισό μας με φαντασιώσεις και καύλες.

Καυλοπεριούσιοι, μιάσματα του χυμένου αίματος των προγόνων μας.

Εμιγκρέδες και φλεγόμενα λαρύγγια. Μασκαράδες και μπούλες.

Θέλουμε μιαν αγκαλιά κι έναν τόπο που δεν θα μυρίζει καψαλισμένη σάρκα και πατρίδα.

Μιαν ουτοπία στο χείλος των αιώνων που μας απομένουν.

Eros Center

saco-de-boxe-concreto

Ο Ήφαιστος, πικραμένος και μοναχικός, ειδικεύεται στην κατασκευή μηχανών, κυρίως της περίφημης γυναίκας από χρυσό, και μηχανικών παγίδων, με τη βοήθεια των οποίων εκδικείται τα πρόσωπα που οπλίζει ο Έρως.

Ο Ήφαιστος με τη συναισθηματική φτώχεια που αναλογούσε σ’ ένα κουτσό θεό οργανώνει στο αμόνι του τις πιο βλάσφημες εκρήξεις εναντίον του έρωτα.

Ο Ήφαιστος είναι ένας ανάπηρος θεός, πλασμένος σιδεράς και μηχανολόγος, ένα αρχέτυπο του αντιερωτισμού που ο ξεψυχισμένος ηδονικός σφυγμός του συνοδεύει την πράξη της μεγάλης παραίτησης.

Όμως είναι ο θεός που απαρνιέται τη θεϊκή του φύση, γανωμένος, στο ολύμπιο μαγαζάκι του, δεν κυνηγάει τσούπες αλλά μηχανολογεί τη δαιμονική σταχτόμαυρη τύρφη.

Φτιάχνει σίδερα και σιδεριές, όπλα και οπλικά συστήματα, είναι ο προπομπός της κινητικής τέχνης και της βούλησης να ζήσει στη θαλπωρή της φωτιάς.

Οι λυγμοί του έχουν στερέψει μα οι άναρθροι πλέον κόμποι του ναυλοχούν στη μήτρα μιας ανεκλάλητης απώλειας.

Ο Ήφαιστος είναι ο αγάμητος θεός. Ο έκπτωτος και δοξασμένος που φέρει το στίγμα της πύρινης ρομφαίας ως το τέλος. Γι’ αυτό συχνά, συχνότατα, η κατάρρευσή του συντελείται εν ακαρεί. Τα όνειρά του για το μέλλον ζυγίζονται στην κόχη του εφιάλτη.

Τον Ήφαιστο τον καίει ένας ασίγαστος πυρετός. Κάθε του σκέψη ζαρώνει και αφανίζεται φλεγόμενη, όπως τα φτερά της πεταλούδας πάνω απ’ τη δυνατή φωτιά.

Τώρα ο Ήφαιστος μέσα στο τετραγωνισμένο και συμπαγές σύμπαν του τελειοποιεί τη μηχανή που διασυνδέει τους ανθρώπους. Φτιάχνει τα κυκλώματα αυτής της παράξενης και γλυκιάς ουτοπίας που γέννησε εσκεμμένα το δικό της ψηφιακό Eros Center.

Ο Ήφαιστος είναι ο μόνος θεός που γλύτωσε τη σάρκα του απ’ τα δόντια του χριστιανικού όχλου.

Ο Ήφαιστος είναι ένας επιστήμονας στη Μασαχουσέτη που κατασκευάζει την σεξουαλική μηχανή του μέλλοντος.

Μια μηχανή που μπορείς να βρεις την εμπειρία χωρίς να τη ζήσεις και τη γνώση χωρίς να την ανακαλύψεις.

Μια μηχανή αναζήτησης έρωτα εξ’ αποστάσεως που οδηγεί σ’ ένα στερέωμα πούτσων και μουνιών, σε μια προπατορική και κοινή αρχαιολογία των αποριών του σώματός μας.

Ο Ήφαιστος φέρνει απ’ τα χρόνια της πρώτης του νιότης την αγωνία του ανθρώπου να υπάρχει παντού και να βλέπει παντού μέσα στην σεξουαλική πλανητική Βαβέλ.

Απ’ τις ρακένδυτες αφρικανές που προσπορίζουν τον βιοπορισμό τους με αχαλίνωτο σεξ, προσφέροντας στο μπανιστήρι το μυθικό εξωτισμό του εξερευνητή, μέχρι τις γριές πουτάνες του Βερολίνου μεσολαβεί το πείραμα Cern.

Όλοι οι σπόνδυλοι του εφήμερου μέσου έχουν την πορνογραφία ως συγκολλητικό υλικό.

Ένας ψάλτης σερφάρει στις χριστιανικές του ιστοσελίδες και στις ηχογραφήσεις του ακάθιστου ύμνου απ’ τη Μονή Βαρλαάμ κάνοντας μια εικονική στάση στα μπούτια μιας αλόγας καλογραίας  που ανοίγει με τα δάχτυλά τα πορφυρά της μουνόχειλα.

Ο ερευνητής της Nasa μετά δεκάωρου επιστημονικού οίστρου ξαποσταίνει στα μεριά μιας παιδούλας απ’ το Καζακστάν.

Κι ο νοικοκύρης μετά το άσκοπο σερφάρισμα στην καλοζωία των αστών πορνουσιάζεται με μια ρετρό γαμησιάδα στο ιερό γιού πόρν.

Ο Ήφαιστος δουλεύει σκληρά. Από καταβολής αιδοίου.

Για σφυρί και δρεπάνι

imagehandler

Οι φασίστες συνέβαλαν τους φίλους μου.
Τους έδεσαν τα χέρια και τις γλώσσες.
Τους υποχρέωσαν
-όπως υποχρεώνεις ένα διάβολο
ν’ ανέβει στην πλάτη του θεού-
να εγκαταλείψουν την πόλη.

Οι φίλοι μου βλάστησαν στη σιωπή
αγκάθια και τριβόλια.
Η καρδιά τους ένα πορφυρό ασκί.

Μα κάποτε έφτασε η σειρά μου.
Με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα αυτό δεν είναι θέμα προς λύση.
Λέξεις ολόκληρες έντρομες
να σηκώνουν ψηλά τα φουστάνια
ώσπου να φανεί η κυλόττα.

Μα αυτό δεν είναι θέμα που μπορεί
να λυθεί μ’ ένα ποίημα.

Την ώρα που έφτασε η σειρά μου
και με αποκάλεσαν κομμούνι αγύριστο
σκύλο και σκύλας γιο.

Μα εγώ έχω ένα σκύλο
του έχω μιλήσει και του έχω δώσει τροφή
του έχω κάνει ενέσεις για τη γάγγραινα στο μηλίγγι
του έχω μάθει να δαγκώνει τους κακούς που δαγκώνουν.

Για όποιον είχε κάποτε ένα σκύλο
η λέξη σκύλος είναι πιστή όπως η λέξη φίλος
λαμπερή όπως η λέξη αστέρι
και η λέξη ήλιος. Απαραίτητη
όπως η λέξη σφυρί και η λέξη δρεπάνι.

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν στον έρωτα

sleepparalysis_adambaker

Τα κορίτσια απόψε αντιστάθηκαν
στον έρωτα. Και τα κορίτσια
απόψε κοιμηθήκαν αγκαλιά με το
αρκουδάκι τους. Τρίφτηκαν σα
μοναχές τού Μαχαβίρα πάνω στις
φλοκάτες κι έψαξαν τον πρίγκιπα
ανάμεσα στους τρελούς μνηστήρες
που βούλιαξαν στον ύπνο τους.
Τα κορίτσια απόψε δε μπλέχτηκαν
σε αριθμούς μητρώου και γρανάζια
συγκινήσεως. Μονοκοπανιά εβγάλανε
τη νύχτα με το δάχτυλο, καθώς
φούσκωναν τις προβιές τους οι
ονειρώξεις. Καθώς ίσα με το ρέμα
της Ερμίτσας στο Βραχώρι εβγήκε
ο άρχων των βατράχων, να χυθεί
στ’ αργιλικά καλούπια τους. Καθώς
το σύμπαν γέλαε ένστολο. Καθώς
απ’ τις βαβαλικές κουίντες τού
κορμιού τους δεσμεύτηκαν
οι καύλες ν’ αρχηγέψουν.

Η Αγία Συμμορία

simoria

Όταν ο ολοκληρωτισμός τού αστικού κράτους καταφέρνει να μαζέψει όλα τα φυντάνια της αγίας συμμορίας ο κεφαλαιοκράτης τρίβει τα χέρια του.

Ο φασίστας ως ακοίμητος φρουρός τού πατριωτισμού και της φυλετικής καθαρότητας, μοστράρει δίπλα στον ορθόδοξο τράγο και σε κείνο το γύφτικο σκεπάρνι της απατεωνιάς και της κακομοιροσύνης που προεδρεύει στον κοινοβουλευτικό στάβλο.

Ο φασίστας κατάφερε να βγάλει ταμπελάκι εξουσίας και να βγει στο προσκήνιο της ιστορίας για να δείξει τα δόντια του.

Για να τρομοκρατήσει και να υποδαυλίσει άσχημα προαισθήματα. Για να επιβάλει το δεσποτισμό της φασιστικής του κραυγής που θέλει αίμα και λεφτά. Στρατιωτικούς νόμους και φάλαγγα.

Μέσα στην πολιτική σούπα ακροδεξιάς και μικροαστικής αριστεράς φυτρώνει ένα αγκάθι θανάτου πάνω στις συνειδήσεις των πιο λούμπεν κομματιών του λαού.

Των κομματιών τού λαού που έγιναν μπίλιες στο φλιπεράκι της κρίσης τού κεφαλαίου και τώρα ψάχνουν αγίους με τσαμπουκά και μπράτσα για προστασία.

Σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός έγινε άτυπος νόμος του κράτους επιβάλλοντας με αξιοσημείωτη σπουδή τους ληστρικούς οικονομικούς όρους του κεφαλαίου στις κατώτερες τάξεις.

Σήμερα που η μόρφωση και η προστασία των παιδιών πρέπει να περάσει απ’ το γραφείο πολέμου του χρυσαυγίτη.

Σήμερα που η αριστεροσύνη μετριέται με τον πήχη της χρησιμοθηρικής ελπίδας και η κυβερνώσα ψευτοαριστερά με ακροδεξιό πρόσημο προστατεύει την πιο σκληρή φασιστική οργάνωση της Ευρώπης. Την πιο δολοφονική συμμορία που υπολογίζει στα μυαλά των ηλιθίων ψηφοφόρων και στα πατριωτικά τους αρχίδια.

Σήμερα όπου η ενοίκηση του θηρίου μέσα μας καθιστά οικείους τους βρυχηθμούς του.

Συνηθίζοντας τη νεοφιλελεύθερη χούντα με τους φασίστες προστάτες της συνηθίζουμε το κακό. Χώνουμε στον κώλο μας για να το ζεστάνουμε, εμείς οι ίδιοι, το αυγό του φιδιού, περιμένοντας τους κασιδιάρηδες να ακονίσουν τις ξιφολόγχες τους στα πεζοδρόμια για ν’ αρχίσουν να ξεκοιλιάζουν.

Μα πάντα η ανοχή της κοινωνίας και η ανοχή όλων μας μάς καθιστά κι εμάς δολοφόνους.

Μας καθιστά υπεύθυνους του νεοφασισμού που διαμορφώνεται ξανά πάνω στις σάπιες δομές τού Πατρίς θρησκεία οικογένεια.

Μας κάνει θεατές σε μιαν αρένα όπου σφάζονται αθώοι.

Μας κάνει μάρτυρες των θεατρινισμών των πολιτικών αρλεκίνων που για να κρατηθούν στην εξουσία γλείφουν τα παπάρια του Γερμενή και την κλειτορίδα της Ουρανίας Μιχαλολιάκου.

Καρότσα

karotsa

Ήμασταν όλοι εκεί, στοιβαγμένοι σαν κοκόρια στην καρότσα του γύφτου. Απ’ το κασετόφωνο μπορούσες να ακούσεις μια γενιά άκαμπτη σαν παλούκι, και υπερήφανη. Μακριά από καλλιτεχνίες και κατρουλιά με δυο χερούλια κι ένα καπάκι σα χύτρες. Μακριά από παπαδίστικα καπέλα και αλλήθωρες γεροντοκόρες που δαγκώνουν το ξερό ψωμί απ’ τα χέρια της μνήμης. Τα μνήματα ανασκαλεύοντας και τα ποιήματα που σε κάνουν να νιώθεις περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός.

Μινώταυρος

Minotaure attaquant une amazone

Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε καθόλου. Αυτοί που διέδωσαν πως ήταν φαντασμένος και μισάνθρωπος και τρελός έχουν βασιλέψει πια. Έτσι η σοφία του τέρατος εξευτέλισε την ανθρώπινη αλαζονεία. Το όνομά του χάθηκε και έσβησε. Όμως περπατά ακόμα αυτός εδώ, στους δρόμους, ολόγυμνος ή σκεπασμένος με κουρέλια, μετρώντας τα τερατώδη του δάχτυλα με τον αντίχειρα, πίνοντας μαγαρισμένο νερό για να ξεχάσει πως αφέθηκε στην κρίση ενός προικοθήρα. Κι είναι τα πράγματα που με κάνουν και κλαίω. Κι αυτός ο επίμονος τρόπος να αγαπήσω το τέρας που υπήρξα κάποτε.

Θεοτικόν

dyo

Με σκάβει στα τυφλά,
βλέμμα μιανής που ξέχασε, χαράματα,
τις λήγουσες στα χείλη μου.
Όλο λιγούρα σόλο
όλο κρεατόμυγες γύρω
τεκμήρια σήψης.
Όλο προπατορικά μέσα στα γιωταχή
συντρόφια με το δέρμα τους ψωμί
κηροπλαστεία έρωτος
ανοιχτά το Σάββατο
η λέξη τέφρα αιμάσσουσα
ζεστό σπουργίτι
μες στο σπλάχνο της το σπέρμα μου.
Αχ! τώρα που σε θυμήθηκα
στη φλέβα μου να ρέεις
έφηβη στύση
ο νους μου εκεί,
σπειροειδές αγγόνι κλειτορίδος
τεκές των Ουραλίων
μες στο μακρύ συλλείτουργο
της πιο στυγνής αιδοιλειχίας
κάνοντας
οι δεντρογαλιές της ομορφιάς
το πιο ανελέητο και φίνο γλειφομούνι.

Mein Kampf

fisas

Ήταν στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, αγύρτης, ανήθικος, μεγάλος φαρσέρ και επικίνδυνος αχρείος.

Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στο λαό και στους νέους με τον πιο ατιμωτικό λυρισμό εναντίον μας και γινόταν άξιος τιμωρίας μέσα σ’ ένα βασίλειο καθαρότητας και πειθαρχίας, υποταγής και τυφλής πίστης.

Ήταν λοιπόν πολύ σοφό να τον ξεκάνουμε και να τον καρφώσουμε εκεί στη ρίζα της καρδιάς και να τού κόψουμε τα δάχτυλα με τις φαγωμένες πέτρες και τους λοστούς.

Όταν το ένα χέρι γίνεται μέγγενη το άλλο γίνεται τανάλια.

Συγχωρώ όλα τα λάθη εκτός από κείνα που μπορούν να γίνουν επικίνδυνα μέσα στο κράτος που ζούμε.

Οι βασιλείς και οι μεγαλειότητές τους είναι τα μόνα πράγματα που μου επιβάλλονται, τα μόνα που σέβομαι, κι εκείνος που δεν αγαπά το κράτος και το βασιλιά του δεν αξίζει να ζει.

Υγρή Ασία

ygri

Ύστερα από εφτά χρόνια δυστυχίας
έσπασε τον καθρέφτη της για μένα.
Αγαπητέ αναγνώστη, εσύ,
μπορείς να κρίνεις
τι Χάρυβδη υπήρξε
η λέξη οργασμός μέσα στο ποίημα.
Πόσα κορμάκια θηλυκά τη φόρεσαν κατάσαρκα
και πως
οι Αλκυονίδες μέρες του αιδοίου της
με διόρισαν
έφεδρο κολπικών υγρών και Μάρκο Πόλο.
Αχ! πάλι εκείνη η υγρασία απ’ τις ρώγες
πάλι σαν ξαπλωμένοι παλαιστές
γλιστρούμε μες στη λάσπη.
Κι αν στα έγκατα της γης, ο χάρος είναι μύθος
εντός μας είναι αληθινός
γι’ αυτό παλεύουν τα κορμιά μας στο κρεβάτι
να βγάλουν από μέσα τους το Χάρο.
Ω! Υγρή Ασία
υγρασία της ψωλής μου
τώρα θα ξεψυχήσω δια παντός
εδώ μέσα στο ποίημα
σε τούτο το πεδίο των μαχών
που γράφουμε ολημερίς κι ολονυχτίς
όσα ποθούμε.

H Mαντάμ Χούφτα και ο Άγιος Βαλεντίνος

mantam

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα.

Ξέρουμε καλά πλέον, πως η πραγματικότητα που μας επιβάλουν οι αρχιεπίσκοποι των αγορών και οι γλίτσες της πολιτικής ορθότητας, βίου και πράξεων, έχει έναν ξέφρενο ρυθμό συναλλαγής ώστε να μην αμφιβάλουμε διόλου για την τερατωδία της.

Ετούτη η πραγματικότητα που μας έρχεται φυτευτή απ’ το γραφείο τύπου της Νέας Αγαμίας ομιλεί εντός μας με την ίδια ρυπαρότητα που ο ανταγωνισμός και η ιερή αριστεία απλώνει τα πλοκάμια της φρίκης, στο μητρικό σπασμό της ανθρωπότητας που θάβεται κάτω απ’ τα ερείπια της καλοζωίας των λίγων.

Η σωτηρία της ανθρωπότητας κρέμεται από μια μουνότριχα. Απ’ την ανταρσία της γυναίκας απέναντι στην πολεμική έγνοια των αντρών.

Όταν η χυδαία ανδροκρατία της Κυριαρχίας υποπτευόταν τη συμμετοχή των γυναικών στο διονυσιακό υπέδαφος της κοινωνικής ζωής και τις οργιαστικές τελετές υπέρ του Άδωνι και υπέρ του φαλλού άρχιζε να πετσοκόβει κλειτορίδες για να σταματήσει την εκτροφή της εξέγερσης και την επέλαση των γυναικείων υγρών, που, ορμητικά έρχονται να καταλύσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Η ερωτική επιθυμία των γυναικών πηγαίνει πέρα απ’ τους θεσμούς και τα καρναβάλια που απελευθερώνουν προσωρινά αλλά λειτουργούν ως δικλίδες ασφαλείας για τους κρατούντες.

Η ερωτική εξέγερση των γυναικών ήταν είναι και θα είναι επαναστατική πολιτική πράξη.

Μέσα στις πολιτείες των ανθρώπων η Φύση και ο Έρωτας παραμένουν ασυμφιλίωτες δυνάμεις που βράζουν μέσα στη χύτρα της εξομολόγησης και στο καταναλωτικό όργιο.

Απ’ τους τράγους παπάδες μέχρι τα πολιτικά τσόλια που κηδεμονεύουν το μουνί της γυναίκας ίπταται ο πιστός μαλακοκαύλης κάθε αυταπάτης.

Ο νοικοκύρης που γαμεί με προφύλαξη και ο νοικοκύρης που κάνει μια ευχή και δίνει ένα απατηλό νόμισμα στο στόμα του λύκου για να σώσει έναν άστεγο ή ένα παιδί στην Αφρική.

Ο νοικοκύρης που γιορτάζει τα εννιάμερα της χούφτας του τραβώντας ακροποδητί μιαν ένδοξη μαλακία υπέρ Αγίου Βαλεντίνου.

Ο νοικοκύρης που θα ψηφίσει στις εκλογές έρεβος και ελπίδα μαγαρισμένη άλλα όχι γαμήσι και ελεύθερη επιλογή.

Ο νοικοκύρης που σαν τα ερπετά στους θάμνους και στα χορτάρια θα χαθεί στο πένθος και στην κατάθλιψη. Στην τιμή της αδερφής του και της πατρίδας του.

Εκεί που οι αυταπάτες θα σιγοντάρουν την ιερά φρουρά της τραυματισμένης του μνήμης, μακριά απ’ τα υγρά πλοκάμια της Ουτοπίας. Μακριά απ’ τις ζωοφόρες μήτρες και το κλέος τους.

Ο ύπνος του έρωτα γεννά τέρατα

h-texni

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της και να σε λικνίζει το υπόγειο ρεύμα των μαστών σε κάνει δόκιμο καλλιτέχνη που όταν βγει στα μαγνητικά πεδία τού πολιτισμού αναζητά μορφές.

Μορφές ανερμάτιστες αλλά καθαρές μες στον τερατομορφισμό τους και στην αφηρημένη τους έγνοια για το παρόν.

Μορφές από ντενεκέδες και σύρματα και αγκαθωτή κόμη.

Κορμιά από βαρέλια που τα φόρτωσαν αυτόματες μηχανές σε πλατφόρμες για να τα ρουφήξει ο ευρωπαίος κι ο αμερικάνος, κινώντας το σύμπαν τους από αεροπλάνα και κούρσες, από πειράματα σωματιδίων που ξετυλίγουν οι κλαψιάρικες προσευχές της επιστήμης στο μαλακό υπογάστριο των λαών.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει να ξυπνάς αντάρτης τού λυρισμού και φτασμένος αλητήριος ειδικός στο ανεμογκάστρι Ανατολής και βαθειάς Δύσης.

Σε κάνει διαιτητή της δυαδικότητας ζωής και θανάτου, διαλύοντας τη λέξη Τέλος μ’ ένα βάναυσο χτύπημα.

Σε κάνει τελάλη μιας δίψας πάνω απ’ το μεγαλειώδη σκελετό τού πλήρους έργου.

Σε κάνει χειροτέχνη που υλοποιεί απ’ την αρχή κάθε σκουπίδι για να ξανακερδίσει ακέραιο το σώμα του.

Να κάνει αυτό που προϋπήρξε μες στην εκρηκτική ονείρωξη της χρηστικής του αξίας, ένα κομμάτι απ’ το κορμί του τέρατος κι ένα κομμάτι ανίερο που θα φέρει εγγενώς το στίγμα της απώλειας της φαντασμένης ολότητας.

Η τέχνη τού να κοιμάσαι στον κόρφο της σε κάνει παιδί που βγάζει το θυμό απ’ τα σπλάχνα κι όχι απ’ το λαρύγγι, αμήχανο και αδέσποτο υποκινητή μιας γενικευμένης ανταρσίας.

Εμείς που δεν έχουμε φύλλο δεν μας ενδιαφέρουν οι έμφυλες ταυτότητες και οι ταξινομήσεις τού Μένγκελε, εμείς που δεν έχουμε πατρίδα μέσα στο φιλανθρωπικό σφαγείο των εταιριών κάνουμε τις σημαίες ωραία πολύχρωμα μουνόπανα.

Εμείς, τα αλητάκια τού πολιτισμού, ορθώνουμε τη νέα τέχνη και τη σπουδή τού ερωτικού μακελειού και τους δράκους από σίδερο και σκουριά.

Βάνδαλοι εκεί που ο ήλιος ματώνει κι εκεί που τα κορμάκια γουργουρίζουν σκλαβιά κι εκεί που η ομόκεντρη λαχτάρα όλων μας είναι η χαρά.

Εμείς κάνουμε τέχνη την πράξη της καθημερινής ζωής.

Ακροβάτες και ταχυδακτυλουργοί, γλύπτες της πιο φτηνής φθοράς και χαρτογράφοι, χαράσσουμε γραμμές πλεύσεις, διαγράφουμε τόξα που σχίζουν τα Βόρεια Στενά και τα Δυτικά περάσματα.

Αρματωμένοι εκείνη την υγράδα τού τεθλασμένου ερωτισμού προς τον κομουνισμό τού μέλλοντος και την αναρχία της στιγμής.

Ζήτω!

zhtv

Έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Μα έχω και λαϊκά τραγούδια
-ω! φίλοι, σ’ αυτούς τους ερεβώδεις καιρούς-

κι έχω καβάτζα στο δάχτυλο
λίγη βρωμιά
απ’ την καθαρότητα της αγάπης μου για κείνη
ώσπου να πω:

Αντίο φτώχεια!
Αντίο πλοίο!

Αγάπες μου παιδούλες στα σπάργανα της έξαψης!

Και θα πάω στο Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Μα ναι
όμως
δεν έχω ανάγκη να φύγω εις το Βαλπαραΐσο
που είναι οι λίμνες αλμυρές
να κυνηγάω φυσητήρες
Αχ! ναύτη, ε! χο! Βίρα! ε! χο!

Να κυνηγάω τσούπες
Να γίνω ο Μέγας Πανγαμίων

Αχ! ναι γιατί
έχω στην κατοχή μου λέξεις
σαν αυτές που εκτόξευε η Yvonne George:

Ζήτω!

Ζήτω οι κοπέλες της Ναντ
κι όλοι οι φυλακισμένοι!

Ζήτω!

Σκάψε με

skapse-me

Σκάψε με
Να πάρω έπαθλο το σπόρο σου
Λέω τώρα, να σου ψάλλω ένα Κεκραγάριο
Λέω, να σου ρημάξω Αρθούρους εραστές απ’ τα μελίγγια
Αχ! το λειρί σου, μεσονύχτιο και λάβρο
Κορμάκι που σε γεύτηκα
Μες στη μακριά φασκιά της αγκαλιάς σου!

Lovers in a field

loverz.jpg

[εγκάρδιος χαιρετισμός στον Loui Jover]

Να προλάβεις ν’ αλείψεις λίγη ζωή
πάνω στο ψωμί της πραγματικότητας
πριν το καταβροχθίσει ο χρόνος, να
προλάβεις στάρι απ’ τα μνημόσυνα
γλουτών, κατηφόρες με γελάδια,
Βαρδούσια τού Άδη κατηφοριές,
να προλάβεις βροχή σε περιβόλι και
κάτω απ’ τα φουστάνια της βατράχους
και ερπύστριες, να προλάβεις την
Αλόννησο με τα ποντίκια της
νυφούλα των μετασεισμών τού
Αιγαίου ρήγματος, να προλάβεις
της ψωλής την πιο έφηβη διάνοια,
τους Γότθους που μετοίκησαν στο
Πέραμα, τις ομιχλώδεις εσοχές τού
κάμπου της Λαρίσης, να προλάβεις
να μεθύσεις με κώνειο τη ματαιοδοξία σου,
να προλάβεις το μουνάκι της υγρό
σαν φρεσκογεννημένο μοσχάρι
μες στα αίματα της αιώνιας σφαγής

Love and deαth Ή Σημειώσεις μετά τη συσκότιση

love-and

Πεθαίνουμε πρόωρα τη στιγμή που χάνουμε την ερωτική μας όραση. Τη στιγμή που η ερωτική μας όραση αποκτά μια προβληματική σχέση με τη ζωή και τη στιγμή που το ανθάκι με την ομορφιά και τις μυρουδιές του πνίγεται άταφο μπροστά στο οπτικό μας πεδίο.

Πριν φτάσουμε στο χώμα και στην τέφρα και πριν αποθέσουμε τον πρώτο μεταθανάτιο ρόγχο μας κάτω απ’ το παγερό μάρμαρο, εντρυφούμε ασύδοτα στις λύπες και στους φόβους που μας έρχονται απ’ τα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος της απελπισίας.

Σκεφτόμαστε μόνο το λιώσιμο, με όλους τους άδηλους ειρμούς του, ξέροντας πως η φθορά θα καταλύσει κάθε πέπλο της γύμνιας μας μες στους πικρούς αγρούς.

Μα, αν καταφέρουμε να διατηρήσουμε την ερωτική μας όραση μέχρι τέλους θα έχουμε νικήσει πραγματικά το θάνατο.

Γιατί ο θάνατος είναι η ιδέα τού θανάτου που αν σε καταβάλει και σε πασαλείψει με την πυκνή μαύρη μούτελι της απελπισίας θα σε περιφέρει άταφο και δυστυχή έως λύχνου.

Η ερωτική ματιά μπορεί να φονεύσει όλους τους σοφιστές και τις σοφιστείες τους. Όλους τους υπαλλήλους εφαρμοσμένης θλιβερής ζωής και όλους τους κερατάδες δια βίου πένθους που κονομάνε γρόσια και ευροδολάρια απ’ την έλλειψη ερωτικής ματιάς των ανθρώπων.

Μέσα στα μνησίκακα ρίγη κάθε ρητορείας φόβου και μισανθρωπίας βρίσκεις τα ίχνη της ακατάβλητης σκατολογικής φύσης όσων εξουσιάζουν και όσων πιστεύουν πως πρέπει αυτοί και μόνο να εξουσιάζουν.

Βρίσκεις τους σοφιστές που είχαν πάντα πολλούς πελάτες, διότι η επιτυχία στις πολιτείες τού αρχαίου και τού νέου κόσμου εξαρτιέται απ’ τη ρητορική δεινότητα.

Η βαρύγδουπη ομιλία κάθε αχυράνθρωπου που κοκορεύεται τον ηγέτη, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια, παρά μόνο για τα δημιουργικά τεχνάσματα που θα εκτοξεύσει για να κρατηθεί στην εξουσία.

Οι ηγέτες και οι φωτισμένοι και οι παντός είδους ηγεμόνες είχαν ως πρώτο μέλημα το να κατουρήσουν την ερωτική όραση των ανθρώπων.

Να τους κάψουν τα μάτια με το ζεστό τους κάτουρο για να μη βλέπουν στις επιφάνειες της ομορφιάς τα ερωτικά βάθη και τις αλήθειες.

Οι εξουσιαστές μπαμπάδες μαζί με τους παπάδες και τους ψυχολόγους κατάλαβαν νωρίς τη σπουδαιότητα της αγαμησιάς και της κακογαμίας.

Κατάλαβαν πως κοινωνικός έλεγχος σημαίνει ταριχευμένα πουτσάκια και μουνάκια σκόρπια στον καταναλωτικό όλεθρο.

Κατάλαβαν πως όσο τα κορμιά είναι μακριά και η επικοινωνία είναι εφαρμοσμένος αυτισμός εξ’ αποστάσεως, ο άνθρωπος είναι σαρκίο περιφερόμενο, σμιλεμένος απ’ τα πιο θεατρινίστικα εξαρτήματα της φασιστικής αρματωσιάς.

Χωρίς την ερωτική μας όραση γινόμαστε άκαμπτοι και βλαμμένοι τόσο όσο χρειάζεται η σοφή κορούλα υπεραξία της Κυριαρχίας για να βγάζει ζουμί καλοζωίας για τα δικά της τέκνα απ’ τον ακρωτηριασμένο μας πόθο. Απ’ τις καύλες μας που πάνε άκλαυτες σε μνημόσυνα και διατριβές λαμπρού μέλλοντος στα θυμαράκια.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.

Καντηλάκια

%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%ce%b1

Πάντα θυμάμαι μεσόκοπες γυναίκες να συντηρούνται υπαρξιακά ανάβοντας καντήλια στα νεκροταφεία και να αποθέτουν τους ερωτικούς κροτάφους τους δια παντός στο μαρμάρινο παραπέτασμα που περικλείει άφαντα κορμιά και ασκέπαστα από μυστικά και εκπλήξεις.

Νεκροβατούμε στον σταυρικό νυμφώνα ενός μαυσωλείου που το μεγεθύνουν οι θρησκευτικοί φραμπαλάδες και τα στέφανα από καύσιμη ύλη ανοιξιάτικης εσπέρας.

Με τα πορτοφόλια των πιστών να κλωσάνε τις συγκινήσεις, δίκην ερωτικού σπασμού και δίκην σφυροκοπώδους γαμεύσεως.

Κάθε ερωτική επιθυμία τοποθετήθηκε όπως όπως στην κωλότσεπη της φαντασίας και στο πίσω μέρος τού μυαλού και δεν είναι όπως παλιά ένα φτερούγισμα καύλας και μιαν υγράδα που έχει εκκολαφτεί στη ζεστασιά της μασχάλης, εκεί όπου αν μετρήσεις με το ερωτικό θερμόμετρο θα βρεις πυρετούς ανίατους και σακατεμένες ψυχές απ’ την κακή σεξουαλική εκπαίδευση.

Οι δυστυχίες όλες μαζεύονται πάνω απ’ τους τάφους.

Κουφές γυναίκες και κουτσές και στραβές, παραμορφωμένες, που διαθέτουν στιλπνό ξύγκι έγγαμου βίου ή ζωή θρίλερ, καμωμένη από δουλική πρώτη ύλη υπηρεσίας στο σύζυγο στον πατέρα ή στον αδερφό.

Κεντημένες με την ούγια της αποδοχής τού θανάτου φτασμένες εκεί που η φετιχοποίηση της απώλειας φέρνει φράγκα στον παπά και στο δήμαρχο.

Στους ιθύνοντες της προστασίας μιας απονεκρωμένης ζωής και ενός αβίωτου βίου.

Ανάβουν το καντηλάκι τους οι μαυροφορεμένες και οι χαροκαμένες με το σπίρτο που αρπάζει φωτιά απ’ τα μετόπισθεν της ζωής, απ’ την τρέλα που λαγάρισε σαν πειρατική σημαία και σαν λευκό εσώρουχο ερωτικής ανακωχής που θριαμβεύει φυλακισμένο στα μαύρα ρούχα τού πένθους.

Happy Eyes

xapi-aiz

Η ευπρέπεια σχετικοποιεί το συναίσθημα. Θέλγεται από μιαν αγνότητα χωρίς λάμψη και μια σταθερότητα με καταργημένη τη βία της αλλαγής.

Τα επιβλητικά και καμιά φορά στολισμένα λογάκια της, ηχούν όπως το χαλάζι στο ντενεκέ, αφήνοντας ένα υπόκωφο τιποτένιο αλγόριθμο συναλλαγής.

Μπορούμε πάραυτα να τα εκλάβουμε ως πολύ διακοσμητικά όλα ετούτα τα πολύτροπα ανθρωπάκια που μόλις βγάλαν τη χλαμύδα της ορθόδοξης χριστιανικής ευπρέπειας φόρεσαν τη λαιμαριά της εταιρίας που τους αγόρασε απ’ τη μαμά και το μπαμπά.

Ποικιλοτρόπως σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να διδάξει ως αποτυχημένος μαθητής στον επιτυχημένο του δάσκαλο την απρέπεια ως δημιουργική αντίφαση στον κρατικό καπιταλισμό που ευπρεπώς απρεπεί.

Σκέφτομαι πως η διανοητική απρέπεια είναι ο μονόδρομος που μας οδηγεί στην ελευθερία. Σε μιαν ελευθερία όμως που κρατά μέχρι το θάνατό μας, θυμίζοντάς μας πάντα την έξοδό από τον άρρωστο κόσμο.

Η ελευθερία που κατακτάμε είναι να βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς.

Να περνάμε με το δάχτυλο ως ζαβολιάρικα γυμνασιόπαιδα το σκατούλι της μύτης κάτω απ’ το θρανίο.

Να σκιαγραφούμε κάθε ομορφιά και κάθε διερχόμενη καύλα. Άνευ ευπρεπείας να ακούμε τη μέσα φωνή του σαρκικού ποιήματος τη στιγμή που αποπνευματικοποιείται κάθε ιδεοληπτικός μηχανισμός περί κοινωνικότητος και επέρχετο στύσις.

Ηρωική στύση, υπερφίαλα υγρή, συνοψισμένη στο σάλιο μιας ανθισμένης πλαγγόνας, που όλα τα συναισθήματα τραγουδούν γι’ αυτή και οι ανεμώνες λιποθυμούν απ’ τη λυρική επιθυμία τού ανέμου να υποτάξει τα νερά και τα μήλα, την ηδονοβλεψία και το λιτό βίο της άδολης αγάπης και της πυγής των δακρύων μας.

Ο ίδιος δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτά, με μιαν απόλυτη μόνο εσωτερική ελευθερία που ανακατεύει το αυθόρμητο με το φλογερό, ξαναπερνώντας την άμεση αίσθηση στο ανάπηρο χέρι της πραγματικότητας, όπως οι Βελέσκεθ και οι Ρούμπενς ζωγράφισαν κνήμες και βραχίονες, μαστούς που βαραίνουν και πρήζονται σαν οπώρες που ωριμάζουν και σαν αστροπελέκια που χοροπηδούν στη ρεματιά που βγάζει στο φαλλικό αποτύπωμα της κλειτορίδος πάνω στα ανθρώπινα μυαλά και που εμείς με τις φευγαλέες σωματικές κινήσεις παίζουμε με τον ήλιο και τα χορτάρια και τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της μητρότητας, του έρωτα και των παιδικών μας χρόνων.

Φιλί με γλώσσα

fili

Μαθαίνουμε να μιλάμε στα όρια της φθοράς, προτού πέσει η νύχτα. Βρισκόμαστε στους κρημνούς της γλώσσας των λεξικών.

Νιώθουμε σαν έλλειψη τη γλώσσα και γινόμαστε ελλειπτικοί γιατί μας λείπει η γλώσσα, αισθανόμενοι ότι την χάνουμε κάθε στιγμή στην καθημερινή συναλλαγή και έκφρασή της.

Η γλώσσα της καθημερινότητάς μας είναι γλώσσα συναλλαγής και γλώσσα μιας παράξενης ελευθερίας που μας δεσμεύει ακόμα περισσότερο μες στον λαβύρινθό της.

Τούτη η γλώσσα είναι που μας έχει τραυματίσει από πολύ μικρή ηλικία. Οι φωνές των ανθρώπων, οι παροτρύνσεις, η αγάπη και ο θυμός τους είναι Λόγος που μας συντρέχει απ’ τα γεννοφάσκια.

Μέσα στην αγωνία μας να ξεπεράσουμε τον παιδικό αυτισμό της επικοινωνίας με το περιβάλλον μας, η γλώσσα αποκτά μιαν εντελώς ιδιαίτερη σωστική σημασία και υποσυνείδητα τη θεωρούμε σαν το μοναδικό σωσίβιο που γλίτωσε την προσωπικότητά μας απ’ τα δόντια τού υπαρξιακού χάρου που καιροφυλαχτεί.

Νιώθουμε μια παράξενη ευτυχία και μια γλυκιά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το πανδαιμόνιο σπινθήρων απ’ τις φλεγόμενες σημασίες.

Η γλώσσα μάς καυλώνει και την καυλώνουμε, γιατί την βρίσκουμε πάντα εκεί στις ερωτικές εστίες των πραγμάτων.

Γιατί η ποιητική γλώσσα είναι η μόνη δυνατότητα που μπορεί να απόρυπάνει τον κόσμο απ’ τα υποπροϊόντα του και τα δηλητήριά του.

Είναι η μόνη καθαρτική δύναμη στον κόσμο που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος απέναντι στη σκλαβιά και τη ματαιοδοξία.

Τα ποιητικά λόγια μπορεί να σου τα ψιθυρίσει μια γύφτισα πάνω στις χαρακιές τού χεριού σου, φτιάχνοντας ένα οργασμικό μείγμα από τη λοιμική των θαυμάτων ή μπορεί η ερωμένη σου με τον πιο κακόφημο γλωσσικό σπασμό να σε κάνει τόσο ποιητή όσο δε μπορούν να σε κάνουν μια ντουζίνα δημιουργικές γραφές.

Τα ποιητικά λόγια είναι η παρόρμηση που αντιστοιχεί στους πρωτόγονους λαούς. Μα οι πρωτόγονοι λαοί είμαστε εμείς που ψάχνουμε με τη γλώσσα την πηγή της ζωής, ακούγοντας τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων.

Είμαστε όλοι όσοι δεν έχουμε πατρίδα και ζητάμε-ως πρόσφυγες απ’ την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας-φιλοξενία στις πτυχές της. Στις πτυχές μιας γλώσσας που μας προσφέρει τα πιο συναρπαστικά επιφωνήματα απ’ τη γέννηση ως το θάνατο. Τα Αχ! και τα Ωχ! που με την εν δυνάμει κρυμμένη ποιητική τους υπόσταση μας κρατούν ζωντανούς.

Πολιορκία κοντινού μέλλοντος

baron

Όταν το πρώτο βιολί στα εκδοτικά χαρακώματα το παίζει κάποιος άνευρος ειδικός, τακτοποιημένος στο γεωγραφικό μήκος και πλάτος των ιδεών τού αφεντικού του, στους υπόλοιπους, τότε, δεν μένει παρά να χρησιμοποιήσουν το πληκτρολόγιο, ως το ακορντεόν τού τρομοκράτη που καιροφυλαχτεί μαζί με τις μελωδίες του να ρίξει και μια κροτίδα. Όχι τόσο για να τρομάξει την υπνωτισμένη κοινή γνώμη αλλά για να την ξυπνήσει.

Κάθε σκέψη που αναδύεται απ’ τον αφώτιστο εσωτερικό μας κόσμο αγοράζεται φτηνά απ’ τον αρμόδιο νταβατζή για να πουληθεί πανάκριβα ως βασιλικός πολτός ή βουβαλίσιο γάλα.

Οι βιβλιομπακάληδες τού κέντρου των Αθηνών και της περιφέρειας, κάτι φιγούρες που σφιχταγκαλιάζουν τον εαυτό τους, κάτι πρόσωπα χωρίς εξωτερική φυσιογνωμία, πασπαλισμένοι θραύσματα εκφράσεων αυτολύπησης και κακομοιριάς, εγίναν χρυσές σκατόμυγες που εμπορεύονται ως επί το πλείστον την αγωνία τού ψώνιου να δείξει τη φάτσα του στη μαμά, μέσω του κοινωνικού καθρέφτη.

Αρωστούληδες νεογέροντες, αποτυχημένοι καλλιτέχνες αλλά βαρβάτοι εμπορόμυαλοι, καρφωμένοι σε καρέκλες βγάζουν φράγκα απ’ τα ψηφιακά τους μετερίζια με την απλήρωτη εργασία των άλλων.

Ζώντας διαρκώς τον εαυτό τους ως εσωτερική ένταση, αδυνατούν να δεχτούν πως όλο αυτό το σάρκινο τσουβάλι από ράκη και λειψές αισθήσεις και παράταιρους ερεθισμούς καλύπτεται απ’ αυτό το ψέμα της ευπρεπούς δερματόδετης επιφάνειας.

Μα το ψέμα τους είναι και το αλάτι της αλήθειας, είναι η αίσθηση της μοναδικότητας που κουβαλάει σαν σκήπτρο το Εγώ. Και καθώς αυγατίζει μέσα στο χρόνο η κατάσταση αυτή, οι επαναλαμβανόμενες συγκινήσεις και εμμονές αποβαίνουν ναρκωτικά και δηλητήρια.

Η προσωπική ζωή και η προσωπικότητα εξαχρειώνονται και δουλεύουν μονάχα με τις υποψίες που γενούν οι κακοφορμισμένες σκέψεις.

Μικροαπατεώνες που εγίναν εκδότες και εκδιδόμενοι, μεταμφιεσμένοι με τα κωμικά τσαλίμια τού έμπειρου κοσμογυρισμένου που το μόνο που κοσμογύρισε είναι το καπάκι της χέστρας του.

Μεταμφιεσμένοι σακατιλίκια και προσωπικότητα καταραμένου β’ διαλογής απ’ τα λίντλ, όλο πόζα θαρρείς καμωμένη απ’ τις σκιές των ανεμόμυλων, περιμένουν τον πελάτη τους πίσω απ’ τον πάγκο του ταμείου.

Σαν γανωμένα λευκά κουνέλια και σαν μισοτελειωμένες οντότητες που παλεύουν να ξεχάσουν την τιποτένια τους καταγωγή σέρνουν πίσω τους έναν αχό ανισορροπίας και κλονισμού.

Μακριά από κάθε έννοια συλλογικότητας αλλά με όρους κακιασμένου αποκλεισμού λαδώνουν την μηχανή της παρακμής.

Κι όταν το βράδυ, εκεί, στο μισοσκόταδο κατεβάζουν τα ρολά, τινάζονται ψηλά οι μαύρες σκέψεις κι ένα στριγκό παράφωνο ποίημα ξεχύνεται στη λευκή οθόνη, στο κάτεργο της απλήρωτης εργασίας όλων μας.