ΒίΟΙ ΑΓΡίΩΝ

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

bioiagrion

[απόσπασμα]

Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο ή ο κόσμος το θεό; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Η ενοχή κρατάει όσο κι η τύψη ή λίγο πιο πολύ ή πολύ πιο λίγο; Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα;

Πολλές φορές λυπάμαι μόνος μου και πολλές φορές λυπάμαι με παρέα και με άλλους. Μα πάντα απευθύνω ερωτήματα εις εαυτόν και τα χείλη μου τρεμοπαίζουν όταν ψιθυρίζω αλήθειες που βγαίνουν απ’ τα έγκατα κι απ’ το στέρνο μου, μα πάντα κάθε φορά επιχειρώ μια προσευχή προσωπική που την απευθύνω στον Ένα.

Ο Ένας είμαι Εγώ. Κι ο ένας Εγώ ξέρω πως δεν θα μάθω την πλήρη λογική του σύμπαντος ποτέ, μα θέλω κάποτε να πεθάνω τελείως, όπως επιθυμεί το Σύμπαν που με περιέχει και θέλω να πεθάνω δίπλα στο Σώμα μου. Δίπλα στο κορμί μου.

Το κορμί και το Σώμα που είναι πολλά κορμιά και Σώματα, πολλές ορμές γενετήσιες, πολλές πατρίδες και πολλά εγκλήματα.

Μέσα στο ενεργειακό πεδίο των νεκρών, εκεί που κάθε συζήτηση για καλό φαγητό και ηθικά πρότυπα είναι μια φάρσα και μέσα εκεί που ο πλεονασμός είναι σελίδες της Βίβλου λεπτές σαν περίβλημα κρεμμυδιού, πασαλειμμένες κοπριά και μαύρο αίμα. Μέσα εκεί ακόμα όλο ερωτήματα. Γεμάτος. Ξεχειλισμένος.

Γιατί η λησμονιά είναι συγχώρεση; Γιατί ο κόσμος γερνά σαν φοβισμένο σκυλί; Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω το ξεφύσημα της ανάσας μου, γιατί ξέρω ότι ενοχλεί τους διπλανούς μου.

Μ’ αρέσει να απελευθερώνω το πνεύμα μου και τις πνοές μου, γιατί ξέρω πως ενοχλεί αυτά τα θλιβερά μαθητούδια της ζωής που περιφέρονται γύρω μου, με τις έγνοιες και τις σκοτούρες από λεφτά και χαρτονομίσματα και κέρματα.

Μ’ αρέσει ν’ αφήνω ελεύθερες απ’ το κεφάλι μου σκέψεις και ιδέες και εικόνες και κάβλες και δεκάρικους κυλιόμενους λόγους στον καθημερινό Άδη και στη ρουτίνα των άλλων που κρύβει μέσα της πολύ σκοτάδι και πολύ σεξ.

Μ’ αρέσει απ’ τη σκυθρωπή καρδιά μου να ξεπετάγεται μια ψωλή. Ένας πούτσος ωραίος σαν Έλληνας. Ένας που δεν έχει να δώσει λόγο σε κανένα αλλά έχει λόγο να πει. Ένας Εγώ σαν εμένα. Ένας που φυσάει μέσα στις χούφτες του.

Φυσάω μέσα στις χούφτες μου πνοή και πνεύμα, γεμάτος ερωτήματα και γεμάτος λίγα σκατούλια στα εντεράκια μου.

Μου αρέσει ν’ ακούω τους δαίμονες της ανάσας μου, τα φοβισμένα ανθρωπάκια που τόσο πολύ τρομοκρατεί ο Τρισμέγιστος Υπηρεσίας. Ο δάσκαλος, ο παπάς, ο κατηχητής, ο διαφωτιστής, ο Σας Γαμώ Όλους Δίχως Σάλιο.

Κοιτάζω με βλέμμα απλανές το γραφείο μου, τα χαρτιά, το πουκάμισο του φιδιού, τις πέτρες, τα δόντια, τα δάχτυλα. Βαριέμαι. Ο κόσμος είναι βαρετός. Ο κόσμος κάνει επανάληψη. Μαθαίνει το ρόλο του. Μαθαίνει τους ρόλους του. Κάνει πρόβα τα λόγια του μπαμπά και της μαμάς. Τα λόγια του δικαστή και τα λόγια του αυτοκράτορα. Το λόγο του θεού και το λόγο του διαβόλου.

Βαριέμαι. Τα μικρά παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη και τα μεγάλα παιδιά βουλιάζουν στην πλήξη.

Αρχίζω πάλι τα ερωτήματα. Το στόμα μου βγάζει φωτιές. Τα μάγουλά μου καίνε. Τα μάτια μου είναι φλογισμένα κι εγώ καλπάζω σαν τρελός.

Το σύμπαν είναι δικό μου. Όλα όσα διδάχτηκα τα ξεχνώ στη στιγμή. Τα ερωτήματά μου είναι τρελά, μανιασμένα. Το τρέξιμό μου είναι τρελό, μανιασμένο. Είμαι λαχανιασμένος. Τα βλέφαρά μου, τ’ αυτιά μου, τα ρουθούνια μου βγάζουν αίμα. Πεινάω για απαντήσεις.

Δεν έχω τίποτε να φάω και δαγκώνω τη γλώσσα μου. Το αίμα μου αχνίζει πάνω στα χείλη.