ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Η Χιονάτη τον Αύγουστο

xionati

Η γλώσσα που μιλάμε είναι η γλώσσα
της ύπαρξής μας. Ωστόσο η Χιονάτη
έκατσε στους εφτά νάνους για να την
οδηγήσουν στους εφτά ουρανούς.
Καθισμένη στα πόδια τους με μάτια
υγρά απ’ τα δάκρυα την έσφιγγαν και
τη φιλούσαν πίσω απ’ τα γόνατα και στο
μπούτι που ανάβλυζε γάλα και ωραία
λείψανα παραμυθιών που φιλονικούσαν
με την αιωνιότητα και τη συνουσία. Στην
αρχή περιορίστηκαν να της φιλούν τα
μάγουλα, τελικά όμως, μ’ ένα μεγάλο
σκίρτημα χαράς που δεν μπορούσαν να
τιθασεύσουν της άνοιξαν τα πόδια και
κόλλησαν τα χείλη τους στη σχισμή της
και στον κώλο της τον οποίο άρχισαν να
καταβροχθίζουν με μανία.

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα

strogila

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
Ένα ποίημα
για το ροχαλητό και τους απεγνωσμένους έρωτες
Ένα διάδημα ιδρώτα και αγωνίας
Η ζυγαριά και τα δεμένα μάτια της δικαιοσύνης
Κρύα πόδια και καυχησιά
Και καμιά χυσιά
Μονάχα η βαρεμάρα των έργων τους
Μια ζεστή ζωή για να τυλίξει τους κρύους κώλους
Και πως η ευωδιά από κολπικά γέλια και μαστούς
φυτρώνει στους κροτάφους μου

Μυρίζω τώρα, αυτό το ξερό ψωμί του Αυγούστου
Τους αγρούς με τα φρύγανα που ψήθηκαν
Το χώμα και τις πέτρες
Τους παραθεριστές μες στη γαλάζια κλινική του Αιγαίου
Λέπια και εντεράκια
από ξεσηκωμούς πολέμους ολοκαυτώματα

Θέλω να είμαι των παθών σας ο κακούργος ουρανός
Θέλω αλοιφή για τα σπυράκια
Και ξύγκι για τους Αγίους τόπους των φιλιών

Προσεύχομαι τώρα, μήτρα του μεσημεριού
στην αναμαλλιασμένη σου λυγεράδα
Στον χολερικό ιστό των ερώτων σου
Νωθρός σαν μουνόψειρα και φτωχούλης σαν ποντικός
Η καύλα πιλαλάει και ξεχύνεται
Παντού κορμιά βλασταίνουνε χαρούμενους στραγγαλισμούς
Χωρίς αλουμινόχαρτα και τάπερ

Κορμιά παντού και οι σφήκες γύρω
Ο θάνατος που τραγουδάει λυπημένος
και δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος
παρά στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
κατά πάνω στις σχισμές της ψυχής

Τριβείον Ελαίου και Μούργας

trivion

-απόσπασμα –

Η σχισμή της ήτο έξαλλη και αινιγματική. Σχεδόν μια γεωμετρική πυράκτωση, που τα ούρα και οι τριχούλες αυτού του γλυπτού ερωτικού βούρκου, έμοιαζαν με σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου.

Άμεσα αναγνωρίζω τη ζωή απ’ τις μυρουδιές της, χωρίς να υπάρχει μύηση ή φώτιση στο γυμνό ουρανό νιώθω την εσώτερη οδύνη και τη στύση μου να ψηλαφούν τις εσοχές και τα κειμήλια της αβύσσου.

Μέσα σε κείνη τη σχισμή είμαι ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, ιδρωμένος δράκος ως το μεδούλι και ξαναμμένος, ένας μικρός θεός που όταν καθρεφτίζομαι στο μουνί της είμαι ο Μέγας Σατανάς αυτοπροσώπως και το πελώριο σεξουαλικό καντήλι που θα το σβήσει κάποτε το αεράκι της φθοράς.

Με σκέφτεται η σχισμή της κι ο κώλος της κοιμάται.

Αυτή η βλάσφημη τρύπα με το απέραντο σφρίγος της και τα λυρικά της τρυφερά μέρη γύρω απ’ το κρατήρα που τραντάζει τον κορμό της και με παροξυσμική παραφορά ταρακουνάει τον κόσμο ολόκληρο.

Αγάπη και μίσος, έλεος και οργή, αίμα και πύον. Σύνοδοι πλανητών και συνουσίες αδέσποτων σκύλων.

Τι είναι ο πόλεμος, η σφαγή, ο τρόμος όταν η νύχτα προβάλει πάνω στη μαύρη τσόχα της απεραντοσύνης την έκσταση μυριάδων ήλιων εκτυφλωτικών;

Και τι είναι το σάλιο που στάζει στον ύπνο μου και τα υγρά κι η ασυντόνιστος ρεύσις, αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων των άστρων που με εξώθησαν στη μουσούδα αυτής της σχισμής;

Αυτής της σχισμής που ακόμα κι όταν γίνει χαίνουσα πληγή, αποσχηματίζοντας την υγρασία του ερωτικού ενστίχτου, ακόμα κι αν δε γεννά τίποτε, παρά μόνο βατράχια, νυχτερίδες, σκότη και κατακλυσμούς.