ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Month: Ιουλίου, 2017

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Voyage Privé

boyagiaz

Δουλεύουμε ή εργαζόμαστε για να καταφέρουμε να αποκτήσουμε μονάδες εξαργύρωσης κόπου και μόχθου ώστε να χαρούμε τον αχαρτογράφητο χωροχρόνο της τεμπελιάς.

Για να κατακτήσουμε όλο και περισσότερο χρόνο ελευθερίας, δηλαδή μια πιο ερωτική ζωή, αφού εμείς θα είμαστε οι κύριοί της και όχι το ωράριο, η κοινωνία, ο καπιταλιστής, το καθήκον.

Η έκφραση Εργασία και Χαρά είναι επιλεγμένη με άκρα δολιότητα και υστεροβουλία με σκοπό να μας οδηγεί κάθε φορά ανώδυνα σ’ έναν απογοητευτικό βίο. Σ’ έναν βίο δίχως τεμπελιά.

Διότι, αν χαθεί η χαρά απ’ την αγκαλιά της τεμπελιάς και τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας το εκφυλισμένο νέο είδος θα κάνει στο μέλλον τα γενέθλιά του σε ψυχιατρικές κλινικές.

Η ταλαιπωρία του σώματος και του μυαλού επί οχταώρου και βάλε, είχε πάντοτε κάτι το άσεμνο και το προγραμματικά δουλικό.

Η προγραμματισμένη δουλεία της εργασίας είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φύση που αν καταντήσει να ψάχνει το νόημα αποκλειστικά και μόνο στην εργασία θα χάσει το νόημα της ζωής.

Η τεμπελιά δεν αναγνωρίζει αποστάσεις από την ευχαρίστηση της ζωής αλλά προικίζει την έλκουσα μάζα των νέων στιγμών με δύναμη και ομορφιά.

Φανερώνει την βουβή κλεψύδρα του χρόνου και μαζί της την έσχατη ωχρότητα των διωγμένων εικόνων που ανακαλεί η μνήμη.

Το χρήμα δεν είναι παρά μια επιταγή εξαργύρωσης στιγμών τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις τόσο περισσότερο χαίρεσαι την ευδαιμονία της χαλαρής ζωής.

Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι τάξεις, είναι αποτέλεσμα της σφοδρής ανάγκης της ανθρώπινης φύσης για τεμπελιά. Μα πάντα κάποιοι απαιτούσαν το δικαίωμα στην τεμπελιά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς.

Το κατώτερο είδος-δηλαδή οι άνθρωποι της δουλειάς και της εργασίας-δεν έχει δικαιώματα πάνω στην τεμπελιά. Η τεμπελιά του είναι ανάλογη της περίσσιας που επιτρέπει η μισθωτή σκλαβιά ή το κρατικό επίδομα ελεημοσύνης.

Η συσσώρευση πλούτου ως εγγύηση τεμπελιάς για το μέλλον πέρασε από τα παλάτια στις φτωχές κάμαρες και στα κουζινάκια που παλεύουν μέρα παρά μέρα με την πείνα.

Ο φτωχός αποταμιεύει για να τεμπελιάσει κάποτε στο μέλλον. Ο πλούσιος ζει απ’ τη σπατάλη και τις αποταμιεύσεις των φτωχών, ο πλούσιος έχει κάνει σπουδή την τεμπελιά.

Ο πλούσιος δεν τρώει σε φαστ φούντ και δεν γαμεί αγχωμένος και δεν στριμώχνεται ιδρωμένος σε άθλια ρούμς του λετ εκτίοντας την ποινή των διακοπών.

Η μεγάλη επανάσταση των φτωχών ήταν πάντα η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα κορμιά των πλουσίων.

Η κλοπή όλων όσων οφείλει να δώσει στον εαυτό του ένα ανθρώπινο πλάσμα που πατάει το χώμα αυτού του πλανήτη. Διότι μόνο η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα σεντούκια όσων την κατέχουν θα ενορχηστρώσει τους κραδασμούς της ανθρώπινης ύπαρξης με το σύμπαν, κάνοντας εμάς, τα πλάσματα από εκκρίσεις αστρικής ύλης, να εργαζόμαστε πυρετωδώς πάνω σε μια παρτιτούρα αποσιωπημένης αρμονίας.

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Σημείωμα για τον Άσγκερ Γιόρν

γιορν

Η απροσδόκητη, άγρια έλευση της διάθεσης για τέχνη συμβαίνει πάντα με όρους καταστροφής.

Υπάρχει ένα αξίωμα ανθρωπολογικής κοπής που λέει, πως, δεν θα σκοτωθούμε πριν δοκιμάσουμε τα πάντα.

Ο Γκυ Ντεμπόρ κραυγάζει με τον πιο ψιθυριστό τρόπο: Όμορφα παιδιά, η περιπέτεια πέθανε, καταγγέλλοντας τη γλώσσα σαν ερμαφρόδιτη χώρα του ανθρώπινου Είναι.

Ότι νομίζαμε αινιγματικό αποκάλυψε μια πλαστή ταυτότητα. Ακολούθησε η αγιοποίηση των καταραμένων. Κανείς δεν βρέθηκε να ανατινάξει τον Παρθενώνα, μόνο ίσως να χαράξει με μια πρόκα τ’ όνομά του πάνω στο μάρμαρο.

Ένα παιδί που η αθωότητά του γίνεται βεβήλωση της τερατόμορφης ιερότητας ενός παρελθόντος που έπνιξε την ανάσα του μέσα στους ψυχεδελικούς μας κήπους.

Η σχέση της τέχνης με τα προβλήματα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου, την οποία δεχόμαστε με αγαλλίαση και βουλιμική αγωνία, αφού κατά βάθος είναι σχέση ποιητική.

Η ποιητική της καταστροφής του παρελθόντος για να βιώσουμε το παρόν με όρους χαράς και ελευθερίας.

Ολικοί αρνητές στράτευσης σε αυταπάτες και αιματόβρεχτες θεολογίες.

Ηριάννα σ’ αγαπώ, φιλάω σταυρό

tsip

Την εποχή που το κυνήγι των μαγισσών βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, από τα τέλη του 16ου μέχρι και τον 17ο αιώνα, δεκάδες χιλιάδες θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά, ως επί το πλείστον γυναίκες.

Το ένα διάταγμα τυπωνόταν μετά το άλλο και οι καρδινάλιοι με τους πάπες έβγαζαν τις ψείρες απ’ τα φτερά των αγγέλων με τη χριστιανική λαβίδα τους.

Οι επίδοξοι κυνηγοί μαγισσών είχαν στα χέρια τους σπουδαία εγχειρίδια, θεωρημένα απ’ τους επιθεωρητές της ηθικής, που ήξεραν καλά από μαγείες και διαβόλους.

Η καύση των ασεβών έγινε παράδοση και ο λαός απολάμβανε το θέαμα με την ήσυχη κοιλιά του και τον ήσυχο κώλο του.

Ο παραδειγματισμός-αυτό το αρχαίο εφεύρημα-λειτουργούσε ως καταπέλτης κάθε αντίστασης, ορθώνοντας μπροστά στα μάτια των νοικοκυραίων την αγωνία των βασανισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν σωρηδόν στις μεγαλόπρεπες πύλες της νοσηρότητας που η θρησκευτική και πολιτική συμμορία είχαν θεσμοθετήσει.

Ανατριχιαστικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες των διαταγμάτων περιγράφαν όλη τη διαδικασία έκδυσης και εξευτελισμού.

Την εξέταση, την ανάκριση, το βασανισμό και την εκτέλεση, μαζί με βοηθητικά σχόλια για τους δικαστές ως προς τον τρόπο που θα απευθύνονται στους φυλακισμένους.

Οι δικαστές ήταν πάντα ακριβοπληρωμένοι υπηρέτες της εξουσίας που έκαναν το καθήκον τους. Ψυχροί και αμερόληπτοι, στηριγμένοι πάνω στα νομικά δεκανίκια, ουραγοί της διαφθοράς των αρχόντων που κατοικοέδρευαν στο μέγαρο Μαξίμου και το προεδρικό μέγαρο της εποχής.

Μια μέρα, ο πάπας Ιννοκέντιος μάζεψε απ’ τους δρόμους μια μικρή και τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα, κόρη μιας μάγισσας που κάηκε στην πυρά γιατί δεν πίστευε στο θεό.

Την κλείδωσε σ’ ένα πολύ στενό και τυφλό χοιροστάσιο, όπου αυτή κυλίστηκε με το βρακί σ’ ένα βούρκο από κατρουλιά αφού σύρθηκε κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρύλιζαν. Μόλις η πόρτα έκλεισε ένας καθολικός καυλωμένος διάκος, την άρπαξε και την έστησε μπροστά στην πόρτα, και τη γάμησε πολλές φορές, ενώ έπεφτε μια ψιλή βροχή κι ο Ιννοκέντιος τραβούσε μαλακία.

Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις στο βιβλίο του Αγελάδες, γουρούνια, πόλεμοι και μάγισσες, γράφει πως, η εκκλησία και το κράτος ενθάρρυναν με ορμητική χαρά και πάθος την ευρωπαϊκή μανία κατά των λεγόμενων μαγισσών, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της τάξης των χωρικών από την πραγματικότητα της μεσαιωνικής πολιτικής.

Καλύτερα ο κόσμος να ρίχνει το φταίξιμο σε κακόβουλες μάγισσες και έφηβους ερασιτέχνες τρομοκράτες για τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, αντί να στρέψει την προσοχή του σε διεφθαρμένους επισκόπους και ανίκανους πρίγκιπες.

Στην τάξη που νυχθημερόν ξεσκατίζει δουλικά, με σέβας και υποταγή.

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

2 ευρώ την ώρα, το ξεσκάτισμα στις αμμουδιές του Ομήρου

2eyr

Υπάρχει μιαν αισχρότητα στο να δουλεύεις για κάποιον άλλο. Το υπαλληλίκι στον ιδιώτη, που πλέον είναι δουλεία νόμιμη και παστρική, άπτεται του ψυχαναλυτικού διαφορισμού.

Οι καθαρίστριες στα ξενοδοχεία του Αγρινίου, της Καλαμάτας, της Λευκάδας, του Πλαταμώνα αλλά και κάθε φανταχτερής πλαστικοποιημένης λουτρόπολης, πληρώνονται με δυο ευρώ την ώρα, άνευ συμβάσεως και γραπτής συμφωνίας.

Το να ξεσκατίζεις τους κυρίους στις μέρες μας για δυο ευρώ είναι κοινωνική κατάκτηση μιας αριστεράς που αναθεώρησε την επιστημονική επαναστατική σκέψη κρατώντας μόνο στο προσκήνιο τον υποχθόνιο ναρκισσισμό της.

Τη θέση του Εμείς καταλαμβάνει μια τερατώδη αντίληψη του Εγώ, ενός ατομικού Εγώ χωρίς Κόσμο και χωρίς Έρωτα, δηλαδή χωρίς ερώτηση και ερώτημα για την πορεία της κοινής μας μοίρας.

Τα δυο πρόσωπα του διαλόγου διαφοροποιούνται. Αντί για πρόσωπα έχουμε απρόσωπες φιγούρες, εκπροσώπους και διαπραγματευτές, αρνούμαστε δηλαδή τη συνταύτιση του διαλόγου και της αγάπης. Κατάσταση που έχει δημιουργήσει η δύναμη και η ισχύς.

Ο ισχυρός όταν μιλάμε μαζί στο ίδιο τραπέζι ξέρει πως η ισχύς του είναι ο λόγος του και ο λόγος αυτός κηδεμονεύει την κοινωνία που συγκεντρώνει όλες τις δυνατότητες του άγχους και της εμπιστοσύνης, σε μια δύναμη του ξυπνήματος και της αγρύπνιας, δηλαδή στη φροντίδα που θεμελιώνει την Αγορά όλων των συναντήσεών μας.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ξαναγίνουν σκλάβοι γιατί έπαψαν να συναντιούνται ουσιαστικά.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων συμβαίνουν στον Οργουελικό κόσμο όπου λειτουργεί η παλιμπαιδική εικονογράφηση της πραγματικότητας και η αντιστροφή της σημασίας των λέξεων και των φράσεων.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν συναντηθούν κάτω απ’ τον ουρανό της κοινής τους γλώσσας, δηλαδή των συμφερόντων τους, είναι ήδη αμετάκλητα καταδικασμένοι.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν κατανοήσουν πως η ιστορία τους δεν είναι η ιστορία των κυρίων τους αλλά η δικής τους και πως δεν θεωρείται εργασία το να ξεσκατίζεις μεσοαστούς που απολαμβάνουν τη μίζερη καλοζωία τους ή να μεταφέρεις με το μηχανάκι-κινδυνεύοντας να σκοτωθείς- σουβλάκια και καφέδες σε δίποδα γουρούνια, τότε είναι ήδη αργά.

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη

Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

paterypoyrgos

Οι άγιοι πατέρες μοιράζονται στα κρυφά τα δώρα της φύσης. Τις υγρασίες που λυμαίνονται τους ιερούς τόπους κάτω απ’ τα ράσα και τις τούρλες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της φαρσοκωμωδίας των μυστηρίων.

Η αχίλλειος πτέρνα των δεσποτάδων ήταν και είναι ο κρυφός έρωτας για τα αγοράκια. Απ’ τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα οι ιερείς έκρυβαν κάτω από κελεμπίες και ράσα την τραγίσια τους στύση.

Απ’ την παιδεραστία και το βιασμό της αρχαίας Ελλάδας που αποτελούσαν πολιτισμικές σταθερές περάσαμε στη βυζαντινή λατρεία της παράβασης που ελάμβανε χώρα στις αυτοκρατορικές αυλές.

Το όργιο ήταν κλειδωμένο στα βασιλικά πάνσεπτα δώματα.

Περνώντας απ’ τον αρχαίο πληθυντικό στον σημερινό ενικό η έννοια του οργίου γνώρισε μεγάλες δόξες στους δεσποτικούς καθεδρικούς ναούς της Ευρώπης των καθολικών και τα μοναστήρια.

Από μιαν ανοδική πορεία, τείνουσα προς μια απελευθερωτική υπέρβαση, στα διονυσιακά ή ταντρικά τελετουργικά, η έννοια του οργίου διολισθαίνει προς τη διαφθορά.

Δηλητηριώδης ίλιγγος που συνδυάζει όλες τις ακρότητες της ακολασίας. Προϊόν της ιστορίας των μονοθεϊστικών θρησκειών και του εβραϊκού χριστιανισμού που λειτούργησε ως ιστορικό αφήγημα του περιούσιου λαού.

Οι εκκλησίες των θρησκειών αυτών πολέμησαν με σφοδρότητα την ιαματική πρακτική των ειδωλολατρικών οργίων που ψυχορραγούν μέχρι σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου, κηρύσσοντας μιαν αντίληψη περί πνευματικότητας θεμελιωμένη στην καταστολή κάθε φιληδονίας, ενοχοποιώντας τη σάρκα και κατ’ εξακολούθηση την ηδονή.

Τα κορμιά των ανθρώπων αγοράστηκαν για να σκλαβωθούν και να παράγουν υπεραξία γι’ αυτούς που κράτησαν το όργιο αποκλειστικά και μόνο για την παρέα τους και το πνευματικό τους κονκλάβιο.

Οι ανθρωποβοσκοί του θεού σε αγαστή συνεργασία με τα αδίστακτα γρεντάλια της εξουσίας έβαλαν τις τσουτσούνες και τα μουνάκια σε κουτάκια, πουλώντας θεολογικό σανό και μετάνοια.

Με τον οβολό των σκλάβων, που με σπουδή κατάφεραν να δημιουργήσουν, έφτιαξαν τους δικούς τους απόρθητους γαμηστρώνες και τα δικά τους ενδιαιτήματα όπου η νηστεία κι η προσευχή πάνε σύννεφο.

Μητροπολίτες που εντύνοντο σαδομαζό σκλάβες χτυπούν τα μαστίγιά τους πάνω στα κρατικά κωλομέρια που μοιράζουν τον πλούτο και κόβουν την ματωμένη πίτα της εργασίας.

Έχουν λόγο για τα κύτταρα της κατσαρίδας και τη στύση των γαϊδουριών.

Με γλυκό χριστιανικό τρόπο κηδεμονεύουν τους σάπιους πολιτικάντηδες για να μπορεί η κάστα τους να έχει αφθονία εις το διηνεκές, αλλά κυρίως να φτάνει τους υποτελείς στη σεξουαλική απελπισία, την ώρα που το αχαλίνωτο ιερό αδερφάτο χτυπάει δυνατά τις καμπάνες, για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά απ’ τους πνευματικούς και μη βιασμούς.

Ένας πολιτισμός που φτάνει στο τέλος του, θαυμάζοντας την αχαλίνωτη ανάπτυξη, δηλαδή την άνευ όρων και ορίων καταστροφή της φύσης άρα και τού ζωτικού μας χώρου, μαγαρίζει πρώτα τον ερωτισμό και τη σεξουαλικότητα.

Στερεί απ’ τους ανθρώπους τον ελεύθερο χρόνο και τον ελεύθερο χώρο και την ελεύθερη ανάπτυξη.

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων η στάνη της εκκλησίας κρύβει τα όργια των υπαλλήλων του θεού της αρπαγής του πλούτου.

Διότι οι ιερείς υπήρξαν πάντα οι εγγυητές της ανακωχής του κοινωνικού πολέμου που είναι δίκαιος και ταξικός και αυτονόητος πόλεμος.

Οι ιερείς συντηρούνται μισθολογικά απ’ τη διατήρηση της κυριαρχίας των πλουσίων.

Περιμένουν κάθε εποχή τους πλούσιους κυρίους να τους φωνάξουν για να αναλάβουν δράση.

Ο Karl Kraus έγραψε κάποτε πως: Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες.

Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου

iepanali

Ποντάρουμε στις ιδιοτροπίες μας. Έρπει απαλά
ο τραγικός καιρός. Χειροπέδες κομποσκοίνια και
κορσέδες. Η συνήθεια είναι αιτία πολέμου.
Το φλογερό μάτι τρυπώνει στο φλογερό μουνί.
Μια χυδαιότητα ειρήνης μας τρέφει. Λυρικά
κτερίσματα άλλων. Η αγάπη θα χιμήξει κάποτε
να μας βγάλει τα μάτια. Κι ο κόκορας θα παραφυλάει
πότε θα κατεβάσεις το βρακί σου, για να χώσει τα νύχια του
στους πρωτόπλαστους οργασμούς του μέλλοντος.

Μπαλάντα για μια σχισμένη αφίσα

old-and-new

Κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Μονάχα οι αμφίθυμοι ποιητές σε συντηρούν
Όλο γενναιόδωρα λογάκια και πετριές
Κάτω από στυγερούς υποτίτλους

Το κορμάκι σου ξεφλουδίζουν
Τη χάρτινη πέτσα των συνειρμών

Ωμές προσταγές για σεξ εξ αποστάσεως
Πακέτα διακοπών για σκλάβους
Χίλια φιλιά κι άλλα χίλια

Ευρισκόμεθα εδώ
στον παραθαλάσσιο ελαιώνα της πατρίδας

γύρω η θάλασσα

ματαιωμένοι αρραβώνες
χαπακωμένοι συγγενείς

Ελλάς Ελλήνων Εραστών και κουβαδάκια

Αχ! κορίτσι που ζεις στις αφίσες
Τις νύχτες
Τι όμορφα που ξεγλιστράς απ’ τα ταμπλό
Κι έρχεσαι στην άμμο και κατουράς
Τι θαμμένη μας καρδούλα

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας

Manara Mania 01

Διαθέτουμε μέλι παραγωγής μας.
Δάχτυλο για να δοκιμάσετε τη φύση
που βουίζει αδέσποτη στους πέρα κάμπους.
Γύρη απ’ τ’ ανθάκια της ύστατης αγνότητας.
Διαθέτουμε κατάλοιπα της καρδιάς.
Βασιλικό πολτό από αυτοσχέδιες αιμομιξίες.
Χυμό των αγκαθιών και των φονιάδων.

Η πιο ολέθρια φτώχεια είναι να μη ζεις.

Τι άλλο υπάρχει στη ζωή εκτός απ’ τον ήλιο;

glif

Μας φωνάζουν τα πράγματα να πάμε κοντά τους
Μπάνια της Κυριακής και αναρχία
Σύζυγοι τρυφηλοί και μαργαριταρένιοι
Γίνεται πολύς λόγος για το καινούργιο μα το παλιό βγάζει μάτι
Ούτε αφρώδη σύννεφα ούτε αφρισμένα κύματα
Ζέστη μελωδική και γλειφιτζούρια
Σα να μοιραζόμαστε τον ίδιο σπασμό
Τα ίδια φαγωμένα χείλη
Καθώς διαλύουμε την ασπιρίνη στο κουταλάκι
Μουρμουρίζοντας μια φούγκα χαράς και κάψας
Μια σύνθεση για χορωδίες χειλιών
Που ασπάστηκαν τις ωχρές φωταψίες και το λιοπύρι

Πλεκτάνες της αράχνης μεταξύ δυο κορμιών και βάλε……..