ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Αdagio

demon

Η λογική και ο ορθός λόγος αποτελούν μέρη της φύσης και ελέγχονται απ’ αυτή. Ο άνθρωπος για να γίνει ισχυρός πρέπει να ξαναβρεί τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην δικαιοδοσία των φτωχών ανθρώπων.

Όσοι από μας τους φτωχούς πιστέψουμε στη χαρά και στις νυφούλες που ανακατεύουν με τα δάχτυλα το ερωτικό στάρι θα κατακτήσουμε άνευ πολέμων και οιμωγής τη Βασιλεία των οργασμών.

Θα γίνουμε Άγιοι ισχυροί ποιητές και ποιήτριες που θα σέβονται το μουνί και τον πούτσο. Δηλαδή των άνθρωπο. Που οι θρήνοι μας δεν θα είναι μυξοκλαψιάρια στιχάκια αλλά πυρωμένες βελόνες στ’ αυτιά του άδειου μεταφυσικού κενού και της κάθε φιλελεύθερης πίπας που θέλει ανταγωνισμό και θεοκρατία.

Θα γίνουμε εραστές ποιητές και ποιήτριες, φτάνοντας στις λέξεις όπως η φύση φτάνει τους χυμούς της στα ξερά κλωνάρια.

Ασφαλώς ο φτωχός άνθρωπος υποφέρει, στην καρδιά του στο συκώτι του, στα κόκκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος, μα είναι ανθάκι μέσα στα αιχμηρά αγκάθια και τους θανάτους.

Την μεγάλη καρδιά του φτωχού την καίει η γη του που καίγεται με λάμψη. Τα ηλεκτρισμένα της νερά, τα δέντρα και τα χορτάρια που μυρίζουν σαν πύρινες γλώσσες, οι δρόμοι, τα σπίτια, οι θερισμοί, τα σχήματα, όλα τα πρόσωπα τού ανθρώπου, αναστατωμένα, σκεβρωμένα, παραμορφωμένα με εξογκώματα σαν να εκφράζουν μια κάποια υπόγεια συναισθηματική πυρκαγιά.

Οι φτωχοί αυτού του πλανήτη θα πλουτίσουν αν απομυθοποιήσουν την επιτάχυνση του σάπιου κόσμου που τους θέλει φτωχούς και καταφρονεμένους.

Αν απομυθοποιηθεί η επιτάχυνση οι άνθρωποι σ’ ανατολή και δύση, σε βορά και νότο, θα επιβάλουν περιορισμούς στα εργαλεία τους, περιορισμούς που θα τα κάνουν όργανα απελευθέρωσης και χαράς.

Μια απελευθέρωση φτηνή για τους φτωχούς αλλά που θα κοστίσει ακριβά στους πλούσιους. Μια απελευθέρωση δαιμονική πάνω απ’ το σωρό με τα χαλασμένα ρολόγια και τα ερείπια και τους τσιμεντένιους τάφους της Συρίας.

 

Απρίλης μες στο στόμα σου

pica

Τώρα που μας χτυπούν, κορίτσι μου, αλύπητα οι λέξεις
και νιώθω το τίναγμά σου πάνω μου
την αγκαλιά σου χιαστί στην ωμοπλάτη
να μού συστήνεται ως Λίμνη Αμβρακία
με όλα τα συναφή τσουλιά της γαλανόλευκης.
Να ξεστομίζω εγώ τη λέξη εκδρομή
τη λέξη Απρίλης μες στο στόμα σου
να στέλνω κάθε τόσο με τη γλώσσα χαιρετίσματα στη μήτρα σου.

Πλάνητας ειμί, από πολέμους άσχετος μα πολεμοχαρής
-δάχτυλο στόμα σπυριασμένο αυτί πανωλεθρία-

ξεφλουδισμένος πέρα ο κόσμος, τον κοιτώ να μας σουτάρει
εδώ δίπλα στη βόμβα της Ανοίξεως
στους κάλυκες
στον αγαθό αφρό που κελαρύζει όλο γύρη αποτρόπαια
όλο αφήνοντας σαν το πουκάμισο φιδιού
το ερωτικό λαρύγγι μας ανάμεσα στις πέτρες