Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με γκαυλώνει

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

opoy

[δοκίμιο για το Ρεαλισμό]

-απόσπασμα-

Όπως ο ήλιος και το φεγγάρι, όπως ο διάολος και το λιβάνι, όπως ο θεός και ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως το μουνί κι ο πούτσος, όπως η μαμά και ο μπαμπάς.

Όπως βλέπουν με φθόνο την ερωτική επίδραση της βαρύτητας πάνω στο νερό, όλα τα πλάσματα, όπως ο ήλιος και το φεγγάρι και προσπαθούν να την εξουσιάσουν πότε πότε παρακρατώντας έναν μεγαλύτερο και πιο άδικο φόρο.

Επιβάλλοντας στο νερό μια κυκλική κίνηση και στη ζωή μιαν επανάληψη, όπως τού σκίουρου στον τροχό κι όπως της φτερωτής που καταποντίζεται σαν αληθινός σκλάβος στη βοή του νερού, δυναμώνοντας το διαβρωτικό ρυθμό της επέκτασης του κόσμου.

Όπως περπατούσα δίπλα στη λίμνη ανακαλύπτοντας ένα ομιχλώδες ατέλειωτο πεδίο μες στην κακόγλωσση άβυσσο της υγρασίας είδα το Μαγγελάνο ποντοπόρο εραστή να βατεύει τις αποικίες.

Είδα τη χώρα μου καρφωμένη στην ψωλή του Χριστού και τα γρεντάλια στο Γράμμο να ψήνουν κομουνιστές.

Είδα το λαμπρό και φωτεινό Εωσφόρο που είχε καρφώσει τα φουγάρα του πάνω στις αρχαίες πέτρες να βγάζει δολάρια κι απ’ την πορδή τού λαγού.

Είδα δόντια απ’ τις μήτρες των κοριτσιών που τα καταγάμησε ο Ντόναλντ Ντακ.

Είδα τη χώρα μου τερατόμορφη γουρούνα, ένα μούλικο, ένα βιασμό πάνω στο όριο Δύσης Ανατολής, εδώ που οι ντομάτες φυτρώνουν δίπλα στα πολυβολεία και το κόκκινο τρυπά την πέτσα απ’ τις καρδούλες των θνητών κι όλοι μια μάζα γίνονται μες στην εμφύλια αναρχία τους και οι σκλάβοι αρχαιοσκάπτες ξερνούν χρυσά νομίσματα, κιθάρες και αδέξια φλερτ των αυτοκτόνων.

Μα πιο πολύ είδα κορίτσια καμωμένα από παράβαση και μουνόχυμα, τα πιο ηγεμονικά μπούτια, μια χώρα ολόκληρη από γλυκοθρεμμένες σχισμές και μια Πομπηία σκόρπια μαδημένη γριά σαν τα φτερά του τσαλαπετεινού που τον παράτησε ο θάνατος στα περιστέρια.

Είδα κορίτσια της φιλαρμονικής του Δήμου να ξεκαρφώνουν το όργανό τους μετά τον εθνικό ύμνο. Και τα λάτρεψα και μ’ αυτά ζω.

Στη Μεσόγειο τού Κύκλωπα που φορούσε περιδέραιο μιαν ερωτική φράση απ’ το μαρτύριο της τύφλωσης, αφήνοντας να γλιστρήσουν απ’ τα δάχτυλά του τα προβατάκια που παν τους καυλωμένους συντρόφους στη Ναυσικά στα λιμάνια και στις παρτούζες.

Είδα κορίτσια λουλουδάκια κομμένα τού αγρού στις ποιητικές ανθολογίες στρατηγών του μεσοπολέμου, στα κάτεργα της Φίνος Φιλμ να κατουράνε σε δώματα, σαν μικρές γοργόνες που περιμένουν τον πρίγκιπα και τον εργολάβο.

Σαν τις μηχανές τού εργοστασίου της ραπτικής αφήνοντας σφυροκοπώντας το πιο ανελέητο γαζί στα μελίγγια της μάνας μου.

Είδα τους γύφτους σαν χορδές από έντερο τεντωμένους και άμαχους, να φτύνουν τα χρυσά τους δόντια για ν’ αγοράσουν πρέζα και μανταρίνια.

Είδα την καταγωγή μου στο σκοτάδι της άγνοιας, εκεί που ρόδιζε η ρίγανη στα οργισμένα σούρουπα της Πίνδου, εκεί που μια κοπέλα δεκάξι χρονώ και πολλών αιώνων αναζητούσε τον πούτσο τον πολύτροπο και ζητιάνευε απ’ την ηδονή δικαιοσύνη και μέλλον, πατώντας πάνω στα θρυμματισμένα κλαδιά της καρδιάς.