Εικαστική απεικόνιση ερωτοχτυπημένης νοικοκυράς

oporofora

Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, φωνάζει
ο ανατόμος της ψυχής. Άντρες και
αντράκια και ποιήματα σε πλήρη στύση.
Ω ξειν΄ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις κάποια
νωχελικά απογεύματα που σε θέλω και
μετρώ τους δείκτες υγρασίας της ψυχο
ψωλής μου, τα δάκρυα απ’ την υπερ
δοσολογία αναμνήσεων. Το μουνί σέρνει
καράβι λένε οι σοφοί μπαμπάδες στους
γιούς τους. Οι έρωτες λιώνουν σαν το
χιόνι αλλά ποτίζουν την κρύα γη,
βλαμμένα φιλιά στα πάρκα και φιλήδονα
καλοκαίρια, σάρκα πεταλουδίτσα στην
απόχη του χρόνου, δικόγραφα και χαφιέδες
κι οι αμνάδες πάνω απ’ τη χύτρα τους. Δια
παντός μανούλες. Στον πάγκο της κουζίνας
σε στάση υγρής αναμονής ακούν τον Εθνικό
ύμνο, γουργουριστό σκυλάδικο. Τη δεκαετία
απ’ τα είκοσι στα είκοσι δύο τους που τη
ρούφηξε ο νεροχύτης. Παντζάρια μαϊντανοί
και καλαμάρια. Υπάρχω λες κι ύστερα πάλι
υπάρχω. Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια
μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια.

Βίπερ

two_prostitutes_by_cellar_fcp

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες.

Με μια μυρωδάτη λάμψη και με ακατάστατα μαλλιά, έμοιαζαν με πρόσωπα γκραβούρας του δεκάτου ογδόου αιώνος κι έμοιαζαν έτσι με τη γύμνια τους φρέσκια σαν να περιμένουν τον επόπτη παγοδρόμων ή σαν να περιμένουν έναν εραστή μεταξοσκώληκα στις γάμπες τους.

Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση ένας άντρας ολόγυμνος μπήκε απ’ το παράθυρο κι έτρεξε να κρυφτεί πίσω απ’ την κουρτίνα.

Οι δυο κοπέλες ήτο όμορφες και αγουροξυπνημένες. Άκουγαν τα Αχ! και τα Ωχ! του άντρα να πέφτουν στο πάτωμα και να σπάνε, άκουγαν από μέσα του λέξεις και ακατάσχετη σπερματορροία.

Άκουγαν το σαλεμένο μυαλό και το αίμα της ψωλής του, τα «σώστε με, σώστε με».

Σαν σκύλες τότε άρχισαν να του γαυγίζουν. Τράβηξαν την κουρτίνα κι άρχισαν τα κρυφομιλήματα και τα ξόρκια. Δούναι και λαβείν. Οι ασέλγειες με τη γλώσσα.

Νυφούλες αυτές, μάχιμες κι αθάνατες, που και που γονάτιζαν σαν να προσεύχονταν, και έσμιγαν και οι τρεις, ο εισβολέας μέσα τους σκόρπιζε σπερματόσπορο και τρυφερά λογάκια.

Έξω η πλάσις ήτο μιαρή, οι παπάδες πριόνιζαν δέντρα και τσουτσουνάκια, οι δάσκαλοι θυροκολλούσαν κούφιους οργασμούς στις πόρτες των εφήβων, η πατρίς αναιμική κατουρούσε γάλα, φίδια μαζεύονταν, μέρες της κρίσης.

Και το στοίχημα ήταν ποιος θα χάσει τον ήλιο.