Ο έρωτας στα χρόνια της μπριζόλας

erotaw

Όταν η γραφή μεταμορφώνεται σε λαλιά γίνεται το αντηχείο της ίδιας της αναπηρίας μας.

Υπό την επήρεια του συναισθήματος το γράψιμο μοιάζει με τη φωνή της ανάγκης για εξομολόγηση και γίνεται χνώτο της ακοίμητης ανάσας του σκοτωμένου εαυτού.

Γιατί, για να εξομολογηθείς πρέπει να κάνεις φόνο. Γιατί, μονάχα οι φονιάδες εξομολογούνται. Γιατί, ο αβάσταχτος πόνος ακούγεται παράφωνος όταν δεν αντηχεί στ’ αυτιά των πλασμάτων που μας περιβάλουν.

Η φωνή και η λαλιά και η κραυγή είναι βαθύτατα κυριαρχικές απίστευτες αισχρότητες, τυλιγμένες πολλές φορές στο ματωμένο ύφασμα της πιο βαθιάς αθωότητας.

Η εξομολογητική γραφή δεν είναι τέχνη, αλλά μπορεί να γίνει τέχνη όταν ξεφύγει απ’ την καταναγκαστική κλάψα.

Μπορεί να γίνει τέχνη όταν σκοτώσει το κατοπτρικό φάντασμα της εσωτερικότητάς μας, αφήνοντας ελεύθερες τις σκέψεις στην αμοιβαία γυμνότητα των κοινών μας πόθων.

Πρέπει εδώ το ένστιχτο να μπορεί να αγκυλώνει τη γλώσσα και να μπορεί να γίνεται βούρδουλας των εφησυχασμένων συνειδήσεων και των παραιτημένων σαρκίων.

Η βελούδινη βιαιότητα της γοητείας των λόγων μας είναι τόσο επαναστατική που επαναδιατυπώνει κάθε φορά τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ύλης και σκέψης.

Γιατί πρέπει να καταλάβουμε κάποτε πως η γραφή δεν είναι γνώση, αλλά παρατήρηση του κόσμου μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι αυτό δεν χωράει συναισθηματισμούς.

Οι συναισθηματισμοί γίνονται μανιέρα και υποχθόνιοι μετρικοί κανόνες της υπαρξιακής μας αγωνίας. Γίνονται θέατρο και υποκρισία απελπισμένων όντων που διακονούν τη σαβούρα τους στο εμπόριο.

Γίνονται συνεντεύξεις μαλακισμένων ανθρώπων που μαϊμουδίζουν τους καλούς τρόπους των αφεντικών τους. Γίνονται κακή κοπριά που μας μαγαρίζει.

Γι’ αυτό μια είναι η λύση. Ατέλειωτη αίσθηση ιλίγγου. Εκσπερμάτωση. Επιστροφή στη Φύση. Και Γαμήσι. Και κυρίως μην αφήσουμε πίσω μας ούτε μια λέξη τυραννική. Σημαίες, πατρίδες, αγίους και λοιπά σκατά και κόπρανα.