Happy Eyes

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

xapi-aiz

Η ευπρέπεια σχετικοποιεί το συναίσθημα. Θέλγεται από μιαν αγνότητα χωρίς λάμψη και μια σταθερότητα με καταργημένη τη βία της αλλαγής.

Τα επιβλητικά και καμιά φορά στολισμένα λογάκια της, ηχούν όπως το χαλάζι στο ντενεκέ, αφήνοντας ένα υπόκωφο τιποτένιο αλγόριθμο συναλλαγής.

Μπορούμε πάραυτα να τα εκλάβουμε ως πολύ διακοσμητικά όλα ετούτα τα πολύτροπα ανθρωπάκια που μόλις βγάλαν τη χλαμύδα της ορθόδοξης χριστιανικής ευπρέπειας φόρεσαν τη λαιμαριά της εταιρίας που τους αγόρασε απ’ τη μαμά και το μπαμπά.

Ποικιλοτρόπως σκέφτομαι πως μπορεί κάποιος να διδάξει ως αποτυχημένος μαθητής στον επιτυχημένο του δάσκαλο την απρέπεια ως δημιουργική αντίφαση στον κρατικό καπιταλισμό που ευπρεπώς απρεπεί.

Σκέφτομαι πως η διανοητική απρέπεια είναι ο μονόδρομος που μας οδηγεί στην ελευθερία. Σε μιαν ελευθερία όμως που κρατά μέχρι το θάνατό μας, θυμίζοντάς μας πάντα την έξοδό από τον άρρωστο κόσμο.

Η ελευθερία που κατακτάμε είναι να βλέπουμε τα πράγματα αλλιώς.

Να περνάμε με το δάχτυλο ως ζαβολιάρικα γυμνασιόπαιδα το σκατούλι της μύτης κάτω απ’ το θρανίο.

Να σκιαγραφούμε κάθε ομορφιά και κάθε διερχόμενη καύλα. Άνευ ευπρεπείας να ακούμε τη μέσα φωνή του σαρκικού ποιήματος τη στιγμή που αποπνευματικοποιείται κάθε ιδεοληπτικός μηχανισμός περί κοινωνικότητος και επέρχετο στύσις.

Ηρωική στύση, υπερφίαλα υγρή, συνοψισμένη στο σάλιο μιας ανθισμένης πλαγγόνας, που όλα τα συναισθήματα τραγουδούν γι’ αυτή και οι ανεμώνες λιποθυμούν απ’ τη λυρική επιθυμία τού ανέμου να υποτάξει τα νερά και τα μήλα, την ηδονοβλεψία και το λιτό βίο της άδολης αγάπης και της πυγής των δακρύων μας.

Ο ίδιος δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτά, με μιαν απόλυτη μόνο εσωτερική ελευθερία που ανακατεύει το αυθόρμητο με το φλογερό, ξαναπερνώντας την άμεση αίσθηση στο ανάπηρο χέρι της πραγματικότητας, όπως οι Βελέσκεθ και οι Ρούμπενς ζωγράφισαν κνήμες και βραχίονες, μαστούς που βαραίνουν και πρήζονται σαν οπώρες που ωριμάζουν και σαν αστροπελέκια που χοροπηδούν στη ρεματιά που βγάζει στο φαλλικό αποτύπωμα της κλειτορίδος πάνω στα ανθρώπινα μυαλά και που εμείς με τις φευγαλέες σωματικές κινήσεις παίζουμε με τον ήλιο και τα χορτάρια και τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της μητρότητας, του έρωτα και των παιδικών μας χρόνων.