Τα άνθη του καυλού Ή Ανθοφορίας εγκώμιο

agr

Να σε ερμηνεύσω προσπαθώ
όπως να ερμηνεύσουν προσπαθούν
οι Ουλεμάδες το Κοράνι. Θεός υπήρξα
στον αφρό σου τυλιγμένος. Ως και το
λειρί σου ακόμα έβγαζε λαλιά. Και για
τον αφαλό σου έγραψα. Έκαμα πρόβα
ως πατριάρχης. Της μήτρας σου
τη σκαλωσιά και τα υπόλοιπα γύρης
στο ασβεστωμένο κουζινάκι που σε πήρα
με τα μάτια, για μια στιγμή, για να σε πάω
στους βρυώδης τόπους. Ω! δασώδη σχισμή
εσύ στοματάκι αυτάκι μουνάκι απ’ άκρη
σ’ άκρη στους αγρούς σ’ άκουσα να ηχείς.

Εισαγωγή στο κομμουνιστικό μανιφέστο

kk

Άφρισαν οι Αφρικανές, οι αλλόθρησκοι παρίες.
Εδώ είναι νεοκλασικός τεκές με κοριτσάκια
πορφύρες και πλοκάμια εραστών
που εσπούδασαν υγρή γεωδαισία
όλο το βίαιο πουταναριό απ’ τις στράτες
ο χορευτής στο αντίσκηνο, γεμάτος ψείρες και κοριούς
ολόκληρη σχολή αιμομιξίας.
Εδώ είναι σοβιέτ!
οι κήνσορες ξωπίσω απ’ τα γεράκια
ψάχνοντας καύκαλα σπασμένα όλο τρύπες
να μπαινοβγαίνει η λύσσα η σαυροειδής του μπολσεβίκου
εγώ, ο πιο νυμφομανής των Βαλκανίων
εγώ, ο πιο στυγνός διακορευτής τραμπούκων
ξοπίσω τρέχοντας ανήμερα της ξυποληταριάς
να φτάσω με το τρένο στο Κρεμλίνο
να φέρω αχινούς ζεστούς απ’ τη Μεσόγειο
να διακορεύσω τα βυζιά της τροφαντής τσαρίνας
Λένιν ακροτελεύτιος
Λένιν κονκισταδόρος

Των γραφειοκρατών η φάρα

grafis

Ήταν της γραφής γραφτό
να γεννηθούν στυγνοί γραφειοκράτες
που θα γράφουν λίστες, αναφορές και συμβόλαια
που συμβουλές θα δίνουνε στα δάση
πως να αποφύγουν τις πυρκαγιές
στις κοπέλες, πως, να προστατευθούν από τους μύκητες
στα βρύα και στις λειχήνες, πως, να γίνουνε της έξαψης
στα ερπετά πως να κουρσεύουν κόρφους
και στις μανούλες οδηγίες χρήσεως βυζιού
και στα μωρά φωνήεντα λιοπύρια.
Πως, οι δράκοι, να καταπίνουνε τους ήλιους σαν κινίνα.
Πως, τον ήλιο, πάνω στις πέτρες να σπάνε
σαν τα μύγδαλα, οι ερεβικοί χωριάτες.
Πώς, να ψειριάσουνε τα στέφανα στο υγρό εικονοστάσι.
Πώς να κρατούν το εσώρουχο στεγνό
οι κάριες οι αγγλίδες, όταν διαβαίνουν τους Δελφούς.
Πώς να πονά μιαν υπηρέτρια στις Σπέτσες, και
πόσα επιδόματα μετάληψης
να εισπράττει η γυφτοπούλα ύπαρξις
η σφήκα που ετράνταξε μηρούς κάτω απ’ τη φούστα.
Πως, ο οσποδάρος οργασμός
θα ξεκρεμάσει απ’ τα τσιγκέλια τις λαγνείες.

Τροπάριο

zografiki

Τάχα Μαγδαληνή, εσύ
τάχα υπάλληλος τεκέ
τάχα ακροβυστία.
Πένθος που καταπλάκωσε συκιές της Μεσσηνίας
χείλη που επίνανε βερμούτ
σπλάχνα που καταβρόχθισαν το φαλικό τρυγόνι.
Στα μαύρα εσύ
στα μαύρα εγώ
στα μαύρα το μουνί σου.
Το πεπτικό μου όλο σαύρες
ψυχή υγρή
που έζεχνε σεξ και αυγά νοικοκυραίων.
Η μάνα μου ερχόταν πίσω με το μπιμπερό
να με ποτίσει λέξεις γάλακτος
το σπλάχνο της να μάθει
δισύλλαβα της κλειτορίδος
και ουρανομήκη χορικά.
Πως μουρμουρίζουν οι πονόψυχες καρδούλες.

Γκριμάτσες

grimatses

Όποιος αποκτά τις χαρές της ζωής με αφύσικο τρόπο καταλήγει πολλές φορές να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο.

Βάζοντας οι άνθρωποι πέτρα στο ερωτικό τους καζανάκι κάνουν οικονομία στο σεξουαλικό ζουμί και βάζουν φρένο στην ορμή και τις παλαβομάρες. Και οι άνθρωποι γίνονται χομπίστες καλοζωίας, συνήθως δίχως κόπο και ζωτικό μόχθο, καταλήγοντας στο αυτί του ψυχολόγου που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κουραστική μονοτονία.

Μέσα στη σκυθρωπή του απόγνωση ο μικροαστός της πόλης θα συναντήσει την αναπόφευκτη πλήξη των ενασχολήσεων που προσφέρουν μια μινιατούρα ευτυχίας επί χρήμασι.

Βολεμένος στο αίσθημα του τραγικού που γίνεται τραγέλαφος και γεννοβολά δράματα και δυστυχίες.

Τηλεορασάκιας έως θανάτου και τηλεορασόπληκτος έως τάφου χάνει μυρουδιές και πρωινές πάχνες.

Μα αν δε χάσεις το αίσθημα του τραγικού για να ζήσεις όπως ένα λουλούδι ή ένας βράχος ή ένα δέντρο, ταυτισμένος με τη φύση και ταυτόχρονα ενάντιά της δεν πρόκειται να ευτυχήσεις ποτέ.

Αχελώου και Στερεάς

kokoras

Ούρλιαξες, χάμω εκεί, στου Αχελώου την κοίτη.
Φοβήθηκες μην έρθει ο Αχέροντας, μωρό μου
μην έρθει ο μαύρος κόκορας,
ο ευθυτενής χασάπης.
Φοβήθηκες το εικόνισμα που θόλωσε
μη στάξει το καντήλι μου
λάδι καυτό στον πατραϊκό σου κόλπο.
Φοβήθηκες μη μαζευτούν στο δέλτα σου
ψαράδες για να κάνουν πυροφάνι
ολονυχτίς σιωπώντας μες στο πένθος τους
τρώγοντας ψωμί κι ελιές απ’ τα γυμνά λιοστάσια
τρώγοντας λέξεις θηλυκές που χύθηκαν στο πέλαγος
παραμονή οργασμού,
παραμονή της μάχης της Ναυπάκτου.

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.