Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

sfaliar

1η δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικά DADA

Εδώ αρχίζουν τα έργα της Ιεχωβάδικης λογικής. Αυτή η φουσκονεριά, αυτή η ναυτία. Αυτοί οι ιμάντες από θέαμα και υγρασία και μοναξιά. Δυο άντρες στο άντρο τους, μοιράζουν φυλλάδια με λόγια του Χριστού.

Ο Χριστός είπε πως η αγάπη είναι το εσώρουχο της ψυχής. Μα η ψυχή μου είναι θηλυκιά κοπέλα χριστούλι μου και το σουτιέν της και το βρακί της είναι αγάπη. Είναι το άρωμά μου σα να λέμε και το κλειδί της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που με κορώνει και με διαπερνά.

Καμιά λογοτεχνία και καμιά λογική. Οι κομψοί φραμπαλάδες απλωμένοι εκεί στα σχισμικά έγκατα και τα βυζιά και τις ρόγες. Πηδάλια εκσπερμάτωσης και βυρσοδεψία. Κιλότες σχεδιασμένες απ’ τις διάνοιες της ανελέητης Ορθοδοξίας των συμπαντικών υγρών.

Ανελέητα πένθη του Γιαχβέ κεντημένα με τις κλωστούλες της ανάσας μου. Ένστολοι φρύνοι εμείς οι κατά βούλησιν γαμιάδες. Εμείς που απ’ τ’ αυγό μας όταν βγαίνουμε μυρίζουμε κρίνους και πούτσους και μουνάκια.

Ω! ψυχή μου εσύ, ένας αχερώνας γεμάτος καλοξεραμένο άχερο και χόρτο, και μες στη μέση μια μεγάλη φωτιά από ξύλα που πετά σπίθες και φλόγες σ’ όλο τον αχερώνα.

Με καίει, με πυρπολεί, με ποθεί. Η παρουσία της με σάρκα και οστά φωτίζει τα εκθέματα. Κομπινεζόν, κολάν, κάλτσες, σλιπ και φανελάκια. Αντικείμενα ορφανά χωρίς αυτήν. Χωρίς την ψυχούλα και την ψίχα της.

Ο Σφαλιάρας και ο Πετσοκοκεφτές μοιράζουν φυλλάδια στο Μοναστηράκι. Το ιερό καθήκον τους είναι να με κάνουν να πιστέψω. Μα ο Χριστός είπε, δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, ή σώστε με αμέσως ή σταυρώστε με.

Και τότε ξεσπάει μια θύελλα ντανταϊστική στην αρχαία αγορά. Τουρίστριες αμερικάνες, γυναίκες μαλλιαρές. Η πτώσις της τιμής των εσώρουχων αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των οργασμών. Ντύστε καριόλες τις ψυχές σας. Βρακάκια και βρακιά λογιών-λογιών.

Ω! ψυχούλα μου βρακώσου, για να’ ρθει ο εραστής σου ο Ιησούς. Εδώ πωλούνται κιλότες για σκίσιμο, ερωτικές κασέτες με παρτούζες και πιπίλες. Εδώ ο Γιαχβέ μιλά με τσιτάτα και ρητά. Λίγο πριν μπει ο κοσμάκης να ψωνίσει με τα μάτια έρωντα και λουλουδιασμένη Ιτιά. Λίγο πριν περάσουν ανάμεσα απ’ τον Σφαλιάρα και τον Πετσοκοκεφτέ. Και εις την πλατεία Αβυσινίας δουν από δεύτερο χέρι χάντρες και φυλαχτά.

Εκεί που ο Γιαχβέ θα με κάνει αρχηγό του κράτους των ψυχών. Μόδιστρο κάθε ψυχούλας. Εκεί που θα με ονομάσει πρόεδρο του Σώματος πυροσβεστών της καυλωμένης οικουμένης, εκεί που θα με κάνει Λυκειάρχη και Λύκο, εκεί που θα με διορίσει επόπτη του Νεκροτομείου Οργασμών.

Εκεί που θα μ’ αφήσει να βλέπω τις ψυχούλες να στριφογυρίζουν σ’ έναν φαύλο κύκλο. Και θα τους κάνω κήρυγμα εγώ. Εγώ ο μετεμψυχωτής κάθε διάνοιας. Εγώ, που θα τους λέω: Ψυχούλες, μες στο κλουβί έχει τροφή. Λίγη, ωστόσο έχει τροφή. Έξω όμως απ’ αυτό έχει απέραντη μονάχα ελευθερία.