Αναμνήσεις ενός εξομολόγου

anamnisis

Εργαζόμουν ως εξομολόγος σ’ ένα χωριό στην επαρχία.

Τα κόκαλα και οι πέτρες τού τοπίου ήτο γυμνά και συφοριασμένα.

Οι χειμώνες έφταναν απ’ τη θάλασσα με το στόμα γεμάτο κρέας και οι νύχτες ήταν αχόρταστες και κακοφορμισμένες, όλο δαιμόνια και μισοκοιμισμένα καβούρια.

Τα καλοκαίρια όμως ήταν γεμάτα λυγμούς και κορμιά εκφυλισμένα απ’ τον πυρετό των ονειρώξεων και της τρέλας.

Ο καύσων της Μεσογείου τρυπά τις κοιλιές και σουβλίζει, σκοτώνει, γελά. Η λίγδα και το λίπος που φέρνει ο αέρας μοιάζουν αλειμμένα πάνω στις σάρκες, στίλβοντας κάθε βραδυφλεγή πόρο καθώς ίπτανται αυτές γυμνές στ’ απολιθωμένα όνειρά τους.

Πίθηκοι που αμαρτάνουν, φτωχοί και άμυαλοι, μέχρι ο μπόγιας να τους σπάσει το λαιμό.

Κάθε παραθαλάσσιο χωριό το θέρος μεταμορφώνεται σε παλλάδιον τού κήπου των ηδονών, με τη μυστηριώδη σημασία που αφήνουν οι ξερολιθιές με τα ξερόχορτα και τα αγκάθια στ’ αυλάκια τού κύκλου αυτού που οδηγεί στην αποχαύνωση και την αμαρτία.

Μες στο εξομολογητήριο στεκόμουν καθιστός με το κεφάλι σκυφτό και το μέτωπο ιδρωμένο, περιμένοντας να εκφωνήσω τον συμβατικό επικήδειο της συχώρεσης σε όντα φτιαγμένα από λάσπη και χρυσάφι, από τέλμα και αδιανόητες συμφορές.

Μα εκείνη τη μέρα έφτασε στο πένθιμο κουβούκλιό μου το πιο άσπιλο πλάσμα, ολόκληρο θηλυκό και παρθένο, με τη διαστροφή και τη βλασφημία σκορπισμένες μέσα στην αθωότητα που αναδίδει ζεστασιά και μαγεία.

Η ομορφιά ολόκληρη που τη νιώθεις να σκιρτά δίπλα σου εκεί ανάμεσα στο ξύλινο παραπέτασμα που χωρίζει την αγιότητα με τα γαμψά νύχια της τιμωρίας απ’ το χνούδι που ξεπροβάλει στις γενετήσιες σχισμές ανάμεσα απ’ την καρδιά και τα χείλη.

Ακουγόταν σχεδόν το βλέμμα της και τα μάτια της απρόσμενα μαύρα και γλυκά θαρρείς σα να θέλαν να δραπετεύσουν απ’ το καγκελόφραχτο παραθυράκι.

Πάντα η πρώτη στιγμή είναι σιωπή και μοναξιά μα ο εξομολόγος είναι ο οραματιστής που πρέπει να ξεκλειδώσει τα σεντούκια με τις θύελλες και τα πιθάρια με τους διαβόλους.

Η παιδούλα δίπλα μου φαινόταν συνεσταλμένη και ακόρεστη σαν άγγελος που κοίταξε κατάματα το θάνατο.

Ίσως γύρω η τόση σιωπή να με έκανε να ακούω ως και το αίμα στις φλέβες, τις κνήμες και τους μηρούς.

Άκουγα ήχους απ’ το κορμί της κι ένοιωθα τα νύχια της να θέλουν να χορέψουν μ’ ένα αρσενικό τέρας καμωμένο από ατσάλι και σπέρμα.

Άκουγα σιγά σιγά να χαϊδεύει τα μπούτια της και να κουνάει τα πόδια της. Τέντωνε δεξιά αριστερά τα γόνατα όλο και περισσότερο αφήνοντας αυτό τον ήχο που βγάζουν τα κόκαλα όταν χτυπούν στο κούφιο ξύλο.

Τα δάχτυλα σα να προχωρούσαν για να φτάσουν στα χρυσαφένια κρόσσια και την αρμονική τελειότητα τού υμένα που περιμένει κάποιο βράδυ για να ξηλωθεί και να ξεσχιστεί, αρχίζοντας το χορό του αίματος και του υπεροπτικού σφρίγους της νεότητας.

Ήμουν σιωπηλός σχεδόν με τη μισή ανάσα τού πλήθους που περιμένει στην αρένα τον ταύρο να σκίσει με τα κέρατα το παντελόνι τού ταυρομάχου.

Πλησίασα το μάτι εκεί στη μικρή τρύπα που μπορείς να δεις τα κομμάτια τού άλλου σπαρμένα εδώ κι εκεί στο ημίφως και είδα το κορίτσι να αυνανίζεται με το πρόσωπό της κολλημένο στο διχτυωτό πλάι μου και τα μέλη της όλα τεντωμένα και τα μπούτια της ανοιγμένα και τα δάχτυλα χωμένα βαθιά μέσα στο τρίχωμα να ψάχνουν.

Φαινόταν σα να μπορούσα να την αγγίξω κι έβλεπα πως λίγο λίγο ξεγύμνωνε τον κώλο της ψιθυρίζοντας με υγρή φωνή.

-Πάτερ μου, θέλω να σας πω τη μεγαλύτερη αμαρτία μου, αυτή που δε σας ψιθύρισα ακόμα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα σιωπής, με το καρδιοχτύπι να σχοινοβατεί πάνω στο συρματόσχοινο της κοινής μας αμηχανίας.

Το κορίτσι σα να πρόσταξε σε μένα τον ηδονοβλεψία εξομολόγο ψυχών, λόγια που απαιτούν αγιοσύνη και βαραίνουν πάνω στα σαγόνια και τις χαρακιές της γης που κρατά στη ζωή το σάρκινο λουρί μας δεμένο στο ερωτικό σκίρτημα και στον καυτό άνεμο.

-Η μεγαλύτερη αμαρτία μου Πάτερ, είναι πως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ τραβάω μαλακία, έχω τα δάχτυλά μου στο μέλι αυτό που γεύονται οι γλώσσες των αντρών και των γυναικών, στο μουνί μου που δε θέλει σπόρους και βροχή μα δυνατά αλέτρια, δάχτυλα να οργώσουν όλα τα κύτταρα και τις αφρισμένες μου χαίτες, να τεντώσουν και να ξεχαρβαλώσουν το κορμί μου που θέλει να γίνει απέραντο και να απλωθεί μες στο βδελυρό τρούλο της αγκαλιά του θεού.

Πέρασαν τότε, ακόμα μερικές στιγμές με ψιθύρους και βογκητά και σαλεύοντας σα μια δαιμονισμένη που την εξάρθρωσαν ηδονές που αναβλύζουν και φιλονικούνε στην αιωνιότητα, σχεδόν με δυνατή και καθαρή φωνή όλο θέληση και υπεροψία μού είπε.

-Πάτερ, αν δε με πιστεύετε ελάτε να σας δείξω.

Κι αμέσως σηκώθηκε πλατσουρίζοντας μέσα στους γλυκούς χυμούς της ανθρώπινης ζωής, τραβώντας το μαύρο παραπέτασμα που μας χώριζε, ανοίγοντας τα σκέλια της μπροστά σε μένα τον Ιούδα, ενώ με χέρι σταθερό και γρήγορο μαλακιζόταν ακόμα συνεχίζοντας να κρεμάει στα τσιγκέλια των τρούλων οργασμούς σαν σφαγμένους πετεινούς, με το αίμα τους να στάζει πάνω στην αναισχυντία της στέρησης τόσων πιστών που φαρμακώνονται για να κοιμίσουν τη φύση μέσα τους.

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία

monaxilou

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία. Πρώην αμαζόνα!
Ω θεέ και διάολε, αραχνοΰφαντη είμαι.
Μυρίζω σαν κρυφή καρδιά που υποφέρει.
Στων αντρών τη θέα ανοίγω τα ψαλίδια μου.
Παίξτε ανοιχτά μαζί μου, εσείς
αρσενικά δρολάπια που θα με καταπιείτε.
Των κολπικών υγρών μου μαδήστε την καρδούλα.
Με το μεγάλο τού ποδιού σας δάχτυλο
αιφνιδίως ακροαστείτε τα σπλάχνα μου.
Η αιχμηρή σκληρότητα θα σας κάνει να λάμψετε.
Θα σας κάνει με χίλια σύγκρυα η αδρεναλίνη κομμάτια
κι αφήστε στο βαθύ λαρύγγι μου μέσα
τον τελευταίο λυγμό της λιπόθυμης στύσης σας.
Χύσια ελέω θεού ανελέητου. Λεφτά δεν παίρνω.
Στο τζάμπα. Μεδούλι και αίμα.

Holy Diver

holy

Ένοιωθα σα να με κυνηγούσαν οι όχλοι του Ιησού στον παράδεισο για να μου καρφώσουν στα πλευρά τα φτερά της αγνότητας. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα έτρεχα να κρυφτώ πάνω στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων του παραδείσου. Έριξα γύρω μια ματιά και τη στιγμή εκείνη είδα μια κοπέλα γυμνή να φεύγει τρέχοντας προς μια συστάδα τσουκνίδες. Κατέβηκα απ’ το δέντρο σαν βαθμούχος ευγενής, μα ήμουν ο βασιλέας και ο δαίμονας όλης της πλάσης κι ο εραστής ετούτης εδώ της κοπέλας που έτριβε τις τσουκνίδες στο μουνί της βγάζοντας δάκρυα πόνου αλλά όχι χαράς. Ποιητής ουρανού και γης. Ένα τέρας. Ένα πλάσμα διφορούμενο. Ένας θεός που κανείς δεν προσευχήθηκε σ’ αυτόν παρά μονάχα θηλυκές υπάρξεις με κάθε λογής θρασύτητα με τη γλώσσα και τα χείλη και το στόμα αφήνοντας πάνω μου σάλια, αφηνιασμένες ουρλιάζοντας-Δόξα τω θεώ-Δόξα τω θεώ. Με την καύλα να κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και στην ερημιά του θανάτου σε τούτον εδώ τον παράδεισο που φουσκώνουν τ’ αρχίδια μου κι ανεμίζουν οι όμορφες χρυσές κεντημένες πούλιες κι οι κορδέλες κάτω απ’ τα κοριτσίστικα γόνατα ανάσκελες καθώς τις βρίσκει ο σπερματόσπορος απ’ τους μηρούς στο υπογάστριο κι ο ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη σαν θεριό ανήμερο, ο μέγας εξεταστής ο κόκορας που ψιθυρίζει όπως ο μπέης της Αλγερίας στα κορίτσια ερωτόλογα και αινίγματα για την ολάνοιχτη εξοχή της σάρκας και τους αλλόφρονες εφιάλτες. Τη στέρηση που σε φτάνει στο έγκλημα και στον τάφο. Ωστόσο δια παντός θα ακτινοβολείτε κορίτσια ζέστα απ’ τα έγκατα και να ξέρετε πως έχει μια κρεατοελιά ο θάνατος στα κωλομέρια. Σφάξτε τον λοιπόν, την ώρα που σας γαμεί μες στη λάσπη της νύχτας κι ελάτε άσπιλες με τις οσμές σας στο δρόμο μου. Στο δρόμο του θεού. Εκδηλώσεις υποταγής δεν θέλω.

Πρελούδιο

bellissimo-1-900x900

Πάω να συναντήσω τα κυκλάμινα και τη Μούσα
που με θέλει γαντζωμένο στο αιδοίο της, μανούλα.
Στήθος με στήθος να συνθλίψουμε τις ρόγες μας.
Την περεστρόικα τραγανισμένων οργασμών αφού
τα υγρά κόποις κτώνται, στις εξοχές αβέρτα χύνοντας
ανάμεσα στις γάμπες, αναβλασταίνοντας της Οσίας
Παρθενίας τα βαρβάτα χαμομήλια. Δεν προσδοκώ
ανάσταση νεκρών μα στων γυμνωμένων γυναικών
τα λιβάδια ένα θάνατο γλυκό σαν μπακλαβά.

Ισπανική υποχώρηση Ή εγκάρδιος χαιρετισμός στη Betty Tompkins

betty

Τους συνετούς δεν συμπαθώ και της σύνεσης
την ψεύτρα ομορφιά. Γλώσσα τραχιά του πόθου,
σκλάβα που θα με συντροφέψει στην πτώση και
το θάνατο. Ενθυμούμε λυγμούς επικήδειους,
ωραία ζαρζαβατικά και πρωτοβρόχια. Εσένα
ως λαφίνα ραβδωτή με φουσκωτά οπίσθια
και το δάκρυ ως κάτω εκεί στο φύλλο σου.
Την αγένεια του κοινού ρυθμίζοντας, το οικείο
δράμα των καυλωμένων πούτσων, περιμένοντας
τη θεία στιγμή όπου ο ταύρος θα ξεσκίσει με τα
κέρατα τού ταυρομάχου το βρακί με τους ήλιους
και τα άστρα και τις ίριδες.

Η ηδονή άδεται μεγαλοφώνως

viks32

δεν μπορεί να είναι πιο χλωμά της ποιήσεως τα βάθη
τα δωρεάν λαίμαργα βυζάκια τα μεγάλα βρε και τα
μικρά και τα ψεύτικα που καλπάζουν προς τους ροδο-
κόκκινους τοκετούς τις νιφάδες και το λήθαργο της
αγρύπνιας χλευαστικών φιλιών στο νυχτόφως τροφή
των ποντικών και των αναμνήσεων γουρούνες όλο εγκώ-
μια αφόδευσης τού μέσα θεού που έγινε κοπριά και
ελεήμων καπιταλιστής χριστούλης στο εκτυφλωτικό
ηλεκτρόφως της σφαγής και στα διπλά λογιστικά βι-
βλία οργασμών που πέτρωσαν στις γιορτινές μας λαιμαργίες

Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου

135789682511january2013background

Σας δείχνω τα νεφρά μου
κούφια σαν το μεδούλι του γουρουνιού
Το χρήμα και τη φτώχεια να χαϊδεύουν
τη μαλλιαρή χαίτη του εβραίου
που μαδάει την καρδιά του σαν μαργαρίτα
Ένα Ισραήλ από σάπιο αίμα και αποτρίχωση
Σπαθιά φαλλικά ψημένα κάτω από άγουρες μασχάλες
και το βυζί της δασκάλας που γέρασε
με όλο το παιδικό μου σπέρμα πάνω στη ράχη της
από λεία κόκκαλα και προσευχές
Φιλανθρωπίες απ’ την κοιλιά του θηρίου δάχτυλα
όλο δάχτυλα παστωμένα αφρό και σαπούνι και σκατούλια
Σας δείχνω τα νεφρά μου
τα μαργαριταρένια απ’ τον πόθο
Σας δείχνω τον ευτράπελο ποιητικό μου κώλο
ένα μεζέ για τις οσμές της εφηβείας
Ηδονή κρυμμένη στις πέτρες
και στους τεφρούς μαστούς της ειμαρμένης
Βρέφος θα ξαναγίνω, μα τη μήτρα!
πεταλούδα που ξεμπουκάρει με όλη τη λίγδα
απ’ τα χύσια της έμπνευσης στα φτερά της
Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου
μες στη ζοφώδη χλιαρότητα του αφρισμένου σου αιδοίου
Να με θάψουν εκεί που κουρνιάζουν οι μιγάδες
ωσάν ξελεπιασμένοι ήλιοι
γλείφοντας της παπαρούνας την μακάβρια κλειτορίδα
Κοιτάζοντας έναν λαό πεινασμένο
να καταβροχθίζει το σπέρμα του στην ξηρασία
Σας αφήνω το χορτάτο κορμί μου από λύσσα
Τη διαστημική ψυχούλα μου
Του απόδημου σκύλου τα βγαλμένα μάτια