Ποίημα μειλίχιον οπωροφόρου οργασμού

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

milixio

Οργασμέ, μη σταματάς
αν σου κάνει ωτοστόπ το κορίτσι του Μάη
Ξεκίνησα οσιομάρτυρας
δικαιούχος ανασούλας απ’ την τρυφερή καρδιά της
ίσα για ν’ ακούσω λυγμούς και στήθος που κοιμάται
Να ανασαίνει
παίρνοντας τον πρώτο χόχλο η γλειψιά στις ρόγες
Οργασμέ από δίψα και ένδοξη παραφροσύνη
Οργασμέ που πύρωσες τη χούφτα μου διαλεκτική σχισμής
Τη γλώσσα αγριόγατα να παραφυλάει τη στύση
Βάζοντας το ερωτικό της φεγγαράκι ολοπόρφυρο
στην πιο βαθειά μου τσέπη
Όπως σουγιάς μπηγμένος στην κοιλιά του μηδενός
Όπως στάζει ο ήλιος τη χλομάδα του στα τρομαγμένα μάτια
Όπως βουλιάζει ανίδεη στους πόνους της αγάπης μια παιδούλα
με το δάχτυλο ξανά
μέχρι να έρθει ο πρώτος εραστής
να διακορεύσει ο λεχρίτης
δια παντός της παρθενίας την ψευδοκτρατορία
εκτινάσσοντας εκείνα τα μονοσύλλαβα ζουμιά
προς τους κολάφους