ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Μαΐου, 2017

Εικονογραφία ζεύγους εν ηδονή

topor-souffle

Καταναλώνουμε σαν ξόανα αυτή τη γραφή της καταχνιάς των σοφών πάνω στους αιώνες και τιναζόμαστε αλαφιασμένοι μες στον ύπνο μας, έχοντας την αίσθηση του ροκανίσματος του ανθρώπου μες στο ίδιο μας το στόμα.

Συναντιόμαστε στο αρχέγονο δάσος της καταβρόχθισης. Εξολόθρευση αντί για απόλαυση. Πόλεμος αντί για έρωτα. Ελεύθερη πτώση και αυτοκτονικές τάσεις αντί για κωλοτούμπες και παιχνίδι.

Ακολουθώντας τα χνάρια της ανθρώπινης ματαιοδοξίας θα βρούμε μέσα στην τυπική θεατρική ατμόσφαιρα της συμβίωσης ανθρώπους που για το συμφέρον τους ακολουθούν τους ίδιους νόμους και φορούν με πάσα ειλικρίνεια τη μάσκα τους.

Η ζωή που κυλά ανάμεσα στο ζεστό ψιθύρισμα των ηδονών και στο άρρωστο κενό της συγκομιδής των θανάτων γύρω μας, διαθέτει πάντα ένα γερό χαρτί για να διαιωνίσει το τετραπέρατο ανθρώπινο ον.

Αυτό το πλάσμα που μπορεί και σκέφτεται άρα και να επαναστατεί. Που μπορεί να γίνει ποιητής, δηλαδή τρελός χωρίς το ζουρλομανδύα του.

Υπάρχει πάντα μια εποχή που ένας καλόγερος ξυρίζεται. Δε διαρκεί όμως για πολύ. Σε λίγο επιστρέφει στη γενειάδα του. Όλοι οι σοφοί κάποια στιγμή επιστρέφουν στη γενειάδα τους.

Γι’ αυτό υπάρχει το ποίημα. Γι’ αυτό υπάρχει ο εραστής και με μια κραυγή μέσα στους αιώνες επιβεβαιώνει τον αντιφατικό του βηματισμό.

Βροντοφωνάζει πως: Αυτό το ποίημα κι αυτός ο έρωτας είναι μονάχα μια πρόφαση. Με σώζει απ’ το θάνατο. Εδώ υπάρχω εγώ!

Εδώ είναι το βασίλειο της ελευθερίας μου. Εδώ βιώνω την εμπειρία της ηδονής που όποιος την καταναλώνει με μέτρο και νόμους δεν την φτάνει ως τα κατάβαθα του εαυτού.

Εκεί όπου η μηδαμινή στιγμή νικά την αιωνιότητα του θανάτου κι εκεί που ο σοφός είναι σοφός γιατί ανοηταίνει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Γίνεται έφηβος και νεολαίος και μαλάζει ερωτικά με τη χούφτα του την ψωλή του και το ροδαλό αιδοίο, γνωρίζοντας τα πάντα για μια στιγμή, μέσα στους αστρικούς βάλτους που αιμορραγεί ακόμα και η πιο αλαφροΐσκιωτη παρθενιά.

Tattoo

salvador-dali-tattoo

Τα σύντομα πάθη μας είναι πάθη γηροκομείου. Όμως τα πάθη της μέθης, το να τρως δηλαδή, λυσσωδώς, τα νύχια σου μέχρι το κόκκαλο και να σκορπίζεις το σώμα σου στην εξαγνιστική γενετήσια ανάγκη των πάντων είναι πάθη άλλων υπάρξεων που είναι πιο κοντά στο λιασμένο ένστιχτο και όχι σε κάποιο προθανάτιο Νενικήκαμεν.

Σ’ ένα παραμύθι για το Βούδα, ένας νεαρός πρίγκιπας ταξιδεύει μέσα στο δάσος. Μια άσχημη ξηρασία είχε στερέψει τις πηγές και οι όχθες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άμμος και πέτρες και φύλλα αποτεφρωμένα απ’ το σάτυρο ήλιο και την αναβροχιά.

Εκεί στη μέση της ερημιάς, ο πρίγκιπας βλέπει κοντά του σε μια απόμερη συστάδα μια πεινασμένη τίγρη να αργοπεθαίνει περιτριγυρισμένη απ’ τα μικρά της.

Η τίγρη τον βλέπει και τα μάτια της λάμπουν με τη φοβερή επιθυμία να ορμήσει πάνω του σχίζοντας τη σάρκα του στο μέρος της καρδιάς, ταΐζοντας μ’ αυτή τα μικρά της που δεν μπορεί πια να θηλάσει και τα οποία όπως κι εκείνη, θα πέθαιναν της πείνας.

Όμως είναι αδύναμη και κοκαλιάρα, ανίκανη να σηκωθεί και να του ορμήσει. Ξαπλωμένη, αξιολύπητη στη μητρική της απελπισία και στην επιθυμία της για ζωή.

Τότε ο νεαρός πρίγκιπας, με ατάραχη συμπόνια, βγαίνει απ’ το δρόμο του και πλησιάζει την τίγρη, που δεν μπορούσε να τον φτάσει και της δίνεται σαν τροφή.

Χιμά εκεί στα κοφτερά ακόμα δόντια για να ξεσχίσει τις σάρκες απ’ τα κόκκαλα, με μιαν απόκοσμη δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική αποσάθρωση των αρμών της ανθρώπινης δέσης.

Ο νεαρός πρίγκιπας θα ομοιωθεί με το κρώξιμο ενός κοράκου, ο ίδιος ένα πάθος που ολοφύρεται στους αδένες μιας φύσης που αναρριχάται πάνω της η τίγρη.

Ο νεαρός πρίγκιπας ως παντεπόπτης οφθαλμός, έτοιμος να καταβροχθιστεί για να θρέψει το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο μιας άγριας μητέρας φύσης.

Η νεότητα και το πάθος για ζωή που θα αναστήσει τα αυριανά τέρατα.

Μακριά απ’ τα σύντομα πλαστικά μας πάθη ο νεαρός πρίγκιπας δίνεται στο ένα και μοναδικό του πάθος. Στη ζωή, που θα τον κατασπαράξει, αυτή την άγρια τίγρη που θα της χαριστεί ως μανιακός εραστής μέχρι να γίνει αφρός και ξύγκι στα σπλάχνα της.

Εξηγώντας στην κόρη μου γιατί οι άνθρωποι γαμάνε καρπούζια

karpoyzogamia

[Ο καλλιτέχνης Τότσικας επί το έργον] 

Οι άνθρωποι, εμείς, κατασκευάζουμε νυχθημερόν δράματα και ιστορίες γεμάτες θυμό, αμηχανία, ευθυμία, σπέρμα, αίμα και λοιπά.

Απ’ τους αρχαίους δασκάλους των κοινωνιών, που τις ξεσκάτιζαν καραβιές δούλων, μέχρι σήμερα έχει χυθεί πολλών κουβάδων νερό στον ιδιωτικό μύλο της συναισθηματικής ανάγνωσης.

Η κριτική της πίστης στο υποτιθέμενα αμετάβλητο αυτό σύστημα, που απ’ τους νόμους και τα συντάγματά του υπέρ του ανθρώπου, ξεπηδά πολύ εύκολα στους νόμους και στα συντάγματα της ζούγκλας, καθίσταται πολλές φορές ανήθικη, ανάρμοστη, κακόβουλη, περιττή και αγενής.

Η αγορασμένη διανόηση απ’ το κράτος και τους θεσμούς, οι νάρκισσοι κωλογλείφτες της εξουσίας, που φωτογραφίζονται και συνεντευξιάζονται ακόπως με τις αριστερές τους ευαισθησίες, που στην πραγματικότητα είναι υποκριτικός κωλοπαιδισμός, μας στήνουν στον τοίχο καθημερινά.

Μα δεν μπορείς ποτέ να σκοτώσεις την αλήθεια και την καύλα.

Οι βαρόνοι της πνευματικής κοκαΐνης που βαυκαλίζονται με πνευματικές μαλακιούλες ξέρουν πως στο τέλος το εμπόριο θα τους πλακώσει.

Ξέρουν πως η αλαζονεία τους είναι ιδεολογική τύφλωση και ηθική δειλία.

Ξέρουν πως τα δικά μας καυλιάρικα ποιήματα ούτε μπορούν να τα ζήσουν ούτε μπορούν να τα γράψουν. Γι’ αυτό τα κυνηγάνε και τα σβήνουν, νομίζοντας πως θα τα εξαφανίσουν, μα οι σπόροι της διάθεσης για έρωτα και επανάσταση είναι οι σπόροι της ζωής που ξεφυτρώνουν ακόμα και στη πιο σκληρή άσφαλτο.

Η αληθινή λογοτεχνική ερωτογραφία είναι η επαναστατική λογοτεχνία. Αυτή που χωρίς καμιά αμφιβολία θα σου δημιουργήσει μια σωματική εντύπωση κι αυτή που θα σου προκαλέσει μια συγκίνηση σωματικής τάξης.

Γιατί είναι προφανές πως όταν συμμετέχουμε σωματικά σε μια ανάγνωση δεν συμμετέχουμε αφηρημένα με την άκρη του μυαλού, αλλά επιδρούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, προκαλώντας ανεπαίσθητες διεγέρσεις, ενεργοποιώντας τις πιο βίαιες αλλά και τις πιο θετικές αισθήσεις που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες.

Η σκλαβιά και η απόλυτη υποδούλωση της σημερινής κακομοιριάς έχει έναν και μόνο εχθρό. Τον ερωτισμό.

Η σύγχρονη επαναστατική λογοτεχνία καταδεικνύει τις δυο όψεις μιας συνωμοσίας που έχει να κάνει με το βλαβερό. Γιατί είναι απολύτως υγιές, μιλώντας σε σωματικό επίπεδο, να αφήνεσαι στην ερωτική γλύκα του χαρμόσυνου μυστηρίου της ηδονής απ’ το να παθαίνεις κύρωση του ήπατος πίνοντας αλκοόλ.

Πολλοί μαλάκες ποτίζουν τα σπλάχνα τους οινόπνευμα και αυτοπυρπολούνται παίζοντάς το καταραμένοι. Μα το αλκοόλ είναι η νόμιμη κατεστημένη πρέζα. Το κατεστημένο σε σκοτώνει αργά, νόμιμα και παστρικά.

Πολλά καφενεία, ουζερί και μπαρ είναι γεμάτα με ηλίθιους αλκοολικούς που νομίζουν πως είναι και αντισυστημικοί. Οι ιστορίες τους είναι η λογοτεχνία του ξερατού και της κακομοιριάς.

Αν μπορούσαμε να έχουμε τον έρωτα-που μας τον στερούν, το κράτος και η εκκλησία, οι πιο σκληροί μηχανισμοί από καταβολής οργασμού-τόσο εύκολα όσο ένα ποτήρι βιομηχανική μπύρα ή ένα πακέτο Marlboro, κι αν είχαμε τη δυνατότητα, όπως συμβαίνει με το αλκοόλ και το τσιγάρο, να τον απολαύσουμε καταμεσής μιας πλατείας χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τον κλείσουμε σε μια ρυπαρή κάμαρα, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία θα εξαφανίζονταν τάχιστα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν κακή λογοτεχνία και πίνουν τόνους αλκοόλ και καπνίζουν ολόκληρη τη χημική βιομηχανία επειδή δεν γαμάνε.

Κανένα πλάσμα του σύμπαντος δεν έχει καταδικαστεί στα δεσμά της μονογαμίας και της αγαμίας και της κακογαμίας όσο ο άνθρωπος, επειδή έκανε συμβόλαιο με το θεό και το κράτος και την υποκριτική κοινωνία που κρύβει τις πουτανιές της κάτω απ’ το χαλάκι του νοικοκυριού.

Να ακούτε λοιπόν παιδιά μου, πάντα, την ιερή ευχή που ξεπηδάει απ’ τα ερωτικά ποιήματα. Άντε Γαμηθείτε.

Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει

iskepsi

Έχω μου σκέψη
Απ’ το νεφρό μέχρι το δόντι
Η σκέψη σου μ’ έχει μουσκέψει
Ενδοστρεφής από λαγνεία
Λαγνεύω κάποιου κράλη Συμεών το βλέμμα
Καθώς χυμούν συνδικαλίστριες ορμόνες
Στο υπουργείο σπέρματος
Στάζοντας λήθη η πότνια βάτος
Κι ο εγκέλαδος στάζοντας φτυσιά στην απληστία του Χάους
Αχ! σε τι κοχύλια μ’ έφερες
Και πας τη μια του θανάτου
Και πας την άλλη καταπάνω του φαλλού
Χλευάζοντας τα επίγεια
Σκαμπανεβάζοντας στο άπειρο της ηδονής την ανασούλα σου
Των σπλάχνων σου το άσπρο αλατάκι
Στ’ αγριολίθαρα
Τ’ ασπράδι σου στους όρχεις μου
Τι σαρκασμός!
Τι ονείρωξη!
Το χούγια φεγγοβόλα!

Ποίημα μειλίχιον οπωροφόρου οργασμού

milixio

Οργασμέ, μη σταματάς
αν σου κάνει ωτοστόπ το κορίτσι του Μάη
Ξεκίνησα οσιομάρτυρας
δικαιούχος ανασούλας απ’ την τρυφερή καρδιά της
ίσα για ν’ ακούσω λυγμούς και στήθος που κοιμάται
Να ανασαίνει
παίρνοντας τον πρώτο χόχλο η γλειψιά στις ρόγες
Οργασμέ από δίψα και ένδοξη παραφροσύνη
Οργασμέ που πύρωσες τη χούφτα μου διαλεκτική σχισμής
Τη γλώσσα αγριόγατα να παραφυλάει τη στύση
Βάζοντας το ερωτικό της φεγγαράκι ολοπόρφυρο
στην πιο βαθειά μου τσέπη
Όπως σουγιάς μπηγμένος στην κοιλιά του μηδενός
Όπως στάζει ο ήλιος τη χλομάδα του στα τρομαγμένα μάτια
Όπως βουλιάζει ανίδεη στους πόνους της αγάπης μια παιδούλα
με το δάχτυλο ξανά
μέχρι να έρθει ο πρώτος εραστής
να διακορεύσει ο λεχρίτης
δια παντός της παρθενίας την ψευδοκτρατορία
εκτινάσσοντας εκείνα τα μονοσύλλαβα ζουμιά
προς τους κολάφους

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη

lorka

Αίμα πηχτό και γεύση από χείλη, σήμερα
που οι κανίβαλοι ξύπνησαν νωρίς και
θυμήθηκαν το Λόρκα ποιητή στη Νόβα
Γιόρκη, να κρούει συνέχεια τη λύρα του
ως Ορφέας αγοραφοβικός ξενυχτισμένος
με αγόρια που τραγουδούσαν το δόξα εν
υψίστοις μες στης ύλης τα πυρηνοστάσια
με τα μαμόθρεφτα γύρω να τρέχουν να
προφτάσουν τις μετοχές και τη λαγνεία.
Αβανταδόρος κάθε ανυποψίαστου, σαΐτες
πετώντας στο χάρο μέσα του, όπως στην
εθνοσυνέλευση των διαβόλων οι ποιητές
υπερασπίζονται την ύπαρξη, όπως φαιά
καταχνιά μας σκεπάζει απ’ τους βουβαμένους
ουρανούς κι η μνήμη ελάφι που πάει να ξεδιψάσει

Σημείωμα περί ελευθερίας Ή Όταν οι αστοί παίζουν το πουλί του Αδόλφου

elefteri

Η ελευθερία, όπως και το σπέρμα, ανήκει στο παρόν και όχι στο παρελθόν και το ένδοξο μέλλον.

Λέμε όχι σε μια ελευθερία παγωμένη, στεγνωμένη πάνω σ’ ένα σεντόνι. Λέμε όχι στις σημαίες που θυμίζουν το ρυπαρό μας παρελθόν.

Στα όρια της ευπρεπούς συλλογικής ανοχής ελευθερία σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και τον υπέρμετρο πλούτο, την αλαζονεία, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία και τον αναρχοφασισμό που επιβάλει η κατασκευασμένη ημιμάθεια του μέσου όρου.

Κάθε μέρα ο ουρανός ξεδιπλώνει το άλλοτε κόκκινο και άλλοτε μαύρο παραπέτασμά του, που δεν το λεκιάζει καμιά ανθρώπινη ελπίδα. Άρα, η ελευθερία, πιστή στον προορισμό της θα ξεγυμνώσει την αλήθεια και θα την μεταχειριστεί όπως αρμόζει σε μια γυμνή γυναίκα, ολοπρόθυμη και συναινούσα.

Η ελευθερία έχει νόημα όταν μας επαναφέρει στην ισορροπία, στον μυθικό μας ομφαλό, στη λογαριθμική σπείρα ή στο ισογώνιο του Jacob Bernoulli, εικόνα της αιωνιότητας των κόσμων, και ως εκ τούτου στο αίσθημα της αιθέριας ερωτικής συναναστροφής.

Ναι, οι αληθινοί προπαγανδιστές της ελευθερίας και της καύλας, οι αληθινοί απόστολοι της μελλοντικής επανάστασης είναι βεβαίως οι λεγόμενοι ελευθεριάζοντες συγγραφείς.

Μακριά από την κατασκευασμένη λαγνεία του πολέμου και των συγκρούσεων και μακριά απ’ τη μικροαστική μιζέρια που κατάντησε τον κομμουνισμό ένα είδος εθνικιστικού κομφορμισμού ανοίγει ο δρόμος για την αληθινή επανάσταση του παρόντος.

Εκεί που δεν έχει εργοδότες και δούλους και καραβιές δυστυχίας και πατικωμένους ανθρώπους για τα λεφτά του Νιάρχου και του Ωνάση. Για τα ευαγή ιδρύματα πολιτισμού και τα χρυσωμένα κωλοδάχτυλα των αστών και των παρατρεχάμενών τους.

Εκεί όπου ο έρωτας δεν είναι το ξεκόλιασμα κι ο βιασμός μιας παιδούλας από ένα γέρο με λεφτά που πρέπει να του φιλήσει το στόμα με τα χαλασμένα δόντια και να του σαλιώσει τη μαραμένη μπάμια.

Εκεί όπου η λαγνεία δεν είναι ο ανταγωνισμός και η τρέλα της καθημερινότητας που φέρνει υπεραξία στο νταβατζή, αφήνοντάς τον ανενόχλητο να μασουλά έμβρυα σαν να είναι φρέσκες σαρδέλες.

ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.

Τα Κατά Ψωλής Πάθη

ta kata

[τρυφερό απόσπασμα] 

Φίλες μου σας λιγουρεύομαι.
Είμαι φτιαγμένος από ψωλόχυμα
και τόσο δυνατός κάτω απ’ το χνούδι σας νιώθω
που ο πούτσος μου σκιρτά
όχι με σκέψεις αλλά
σαν άγρια γαϊδουρόπουτσα ποθεί
να ξεκολιάσει μια γαϊδάρα από σας
από το πρώτο σκαλί της ποιήσεως χοροπηδώντας
στους εφτά ουρανούς και στα μεσίστια μουνόχειλα.
Αχ! πόσες νικηφόρες πανωλεθρίες έχει υποστεί για σας
πόσους γκρεμούς και λαγκάδια
σε πόσους επιταφίους τρύπωσε από κάτω θριαμβευτής
περιμένοντας ιέρειες να τον βάλουν στο στόμα τους
θεούσες τρωκτικά μαλλιαρομούνες εμβριθέστατους γλουτούς.
Αχ! πόσους ήχους άφησε η άβυσσος
πόσες πορδούλες το άγριο ξέσχισμα
χύσι και αίμα.
Αχ! μουνάκι, μουσούδα του θεού και χαΐδολούλουδο
χίλια κόλπα που ξέρεις και χίλια μάτια που βγάζεις
για σε ο πολεμόχαρός μου Εαυτός αυξάνεται ολοένα
για σε εστέφθη αυτοκράτωρ
μέγα αγγούρι
Λουδοβίκος σοδομάκιας
φάλαινα φόνισσα και μελιτζάνα χαρωπή
αλαλάζοντας, Ου φονεύσεις τις καύλες
μονάχα τ’ ολόφρεσκο γάλα απ’ το σύκο της πιες
μονάχα μαργαρίτες μάδησε μες στων χυμών της το νεροζούμι.
Αχ! τουρλωμένος γυρνώ καρδινάλιος
ένα μαρκούτσι ολόκληρος
άχρηστος ντιπ για ντιπ
μονάχα δοξασμένος

Αφροδίσιες κλίνες

afrodisies

Είμεθα άνθρωποι και διανοητές που μας ενδιαφέρει το εθνικό συμφέρον. Όσο θα υπάρχει το γένος των ανθρώπων, ατάραχοι και αιώνιοι θα προπαγανδίσουμε το αρχαίο ρητό που λέει: Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Οι δρόμοι είναι δύο. Ο δρόμος της μαλακίας και της εργένικης κακομοιριάς από τη μια και ο δρόμος της ερωτικής μέθης και της δημόσιας εξουσίας τού σεξ απ’ την άλλη.

Όσο νωρίτερα το καταλάβουμε τούτο τόσο θα ευτυχίσουμε ως έθνος. Διότι το έθνος είναι αποτέλεσμα ένδοξων γαμησιών και διότι στάλα-στάλα η κλεψύδρα του αιωνίου παρόντος μας γυρνά στο χώμα και στο πετρωμένο δάσος των παθών.

Διότι το αρχαιότερο έθνος είναι και το νεώτερο. Διότι για να μάθουμε τη γλώσσα του παραδείσου θα πρέπει να ξεριζώσουμε τη γλώσσα των πατέρων μας.

Και βεβαίως από εθνική άποψη η ερωτική λογοτεχνία και τα καυλιάρικα ποιήματα είναι ένας από τους πιο σπουδαίους παράγοντες καταπολέμησης της υπογεννητικότητας.

Ο πρίγκιπας των ποιητικών απολαύσεων και των σεξουαλικών γλυκαδιών, στα Κατορθώματα ενός νεαρού Δον Ζουάν, μας μιλά για τον φοβερό αυτό τύπο που, αφού έκανε παιδί με την νεαρά υπηρέτρια Ούρσουλα αλλά και με την αδερφή του Ελίζα, αλλά και με τη θεία του Μαργαρίτα, καταλήγει:

«Την ίδια μέρα έγινα νονός του μικρού Ροζέ της Ούρσουλας, της μικρής Λουίζας της Ελίζας και της μικρής Άννας της θείας μου, όλα παιδιά του ίδιου πατέρα και τα οποία δεν θα το μάθουν ποτέ. Ελπίζω να αποχτήσω και άλλα πολλά και, με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσω ένα πατριωτικό καθήκον, την αύξηση του πληθυσμού της χώρας μου».

Ομαδικός τάφος ή Η σιωπή είναι χρυσός

omadikos_tafos1480274732

Κάποιος κάπου κάποτε, μου είπε: ποτέ μη μένεις θεατής μπροστά στην αδικία ή την ανοησία, στον τάφο θα έχεις άφθονο χρόνο για να σιωπήσεις.

Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.

Το Ποίημα Αρχίζει Εκεί Που Τελειώνει Η Λογική

a1

Το ποίημα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική
ο θάνατος του εμποράκου και η γέννηση του γαμευτή
το ποίημα είναι κάποιας μήτρας,
κάποιας μαμάς σπασμός προθανάτιος
μες στον απέραντο του αίματος λεκέ
μέσα στου ντοματοπελτέ τη ζουμερή γλυκάδα
το ποίημα είναι του ξεγυμνωμένου σπλάχνου αχνιστή ζωή
και είναι του μαστού η παρηγοριά
πότε αιχμηρός φαλλός στης νύχτας τα καπούλια
και πότε φασουλάδα
μες στου σύμπαντος την άπειρη κοιλιά
το ποίημα με δικαστική απόφαση
εκδοτών και εκδιδομένων γητευτών
είναι παράνομο αντισυνταγματικό αντίδρομο αντιεμπορικό
το ποίημα πάντα είναι εδώ και σπαρταρά
του γλάρου-αναγνώστη περιμένει τη χαψιά

Περεστρόικα

Viksraitis_slider

Το ποίημα είναι ο συντομότερος δρόμος μεταξύ δυο ανθρώπων που θέλουν ο ένας να φτάσει στον άλλο.

Απ’ τη φαντασία στο βιωμένο γεγονός και στην πρώτη ύλη του ερωτικού βλέμματος, με τα όρια δυσδιάκριτα, αφού και η φαντασία είναι μια μορφή μνήμης γεμάτη βίο και βία, απ’ αυτή που μας καταχώνιασε η μαμά, ο μπαμπάς, η κακή εκπαίδευση κι ο μισός ντουνιάς που πέρασε δίπλα μας.

Αν μας λείπει κάτι σήμερα για να βρεθούμε με τον Άλλο, αυτό είναι το Αύριο. Όχι το Αύριο ως άσυλο υποχρεωτικό της ύπαρξής μας αλλά το Αύριο ως λιβάδι ή ως ορίζοντας χαράς.

Οι σοφοί Ινδιάνοι που τους κατέστρεψε η ιερά σύνοδος της εκκλησίας του κέρδους λέγαν πως όταν σκέφτεσαι το μέλλον να κοιτάς πίσω, όταν σκέφτεσαι το παρελθόν να κοιτάς μπροστά κι όταν σκέφτεσαι το παρόν να κοιτάς πάνω. Δηλαδή τον ουρανό.

Ο ουρανός είναι χαρά και ηλιόλουστη διάθεση. Ο ουρανός είναι η μια και μοναδική μας πατρίδα αφού δεν διαθέτει σύνορα φράχτες παλούκια και μισαλλόδοξες σκατούλες αντρών και γυναικών που ξύπνησε μέσα τους ο χίτης μπαμπάς και ο ταγματασφαλίτης θείος.

Ο ουρανός είναι αυτός που μας παρακινεί συνεχώς να μην ξεχάσουμε να χαρίσουμε τον εαυτό μας στους άλλους.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με παρηκμασμένους λογοτέχνες που περιφέρουν τις νευρώσεις πολυτελείας στην αγορά.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με αγορασμένους ανθρώπους που διακονούν το συστημικό μισανθρωπισμό.

Ο ουρανός δεν ασχολείται με τους εχθρούς του Εμπεδοκλή που έλεγε: Αυτόν το δρόμο βαδίζω κι εγώ τώρα, φυγάς, θεόθεν και αλήτης, στη μανιασμένη διαμάχη υπακούοντας.

Μάσκα ομορφιάς

maska

Η τάξη έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αλλά αυτή η τάξη ήταν μηχανισμός τρόμου και πόνος.

Ήταν κόσμος κομμένος και ραμμένος πάνω στον άξονα μιας ισχυρής αρχής που μπορούσε να μεταμορφώνεται από πηχτή σκιά σε κεραυνό στην κορυφή του στερεώματος.

Μα η τάξη αυτή γέννησε και το κατοπινό χάος, όπου η γραφή ως όχημα ιδεών πήρε τη θέση πυροβόλου όπλου. Κι όσοι πιο πολλοί σπουδάζουν τη μηχανική των ιδεών τόσο πιο πολύ πολλαπλασιάζονται τα όπλα.

Ο καθένας έχει την πολυτέλεια να πυροβολεί απ’ το παράθυρό του μέσα στην εξασφαλισμένη του ιδιωτικότητα απ’ την αστυνομία, το κράτος, την εκκλησία, τους θεσμούς.

Η εφεύρεση της μονάδας μέσα στον κατανυκτικό σαδισμό του ανταγωνισμού έλυσε το πρόβλημα στους διαχειριστές του χάους.

Έχουμε ακόμα το κουράγιο να ισχυριζόμαστε ότι με το να αποδεχτούμε άφοβα τις καύλες μας, κάνοντάς τες αφετηρία και αρχή κάθε λόγου, δίνουμε στη ζωή το σταθερότερο θεμέλιο που θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα έχει.

Είμαστε μονάδες, και με όρους απόλαυσης αλλά και με όρους εκμετάλλευσης.

Βρισκόμαστε στην κόψη της αντίφασης μεταξύ απόλαυσης, δηλαδή πόνου χαράς, και μεταξύ κακοπάθειας, δηλαδή πόνου δυστυχίας. Τόσο που να λειτουργεί ετούτο το σωματικό ξυράφι ως φόβος που κατακρεουργεί το σύνολο της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Τόσο που για λόγους εθελοτυφλίας και δειλίας κόβουμε τη μοναξιά μας σαν υπαρξιακό ξεροκόμματο, βουτηγμένο στα σεξουαλικά υγρά, και την πετάμε στους ανεκπλήρωτους έρωτες και στους φτωχούληδες του θεού των μικρών πραγμάτων.

Αντί στεφάνου

erow

Ντοπαρισμένος υλιστής, βαθειά
στα κόλπα. Aστεράκι μετέωρο
πανδαίμων, πυρολάτρης, χιμαιρικός
βουίζω ζερβά ίσαμε τη βλάστηση
του αυτιού μιανής που μπάταρε
όπως η ανθρωπότης. Όλο λιβάδια
και ρυτίδες και μιας παιδούλας τα
μυστικά στην τερατώδη μου παλάμη.
Χνάρια και γραμμούλες δείχνουν
πόσο παντοτινά χωρισμένος είμαι απ’ αυτήν.

Το εργοστάσιο των κουραδιών

to ergo

Πλάθουμε πολλές φορές στο μυαλό μας εικόνες για να σκοτώσουμε την κοσμική μας μοναξιά. Βλέπουμε στους βράχους πρόσωπα και στους ουρανούς θεούς, διαβόλους και αγγέλους.

Απ’ το παιχνίδι της παρατήρησης των πρωτόγονων ανθρώπων περάσαμε αισίως στις χατζάρες και στις σταυροφορίες και στις έξυπνες βόμβες των χριστιανών εναντίον των απίστων και των βαρβάρων.

Όταν ακούω την έκφραση ανοιχτή κοινωνία μου έρχεται να ξεριζώσω τις αρχιδότριχές μου.

Ένας συρφετός υπαλλήλων και μισθοφόρων της πιο άθλιας έκφρασης αυτού που ονομάζουμε δυτική κουλτούρα θρέφει το αυγό του φιδιού με τον πιο λεπτεπίλεπτο συγγραφικό οίστρο.

Όταν ξεσπαθώνεις εναντίον μιας θρησκείας, δηλαδή εναντίον μιας οργανωμένης μεταφυσικής μαλακίας, χωρίς να φανερώνεις τα αίτια που τη γεννούν και την αναπαράγουν τότε ξεσπαθώνεις εναντίον αθώων ανθρώπων, θυμάτων του ιερατείου και της στοχευμένα κακής εκπαίδευσης.

Όταν σε τρώει το μουνί σου ή ο πούτσος σου για το Ισλάμ και δε σε τρώει για το σαρκοβόρο Άγιο καπιταλισμό μέσα στον οποίο ενσωματώνεσαι καθημερινά με τον πιο χυδαίο τρόπο, τότε είσαι αμερικανοτσολιαδάκι με γαλλική κιλότα και οξυζενέ μαλλί.

Μα όλος αυτός ο βρωμερός αναρχισμός του μικροαστού που εκφράζεται συστηματικά από την αμερικάνικη πρεσβεία και τα έντυπά της κουμπώνει πάνω στη νεοελληνική φαρσοκωμωδία.

Ακαδημαϊκοί σαλτιμπάγκοι που πατρονάρονται ως σοφοί στον τηλεοπτικό αχταρμά-με τον καλύτερο απ’ αυτούς να έχει γαμήσει τη μάνα του-, συγγραφείς και δημοσιογράφοι και κωλογλύφτες της εξουσίας, μικροεπιτήδειοι εκδότες που φαντασιώνονται πως είναι απόγονα τέκνα του Προυντόν και του Μπακούνιν, βαρόνοι της ποιητικής κλάψας και της απατεωνιάς περιφέρουν τις καλλιτεχνικές αιμορροΐδες τους στα καθίσματα της πλατειάς Εξαρχείων πουλώντας επανάσταση για την καύλα τους. Για το στομάχι και το χοντρό τους κώλο.

Ντίλερ της λεγόμενης ανοιχτής κοινωνίας που τη νοιάζει μόνο η κωλοτρυπίδα της, τυλίγοντας μέσα της τις λίγες κοκκαλιάρικες «αιώνιες αλήθειες» που χρησιμεύουν μόνο για να μεγαλώνει η κατανάλωση των άχρηστων εμπορευμάτων της.

Φιλάνθρωποι, οικονομιστές, ανθρωπιστές, διορισμένοι νταβατζήδες που ασχολούνται με την καλυτέρεψη της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, οργανωτές της αγαθοεργίας, μητροπολίτες και δημιουργικοί επιχειρηματίες, προστάτες των ζώων, ιδρυτές συλλόγων υπέρ της μετριοπάθειας και παρδαλοί ψευτομεταρρυθμιστές σέρνονται σαν κουτάβια στην αυλή του μεγάλου Ποσάδα.

Άλλοι περιμένουν το βραβείο τους απ’ την ακαδημία Αθηνών, άλλοι περιμένουν να τρυπώσουν σε επιτροπή σοφών και άλλοι να τα πιάσουν χοντρά για να αγοράσουν εξοχικό στο Αιγαίο. Να κοιτάνε τη θάλασσα και να γράφουν λίβελους για το γαμημένο Ισλάμ, ξέροντας πως η ανοιχτή τους κοινωνία είναι η κρεατομηχανή της εργατικής δύναμης όλων μας.

Περί έρωτος πάλι

kosmolo

Η λογική μού δάγκωσε τη γλώσσα
και τι να πω; όλο βαρβαρικά ονόματα
και προφήτες και βαρβιτουρικά για τους
εκατόν δύο Προσκυνητές του Μεϊφλάουερ.
Mνήμες από λαδερή ντομάτα στη σχάρα
μνήμες από ισθμό της Κορίνθου και
αχόρταστους χασικλήδες. Με το δισάκι
στον ώμο περνώ απ’ τον κόσμο σας
μισός Αιτωλός και μισός Ακαρνάν πάω
να βρω γυμνοσάλιαγκες και γυμνές
πάω να πω τα κάλαντα στο σύμπαν

Εισαγωγή στα κολάζ του Rocío Montoya

Rocio-Montoya-Vintage-Collagen

Ανακαλύπτω τον κόσμο με τα μεγάλα
μαύρα μυστικά, τα γαλλικά και το πιάνο,
την κονσέρβα και τον κονστρουκτιβισμό,
τα ωραία λογοπαίγνια κάτω απ’ τη σπάθα
του Δαμοκλή, τους υγρούς φασίστες
δασκάλους που δεν αφήσαν ούτε ένα
αμαγάριστο όστρακο κάτω απ’ τη γλώσσα τους,
το μανιχαϊσμό και τις νυχιές απ’ τις φράσεις
και τις λέξεις ανακαλύπτω πως είμαι αυτός
που κούρνιασε στις αμμουδιές και τις λίμνες
μαζί με την ανδρόγυνη μεγάλη έκρηξη στα
μπούτια και στους λευκούς γλουτούς και
στα έφιππα καπούλια μιανής που παραχάραξε
την ναυμαχία της Ναυπάκτου, την ναυμαχία
οφθαλμό αντί οφθαλμού και το ζουμάκι που
στάζει η πασίγνωστη φθορά εδώ κι εκεί

Για την αποκατάσταση της αλήθειας Ή Σάλιο στο βυζί

sali

Τι να πω για την τέχνη μου που ανασηκώνει
στάχτες, δονήσεις και δαγκωμένα φιλιά!
Πιπιλίζω τώρα το νόημα του Διόνυσου για να
αντηχήσει σύγκορμος ο συμφραζόμενος σπασμός
ρίχνοντας σκόρπιο σπερματόσπορο στα στηθάκια
κορασίδων που δε τα μαγάρισαν οι βλακώδεις
αυταπάτες ευτυχίας συγγενών φίλων και γνωστών
και μελλοντικών συζύγων. Και τι να πω στην ανάσα
του λύκου που σφαδάζει πάνω στη σελίδα σε μιαν
αληθινά μαινόμενη καβλομαχία φαντασίας και
χαλασμού! Αχ μανούλα μου και πονεμένη ανθρωπότητα
θα με αποκαλέσουν μαέστρο και σεξουαλικό ερπετό
θα με πουν αραχνοΰφαντο και βλαμμένο, θα με πουν
ρεμάλι και καταστασιακό του παθιασμένου φιλιού και
του φιλιού με όση γλώσσα χρειάζεται η σπατάλη για
να βάλει φωτιά στα ρουμάνια της Νέβεσκας και στα υγρά
συμφραζόμενα μουνάκια του παλίμπαιδος έθνους μας.