ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαρτίου, 2017

Αχελώου και Στερεάς

kokoras

Ούρλιαξες, χάμω εκεί, στου Αχελώου την κοίτη.
Φοβήθηκες μην έρθει ο Αχέροντας, μωρό μου
μην έρθει ο μαύρος κόκορας,
ο ευθυτενής χασάπης.
Φοβήθηκες το εικόνισμα που θόλωσε
μη στάξει το καντήλι μου
λάδι καυτό στον πατραϊκό σου κόλπο.
Φοβήθηκες μη μαζευτούν στο δέλτα σου
ψαράδες για να κάνουν πυροφάνι
ολονυχτίς σιωπώντας μες στο πένθος τους
τρώγοντας ψωμί κι ελιές απ’ τα γυμνά λιοστάσια
τρώγοντας λέξεις θηλυκές που χύθηκαν στο πέλαγος
παραμονή οργασμού,
παραμονή της μάχης της Ναυπάκτου.

Πορτρέτο του καλλιτέχνη με τσεκούρι

kalitexn

Ζητάω λίγη μουσική
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Διαβάζω ένα ποίημα του Frost
για τον δρόμο που δεν πήραμε
και βλέπω τους κατσικογάμηδες
να διαπρέπουν στην πρωτεύουσα.

Άλλοι κουβαλάνε σάκους γεμάτους κονσερβοκούτια,
χαρτιά, φλούδια, μπουκάλια, αλοιφές για το έκζεμα.

Το Σύμπαν ενορχηστρώνει τους κραδασμούς του.

Ω! μούσα, στραγγαλισμένο θύμα τόσων και τόσων
ζητάω λίγη μουσική,
-εδώ στο κέντρο του κόσμου που είναι ο εαυτός μου-.

Φωτορομάντζο για σεμνές Κυρίες

variations1.jpg

Αλλά τον έρωτα δεν τον παραγγέλνει κανείς. Ο έρωτας είναι ένα καλάθι με φρούτα μπροστά από δυο κορμιά που περιμένουν να έρθει ο έρωτας. Να έρθει η πρώτη δαγκωνιά και το δάχτυλο για να σμίξει τις σάρκες εις σάρκαν μια. Για να σαρκωθεί ο άσαρκος χρόνος. Να έρθει ο γάμος παραμερίζοντας βίαια τη σιωπή.

variations2

Ο πρώτος χαιρετισμός εραστών. Η γνωριμία με τους χυμούς και τις χλωμές μέρες που τελειώνουν γρήγορα. Οι ερωτικές επιστολές που γράφω καθημερνώς. Δεν υπάρχει όμως το ωραίο συζυγικό κρεβάτι, με τα δαντελένια λευκά σεντόνια και τις γάργαρες υποσχέσεις του λυρισμού που αφήνουν τα βλέμματα πάνω στα γυμνά αιδοία. Είμαστε τα αιδοία μας. Εδώ αρχίζουν οι ερωτικές χειραψίες.

variations3

Εσύ κρατάς τον καθρέφτη κι εγώ τα λουλούδια. Ζω, λέει, κάτω απ’ τη φούστα σου. Όχι σε έγχρωμη τηλεόραση με ζόμπι γελαστά, με εικονικά σώματα που κινούνται στον κυβερνοχώρο. Ζω γλείφοντας με περιέργεια και δέος, σε στάση προσευχής. Εσύ κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη τη στιγμή που η γλώσσα μου και η κλειτορίδα σου γίνονται ένα. Εν το παν.

variations4

Εις το ανάκλιντρο η γραφή γίνεται ονειροπαγίδα. Σε καρφώνω όπως περνούν οι νυχτερίδες στις στοιχειωμένες πολεμίστρες, όπως μέσα στα ρήγματα βυθίζονται ασθένεια και θάνατος για να βγει σπέρμα και ζωή. Για να χύσω ξεδιάντροπα, πέραν κάθε συγκινήσεως. Σε αποπλανώ με δάκρυα στα μάτια. Σε καρφώνω. Παλινδρομώ. Η κόρη του ματιού σου μέσα στην κόλαση της άγνοιας. Ηδονή σαν μισοβγαλμένη απ’ το χώμα. Σαν βολβός ο πούτσος που ψάχνει το οξυγόνο του.

variations5

Ο κύριος που σε κρατάει αγκαλιά είμαι. Ο Κυρίαρχος ανίσχυρος σερνικός. Πάνω στα πόδια μου είσαι ένα θηλυκό χωρίς σχήμα, χωρίς ηλικία, θα μπορούσες να είσαι μια γριά ή ένα κοριτσάκι. Άνθρωποι πρωτόγονοι είμαστε. Θεατρίνοι με τρομαχτικές φωνές. Γουστάρουμε τον Απόλυτο Άλλο. Το Γαμήσι. Ουρλιάζουμε, ενώ τα άκρα μας τραντάζονται σα να έχουμε πάθει επιληπτική κρίση. Συνομιλούμε με Σφίγγες, Οιδίποδες και Πυθίες. Είμαστε Φύση. Δια παντός.

Κυριακή αργία

kiriaki argia

Σήμερα που είναι Κυριακή αργία
θα αφεθώ στη μαμά Αδρεναλίνη
και θα βγω να κατουρήσω στον
κήπο όπως κάθε Κυριακή αργία
χρόνια τώρα, θα κοιτάξω ξανά τα
μελισσάκια και θα ζηλέψω αυτά
τα πουλιά που με κάνουν να θέλω
να γράψω ποίηση σαν αφηνιασμένος
παμφάγος αγριόχοιρος που αδιαφορεί
για τα σκάγια και τους κακούς

Ιερή σχισμή Ή Ο Λόγος του θεού

courbe

Αν ο καλλιτέχνης δεν καταφέρει να κάνει τον θεατή ηδονοβλεψία, δηλαδή καλλιτέχνη, είναι σκέτος μπάμιας και αποτυχημένος όσο καλός ελαιοχρωματιστής ή φιλολογικάριος κι αν είναι.

Αν ο ποιητής ή ο επίδοξος γραφολάγνος δεν θέτει ερωτήματα στο ίδιο το βλέμμα του αναγνώστη, ε, τότε ας πασαλειφτεί σκατό και καρπούζι κατά τη Σαχτούρεια ακρίβεια της ποιητικής σύγχυσης.

Ξαναβάζοντας το ποιητικό μονόκλ του ρομαντισμού οι ύστεροι μαλακάσηδες ξέχασαν τα ερωτικά όργανα του ανθρώπου έξω απ’ το ποίημα και τον έρωτα έξω απ’ το φωταγωγό της συμβίωσης και της κοινής ζωής.

Όλα τα κινήματα απ’ τον Αρχίλοχο μέχρι τον σουρεαλισμό που του φόρεσαν καπότα οι ντόπιοι ελληνορθόδοξοι εκδότες, φέραν στο προσκήνιο την ανθρώπινη ανάγκη για ψωμί και γαμήσι, εκφρασμένη έξω από γραμματικούς κανόνες και ακαδημαϊκούς καθετήρες.

Ο τούρκο-αιγύπτιος διπλωμάτης Χαλίλ-Μπέης παρήγγειλε απ’ τον Κουρμπέ ένα απίθανο γυμνό, ζητώντας του να στιγματίσει τα αίτια της σύφιλης που είχε κολλήσει λίγο καιρό νωρίτερα στην Πετρούπολη.

Η Καταγωγή του Κόσμου του Κουρμπέ είναι στην πραγματικότητα ένα είδος τάματος για τη συμφιλίωση του Έρωτα και του Θανάτου. Των θετικών δυνάμεων του σεξουαλικού πόθου και της ηδονής και των αρνητικών δυνάμεων του θανάτου.

Η καταγωγή του Κόσμου δείχνει και την καταγωγή της τέχνης. Τον τρόπο με τον οποίο το ζωντανό και το νεκρό ανταμώνουν, αποδίδοντας καλλιτεχνικά την ίδια αρχή της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση μας με τη σεξουαλικότητα και τον πόθο.

Η έκφραση Καταγωγή του Κόσμου παραπέμπει ευθέως στη μητρική γονιμότητα και καταλήγει αποδίδοντας τιμή στο Αιώνιο Θηλυκό ως αμετάλλακτο παρελθόν και μέλλον όχι μόνο του ανδρός, αλλά του ανθρώπου.

Σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες δεν υπάρχει ούτε μια πρόταση που να μην περικλείει το σύμπαν.

Όταν λες «ο άνθρωπος», λες για τις μάνες που τον γέννησαν, τα πουλιά και τα κατσίκια που κατασπάραξε, τα χόρτα που έτρωγαν αυτά τα κατσίκια, τη γη που βλάστησε αυτά τα χόρτα, τον ουρανό που φώτισε αυτή τη γη.

Στη γλώσσα ενός ποιητή, κάθε λέξη θα πρέπει όχι απλώς να εκφράζει αυτή την άπειρη αλληλουχία των γεγονότων, αλλά να την εκφράζει μ’ έναν τρόπο απερίφραστο και ακαριαίο.

Οι φιλόδοξες και φτωχές ανθρώπινες λέξεις όπως σύμπαν, κόσμος, άπειρο, δεν είναι παρά απόηχοι της καύλας μας να ψαύσουμε την αιωνιότητα. Να γίνουμε αθάνατοι, δηλαδή θεοί. Μα ο λόγος του θεού των ανθρώπων είναι ο λόγος του ποιητή. Είναι ο λόγος που γίνεται ένα βουνό ή ένας ποταμός ή η διάταξη των άστρων.

Όμως στο πέρασμα των αιώνων τα βουνά ισοπεδώνονται και η πορεία ενός ποταμού εκτρέπεται και οι αυτοκρατορίες αλλάζουν και συντρίβονται και η διάταξη των άστρων μεταβάλλεται μεγαλειωδώς.

Όλα αλλάζουν στο στερέωμα. Κι όταν αυτό ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να το δείξει είναι ανάπηρος. Κι όταν ο ποιητής δεν μπορεί να το πει είναι μουγκός δεσμοφύλακας λέξεων. Κρέας για πούλημα ή σάπιο κρέας για τα σκυλιά.

Φεστιβάλ ποίησης Ή Πού χέζουν οι παίχτες στο σαρβάιβορ;

buk-3

Τα φεστιβάλ ποίησης και οι αναγνώσεις ποίησης κατάντησαν η πιο χυδαία πνευματική νεκροφάνεια ποιητών εκδοτών και μικροεμπόρων.

Μέσα στον ετερότροφο παρασιτισμό τους, οι κλίκες που επιφανώς έχουν διαπρέψει ως οπισθοαβανγκάρντ καλόγεροι του καταραμένου κέντρου των Αθηνών-βλέπε κωλόμπαρα και εναλλακτικά βιβλιοπωλεία-αυτά που, πρώην κνίτες που εγίναν αντικνίτες εν μια νυκτί αναγνώσεως Δημουλά, τώρα κονσερβοποιούν το σκατούλι τους και το βάζουν στο ράφι της καθημερινής μπανιστηρτζίδικης ουτοπίας.

Ψιλικατζήδες και γερογαμιάδες, κόμισες και κομισάριοι, γυρολόγοι με άποψη και λίμπιντο, κόρες βιοτεχνών και φιλάργυροι γαστρονόμοι, πυκνοπόγονοι νεολαίοι με πρόωρο γήρας-ακαύλωτοι διαχειριστές του εαυτού τους-,πλάνητες και πλανεμένοι καρβουνιάρηδες-μαυρισμένοι απ’ το υπερφίαλο τίποτα-αεροπτεριστές της εφήμερης πλην καθεστωτικής Αυγής, χρυσόφτερνοι κλακαδόροι, χοντρόκωλοι ακαδημαϊκοί σπεσιαλίστες τού κόπυ πέιστ, φιλόλογοι που σπούδασαν γηρατειά στα δεκαοχτώ, πρώην διευθυντές εκπαιδεύσεως παιδεραστικής κοπής, περιφερειάρχες και θυμωμένοι κομμωτές, ζεσταίνουν το πλεμόνι της ποίησης στο μεγάλο τσουκάλι της μαλακίας, ξαναγυρίζοντας στη μισοντυμένη αίσθηση ενός θαυμαστού εσωτερικού αυνανισμού πασπαλισμένου με τη διάφανη αχλή του βρωμοαρώματος του καταλυτικού τους γιοταχί που θα τους πάει στην ποιητική πλατφόρμα.

Παίχτες όλοι ενός ποιητικού σαρβάιβορ έτοιμοι για τρελές πιπίλες. Για αναγνώριση και χειροκρότημα την στιγμή που η εκσπερματική μοναξιά τους πιτσιλίζει τα πλήθη.

Το έπαθλον είναι εκατό χιλιάδες δάφνινα στεφάνια πασπαλισμένα με τσουτσουνόσκονη απ’ το Λίγο Του Κώλου. Ω! σύντροφοι, που δεν έχουμε συμφάγει ποτέ μαζί, πού χέζουν τελικά οι παίχτες του σαρβάιβορ;

Αγκαλιά

pasion

Ο εγκέφαλός μας είναι η παρωδία της ίδιας της ζωής. Ζούμε, αναπνέουμε, συνουσιαζόμαστε, παρωδώντας την περιστροφική κίνηση της γης.

Η σεξουαλικότητά μας πραγματώνει πεισματικά τη λήθη του θανάτου. Η αγκαλιά μας παίρνει το σχήμα του έρωτα και γίνεται κινητήριος δύναμη της συνεχούς μεταμόρφωσης.

Πεθαίνουμε για να ξαναγεννηθούμε. Χωρίζουμε για να ξανασμίξουμε. Κλαίμε για να μπορέσουμε να ξαναγελάσουμε.

Απλωμένοι μες στην ερωτική φρενίτιδα των αλλαγών γύρω μας παρωδούμε καθετί ιερό με τη σεξουαλικότητά μας.

Απ’ τον παιδικό θυμό και τη ματαιοδοξία της εφηβείας γλιστράμε στη γενεσιουργία της ενήλικης ζωής, τρέφοντας τις ρίζες και τους βολβούς, τα μάτια των νεκρών που η κυκλική κίνηση σπέρνει κάθε φορά στα πατρικά μας χωράφια.

Κομμουνιστικό Μανιφέστο Ή Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο

marx

Το σύστημα γραφής μου βασίζεται στον ομοιόμορφο χαρακτήρα όλων των ανθρώπων. Αν όλοι οι ποιητές υπέγραφαν τα έργα τους με μια και μόνη υπογραφή, «Ποίημα γραμμένο από τον Άνθρωπο», το πρόβλημα της διαφοροποίησης, της κατάταξης, της αξιολόγησης των ανθρώπων με βάση διάφορα μέτρα και σταθμά δεν θα είχε νόημα. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το ψωμί κι όχι το παντεσπάνι.

Αιρέσεις και Έρως

filim

Η ερωτική αλληλογραφία καθίστατο πολλές φορές ένα σπουδαίο σεξουαλικό μέσο. Ασφαλώς πρόκειται για μια λογοτεχνική μέθοδο, υπαγορευμένη απ’ τους κανόνες της λογοκρισίας αλλά και της ορθότητας που υπαγορεύει η κοινωνική υποκρισία.

Θα μπορούσε κάποιος εξωγήινος αρχαιολόγος στο μέλλον να καταλάβει, πως, τελικά κάθε αλληλογραφία-εκτός απ’ την επαγγελματική και την οικογενειακή-είναι δυνητικά πορνογραφική.

Όλες οι μακροσκελείς εκμυστηρεύσεις που ποντάρουν στην εχεμύθεια αποζητούν να οπλίσουν τις ορμές του κορμιού αφού αποτελούν συνήθως τα προκαταρκτικά της σεξουαλικής πράξης.

Ο γλωσσικός πλούτος του πορνογραφικού ασέμνου συνιστά την πιο σπουδαία διάσταση της πορνογραφικής αλληλογραφίας, την οποία ανακαλύπτουμε, συχνά μετά θάνατον, ακόμα και σε συγγραφείς με ελάχιστη σκανδαλιστική φήμη.

Κάθε ερωτευμένος μπροστά στο λευκό χαρτί και τις καύλες του γίνεται ποιητής. Αληθινός ποιητής και όχι ματαιόδοξος μαλακοκαύλης.

Η ίδια η αλληλογραφία γίνεται σεξουαλική πράξη που αυτονομείται. Το βασικό της εύρημα είναι οι ερωταποκρίσεις εν κενώ χώρο. Πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω στο λευκό πινάκιο της οθόνης βάζεις μιαν ερώτηση στα χείλη του άλλου και την απαντάς αυτοστιγμεί.

Ένας μυγιάγγιχτος αναγνώστης θα εξανεμίσει με φρίκη την ερωτική επιστολογραφία αλλά ένας εραστής θα την εκτιμήσει περισσότερο κι απ’ τη ζωή του.

Αυτή η αμιγώς παιγνιώδης ενασχόληση μας κάνει να πειραματιζόμαστε ελεύθερα και να παίζουμε με τον άλλο εντελώς ατιμώρητα.

Πάντα όταν γράφουμε απευθυνόμαστε σε κάποιον. Το γράψιμο εάν δεν έχει βάση τον ερωτισμό είναι γραφειοκρατία. Κι από γραφειοκράτες έχει γεμίσει το βρακί μας.

Ο Τζόυς υπερθεματίζει υπέρ αυτής της ηδονής που προσφέρει η γλώσσα στην άσεμνη εκφορά της.

Νόρα γλυκιά μου πουτανίτσα, γράφει, δίπλα απ’ αυτό τον πνευματικό έρωτα που τρέφω για σένα υπάρχει ένας άγριος και ζωώδης πόθος για κάθε εκατοστό τού σώματός σου, για κάθε απόκρυφο και αισχρό μέρος του. Θα ήθελα ν’ ακούσω τα χείλη σου να ψελλίζουν βρομόλογα εξαισίως ερεθιστικά, να δω το στόμα σου να βγάζει βρώμικους ήχους και θορύβους, ν’ ακούσω και να μυρίσω τις χοντρές και βρομερές κοριτσίστικες πορδές να αναβλύζουν από το όμορφο κωλαράκι σου, κοριτσάκι, και να γαμήσω να γαμήσω να γαμήσω δια παντός το μουνί σου φλογερό και γαμιόλικο πουλάκι μου.

Το φλουρί του διαβόλου

lefto

Την άφησα εκεί, άκαμπτη, μες στα λουλούδια, με την αλαζονεία της σμιλεμένη απ’ τον οργασμό.

Απ’ όλες τις εκδοχές αυτού τού κορμιού που τόσο αναστάτωσε τη ζωή μου καμιά δεν είναι τόσο άξια να την θυμάμαι όσο ετούτη εδώ η έσχατη εκδοχή.

Όταν τ’ απλουστεύει όλα το σκοτάδι κι η σιωπή οι μνήμες γίνονται συγκεχυμένες και οξύμωρες. Με το οξύμωρον σχήμα να αντιφάσκει μες στην οξύτητα και τη μωρία του. Σχεδόν πατικωμένο απ’ το σκοτεινό φως των γνωστικών και των αλχημιστών τον μαύρο ήλιο.

Και σκέφτομαι πως κάθε έρωτας και κάθε ερωτοτροπία είναι σύμβολο όλων των ερώτων που έλαμψαν κατά καιρούς στο στερέωμα της Ιστορία και του Πόθου.

Μέσα στον αμείλικτο και απρόβλεπτο χρόνο, που μπορεί να γίνουμε στάχτη ή χρήμα, ο έρωτας δεν παύει να συμβολίζει το δικαίωμα της ελεύθερης εκλογής μας.

Βγάζει τη γλώσσα σε όσους ζουν τα κουσούρια τους δραματικά, διογκώνοντάς τα και χορδίζοντάς τα, κάνοντας το βίο γελοίο και τερπνό.

Χαϊδευτείτε αντί να σκέφτεστε τον οβολό για το Χάροντα και τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα και τις δραχμές της Λαΐδος και τα νομίσματα με τους ανάγλυφους κοιμωμένους της Εφέσου και τ’ ασημένια φλουριά και τα χρυσά φιορίνια.

Δεν είμαστε σε θέση ν’ αγοράσουμε τίποτε. Μόνο το απόλυτο της κάθε στιγμής μας ανήκει, αυτή η άμεμπτη ορθότητα της δαιμονικής αναρχίας που μας αναλογεί.

Κι αποκοιμήθηκα καυλωμένος, μέσα σε δαιδαλώδεις διαλογισμούς, κι ονειρεύτηκα πως ήμουν εγώ το φλουρί που φύλαγε ο διάβολος κάτω απ’ το δέρμα του.

Λαγνεία πάρε τ’ όπλο σου

lagnia pare toplo soy

Όταν πάψουμε να ανανεώνουμε την εμπειρία γινόμαστε συμπαθείς καρικατούρες συσσώρευσης πόνου και συνήθειας. Καθιστόζωα που οδεύουν θριαμβευτικά προς τα απώτερα όρια της σπατάλης.

Οι αγάπες μας και οι έρωτές μας γίνονται εικονικά κτερίσματα μέσα στο λήθαργο των εξαρτήσεων. Τα μάτια ψιθυρίζουν και τα χείλη κοιτούν. Ζούμε με τις εμπειρίες των άλλων.

Οι ενορμήσεις του Έρωτα και του θανάτου, οι βυθισμένοι πόθοι, οι ανομολόγητες ενοχές, οι πικρές επιθυμίες γίνονται άφαντες λέξεις που σβήνουν μέσα στο μηχανικό οίστρο της επικοινωνίας εξ’ αποστάσεως.

Ανανέωση της εμπειρίας σημαίνει ακολουθώ κατά πόδας την ηδονή. Σημαίνει πως ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ο εαυτός μου πλάθει τον κόσμο των άλλων και πλάθεται απ’ αυτόν. Αφοριστική αθωότητα και αφορισμένη λαγνεία.

Λαγνικά πλησιάζουμε στα ρουθούνια μας τις κορφές των λουλουδιών και τις καύλες. Λαχταρούμε και η λαχτάρα μας λαχταρά. Η εμπειρία ζητά τροφή, αλλά και αίμα. Ζητά τη συνέχεια όπως μέσα στο ποίημα ο δαίμων εαυτός ζητά τη ζωή και τον μελωδικό της απόηχο.

Η εμπειρία είναι ένα αίτημα του Εγώ. Το Εγώ ζητάει την εμπειρία για να μη σβήσει ή για να μην πυρποληθεί απ’ την υποκρισία της ηθικής ορθότητας του μέσου όρου.

Όταν το σώμα απορφανιστεί απ’ τις ηδονικές του χρήσεις ξεπέφτει στα υποκατάστατα και την μαλακία. Ο καθήμενος άνθρωπος βαριέται να γαμήσει. Γαμάει στο τηλέφωνο ή στο μήνυμα. Έχει βαλσαμώσει τη μια και μοναδική εμπειρία και την έχει βάλει στο μουσείο της μνήμης.

Όλες οι ηδονές και οι λαγνείες πολτοποιούνται στα βιβλία και τις εικόνες. Οδηγούνται στην εξορία της αναπαράστασης και στις γεωγραφικές επικράτειες μιας αυτιστικής καλλιτεχνίας. Μιας έκφρασης των επινοήσεων και των διανοημάτων και όχι των αναγκών. Ενός ρομαντισμού της παραφροσύνης.

Εμπειρία σημαίνει αποδέσμευση από τη μια και μοναδική πραγματικότητα. Σημαίνει πως κάνω τη γλώσσα να βλέπει και να ποιεί. Να δημιουργεί ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή έρωτος μέσα στην ανίατη πενία της ζωής.

Μιλώ για ξεμοντάρισμα εδώ, των αξιών που μας καθορίζουν. Τον αξιών που μας βάζουν να πουλάμε τον εαυτό μας. Μακριά από κάθε νέα σκλαβιά, σαν να ορμά μέσα μας ο ήλιος, έκθαμβος και εκθαμβωτικός.

Γέλιο Κονσέρβα

gelion

Υπάρχει ένα σημείο καμπής στην αρχαία θεατρογραφία, εκεί όπου το γέλιο εξορίστηκε από την τραγωδία και ο θρήνος από την κωμωδία.

Εκεί που ο πολιτισμός μπλέχτηκε σ’ έναν δυισμό μεροληψίας υπέρ του νοικοκυριού. Σε μια απόχη σύγχυσης και σιωπής κεντημένη με το μελόδραμα της άρχουσας τάξης.

Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, οι κακορίζικες ψυχές και τα ανεξήγητα συμπλέγματα που παλαιόθεν προκαλούσαν γέλιο τώρα μασκαρεύονται την πονετική μουζικούλα της μελαγχολίας του θεατή.

Η τραγωδία που ήτο τρυγωδία και γιορτή την εποχή του τρύγου και του ερωτισμού έγινε μια τέχνη αυτόνομη και κερδοφόρος για τηλεθέαση και διοπτροφόρους μύωπες κριτικούς θεάτρου. Από λαϊκή τέχνη του αγροβουκολικού αισθήματος έγινε προίκα των ακαδημαϊκών και των τσαρλατάνων.

Άρχισε να εκλογικεύει τις συγκινήσεις, να χειραγωγεί και να ταμιεύει θραύσματα κυριαρχίας στα ανοιχτά μυαλουδάκια των θεατών που θέλαν αίμα, δάκρυα και ιδρώτα για να διαβούν το Ρουβίκωνα της ψευδαίσθησης.

Εκεί που πρώτα όλοι ήταν ηθοποιοί και θεατές μαζί, υπακούοντας στον οργασμικό ρεαλισμό της φυσικής ζωής τώρα το μελόδραμα της κυρίαρχης τάξης κούμπωνε πάνω στο διψασμένο πνεύμα για συγκινήσεις.

Όλοι οι δαίμονες της συνείδησης ξυπνούσαν για να αποδώσουν δικαιοσύνη. Αντί για τη γελοιοποίηση της δικαιοσύνης που μεροληπτούσε υπέρ του δυνατού έφτασε η θεία δίκη και ο από μηχανής θεός.

Η τέχνη γινόταν τότε το πρώτο οχυρό εναντίον κάθε εξωτερικού εχθρού. Οι πολίτες τότε και οι εθνικοί σήμερα αντί για σπαρταριστά γέλια ζητούσαν έπος και καταστροφή. Δύναμη και επίδειξη δύναμης.

Η κωμωδία και το ευτράπελο θαφτήκαν κάτω απ’ τη λάσπη της Αθηναϊκής δημοκρατίας για να έρθει μια και καλή ο Βυζαντινός βόθρος και να την εκφυλίσει ακόμα περισσότερο.

Όλα τα επιτεύγματα της μεγάλης τέχνης του θεάτρου της αρχαιότητας ήταν η παράγωγη λαϊκή κουλτούρα, χωνεμένη στα λαμπρά μυαλά των ποιητών.

Την εποχή που όλοι οι δημοκράτες-όπως και σήμερα άλλωστε-διέθεταν τη σαπιοκοιλιά της μνησικακίας, το θέατρο διαμόρφωνε τη νέα ηθική και την νέα τάξη πραγμάτων.

Απ’ τους κυνικούς που διακήρυσσαν πως ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όρθιο έντερο που απ’ τη μια τρώει κι απ’ την άλλη χέζει περάσαμε στον εσωτερικό κόσμο και τον ψυχολόγο. Κάθε μαλάκας έχει ψυχολογικά προβλήματα. Και κάθε κόπανος μανιοκατάθλιψη.

Οι αμερικάνοι ως συμπαθητικοί βλαχοφασίστες εκτός τού ότι καυλώνουν τη Σώτη Τριανταφύλλου επινόησαν το τρομερό γέλιο κονσέρβα.

Μια μνημειώδη ιδέα που καταδεικνύει τον ιλαρό κονστρουκτιβισμό της διασκέδασης του σύγχρονου κόσμου. Γελάστε γιατί γελάνε. Διασκεδάστε γιατί διασκεδάζουν.

Το συλλογικό αυτεξούσιο φαιδρύνεται σε βαθμό παροξυσμού.

Μα το γέλιο έχει να κάνει με σπλάχνα και αρτηρίες. Με εισόδους και εξόδους αέρα.

Το γέλιο βγαίνει από τ’ άντερα, γι’ αυτό και η Συλβί Πλάθ στο γερό-Πανικό της, ακούει το γέλιο του Διευθυντή της κλινικής να σφυρίζει ανεβαίνοντας απ’ τα βάθη του εντέρου που είναι διπλωμένο σαν τις φέτες του ακορντεόν.

Πρελούδιο για γυμνό κορμί και σφυροδρέπανο

preloudio

Και τούτα τού στόματός σου τα βασίλεια
τι θρεφτάρια!
Τι πιρουέτες μιανής που με νανούρισε
με κόκκινα σφυριά και κόκκινα δρεπάνια
ζωγραφισμένα με κραγιόν στην ωμοπλάτη.
Ζωσμένος πενιχρά λογάκια ένδοξα
Ζεματιστές θωπείες
Σκάβοντας και ξεσκάβοντας
Το φόβο για τη νύχτα και το αύριο
Τα σκέλια στους αφρούς
Και τη Σελήνη βδέλλα, να φωτίζει
τους εραστές που βγήκαν με τα λάστιχα νυχτιάτικα
για να ποτίσουν τα χασίσια της καρδιάς.
Είσαι γενναίος πούτσε μου και σίγουρα
δε θα δειλιάσεις
στην παρουσία του Δαίμονα μπροστά
και του Θανάτου.

Διάσημοι και Μαχητές Ή Μαγειρεύοντας τήν ταξική σούπα

images-3

Η φωνή του διαφημιστή τελετουργική και μπάσα, εκθειάζει με ευφράδεια ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου. Μοντέρνο, οικονομικό, ταχύτατο.

Ο Σολομών είπε κάποτε: Και ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Όπως λοιπόν ο Πλάτων φαντάστηκε ότι πάσα γνώσις δεν είναι παρά ανάμνησις, έτσι κι ο Σολομών αποφάνθηκε ότι παν καινόν δεν είναι παρά λήθη.

Ως γνωστόν, οι Λατίνοι χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη για το ανακαλύπτω και το επινοώ. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την πλατωνική δοξασία, ότι δηλαδή το επινοείν, το ανακαλύπτειν, δεν είναι παρά ενθυμείσθαι.

Ο Φράνσις Μπέικον συμφωνούσε ότι η γνώση είναι ενθύμηση και η άγνοια είναι να ξέρεις να ξεχνάς. Όλα εδώ είναι, αρκεί να μπορούμε να τα δούμε. Μα οι άνθρωποι, οι θνητοί εμείς, χάνουμε την όρασή μας και νομίζουμε πως βλέπουμε αλλά είναι η τύφλα μας που βασιλεύει.

Και λέει ο Κάλβος που γίνεται εύκολα Κάβλος και Καβλός: «Πως, πως στο χώμα της ταλαιπώρου πατρίδος φύτρωσαν τόσα καρφιά και τυραννούν τα πέλματα».

Και βεβαίως το ερημικό σπέρμα των ποιητών δεν βρίσκει ποτέ την κατάλληλη σχισμή. Ο ποιητής ξέρει από καρφιά γιατί δεν πούλησε την όρασή του. Έχει πατήσει καρφιά και έχει δει να πατάνε καρφιά. Και σπασμένα γυαλιά και θρύψαλα.

Ο ποιητής που ξέρει μιλά, αλλά η μιλιά του χωνεύεται στις εγκαταστημένες επί πυγής, τουτέστιν στις κωλοτρυπίδες των Διάσημων και των Μαχητών.

Ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δύο. Γιγάντιες διαφημίσεις ιδρωμένων κορμιών ως απόπτυσμα ενός χεσμένου ελληνικού Σταρ Σύστεμ.

Θέαμα για τα παιδάκια, τα ροδαλά υπερ-παιδιά ενός παιδοκεντρικού πλανήτη που θα καθίσουν ανακούρκουδα κατεβάζοντας το βρακάκι τους για να αφοδεύσουν την τελευταία πίτσα που τα έθρεψε. Το τελευταίο χάμπουργκερ και την τελευταία κόκα κόλα.

Κι ύστερα θα μεγαλώσουν ξαφνικά και απότομα. Θα πάρουν πτυχίο και θα συντάξουν βιογραφικά βίου ατέρμονου εσωτερικού αυνανισμού δεξιοτήτων. Θα πάρουν το όπλο του μπαμπά και θα βγούν για κυνήγι.

Θα καβαλήσουν τους τέσσερις τροχούς της αιωνιότητας και της μονότονης επανάληψης των πάντων. Εισπνοή και εκπνοή. Συνέχεια της ζωής με όλες τις εναλλασσόμενες μορφές του αφανισμού και της αναβίωσης.

Με την πάροδο του χρόνου η συνήθεια γίνεται μεταχειρισμένη βακέτα.

Σχηματιζόμαστε και διαμορφωνόμαστε απ’ αυτό που αγαπάμε, κι αν αυτό που αγαπάμε μας το επιβάλουν, τότε κάποια στιγμή θα το σκοτώσουμε.

Θα στουκάρουμε με όλα τα χίλια άλογα της μηχανής μας πάνω στην κοινωνία που αμέριμνη κατουράει στον καμπινέ, νομίζοντας πως το κακό είναι αλλού.

Θα γίνουμε βλήματα και υπερόπλα, πυρακτωμένα καυλιά από λαμαρίνα, τρέχοντας κατά πάνω στη φλεγόμενη μήτρα της μαμάς και την υπερπροστασία των υγρών της.

θα γίνουμε ένα με όλους. Η ταχύτητα μας φέρνει πιο κοντά. Ο κόσμος τρέχει. Τρέξτε παιδιά. Διάσημοι και Μαχητές. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε.