ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.