Nocturne

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

charles-nc3a8gre-leda-1850-via-moma

Επιβιώνω λανθάνοντας. Ο Σοπέν παντού
γύρω στους ελαιώνες. Σώγαμπροι τζίτζικες
όλο εξάψεις και αγχωμένη ακοή.
Στατιστικές και τσίπουρα που πατικώθηκαν
στην πλατφόρμα. Όλο κάμπος και μπροστά
το αταρίχευτο βουνό. Ο ιθαγενής αγρότης
που είμαι εγώ, κοιλοπονάει, γεννάει βροχούλες.
Κι οι βροχούλες πετραχήλι κοριτσιών εγίνοντο,
continuo τρυφερό για το νυχτόλακκο. Ήλιος
που δάγκωσε η οχιά της συνουσίας
κι αιμορραγεί φωτιά και σπερματόσπορο αρχαγγέλων
πουτσαράδων. Ήλιος Βλαντίμιρ Ίλιτς ευδαίμων.
Ήλιος έκζεμα του καπιταλιστή. Ήλιος ξεγυρισμένος
εκπεσών στις υποθέσεις των πληβείων. Ήλιος
κλητήρ της ηδονής στο μεταμεσονύχτιο
κουκούλι του ύπνου. Ήλιος τιμονιέρης του θριάμβου
όπως το δάχτυλο έφηβης γαλιάντρας
τραβά το λάβαρο βρακί και φαίνεται
ο φευγάτος λογισμός της ιερής σχισμής
σκοτάδια βαθειά που ξέρουνε καλά
πόσο εξέχει από το χρόνο ο θάνατος
πόσο οι φλέβες ξεψυχούν στα τέμπλα της λαγνείας.
Ορθία κλειτορίς ξενύχτι ταύρων. Χαράζει
αρραβώνας αθεράπευτος . Χρυσόψαρο
στα σκέλια σπαρταράει το απεταξάμην.
Γύρω απ’ τα κορίτσια του Ισλάμ με τις τριχούλες οι Μυκήνες,
μιαν αποθήκη χαρτικών, οίνος ευφράνει καρδίαν ανθρώπου,
η σιωπή αγιάζει τα μέσα, χώμα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω,
το μεδούλι ρουφώ απ’ της παρτίδας τα κόκκαλα και λοιπά και λοιπά