Δέησις Αγίου Φανουρίου

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου