Εδώ Συρία Ή Ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να είναι αφόρητος

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

gettyimages-458903556

Είναι που αρχίζει να ακούγεται το μουρμουρητό μιας πηγής, σα να τροχίζει μια γριά δράκαινα τα δόντια της πάνω στις πέτρες και οι αληθινοί ήρωες να παίρνουν θέση κάτω απ’ αυτό τον ουρανό που τον γαβγίζουν τα σκυλιά.

Η εμφάνισή τους δεν είναι ηρωική. Δεν εντυπωσιάζουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Ο Ντοστογιέβσκι θα κοιτούσε με τις ώρες τα ερείπια. Θα κρατούσε σημειώσεις στο διαβολικό του στήθος για μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπονόμους, γεμάτη καλώδια και σωρούς από λευκά ανθάκια πάνω απ’ την καταστροφή, ακούγοντας αυτό το περιπαθές τραγουδάκι τού αισιόδοξου μηδενιστή.

Μια πόλη γεμάτη μικρούς αόμματους αγίους. Αλήτες που κάνουν πλιάτσικο στα λατομεία, βίδες και σίδερα για να μοντάρουν μιαν αυτοσχέδια σκεπή, τακτοποιώντας τις πληγές τους.

Εργαστήρια αυτοσχέδια που βαλσαμώνουν με γύψο τους ανάπηρους ζωντανούς.

Μια γυναίκα που ψάχνει κουρέλια για πάνες.

Μικροί μελαμψοί σατανάδες που κόβουν απ’ τα λάστιχα με το μαχαίρι κομμάτια για να φτιάξουν παπούτσια και σόλες για τα ξυπόλητα τάγματα.

Οι λαθρέμποροι που φέρνουν τα καύσιμα κι ο ταχυδρόμος που ψάχνει αριθμούς στο μέσο της κόλασης.

Πόλη γεμάτη βροχές και αστραπές κι ανεμοθύελλες.

Πόλη κρεμασμένη ανάποδα απ’ τα ρολόγια των μελαγχολικών εραστών και ιστορίες αδάκρυτα σπαρακτικές που τις ξεκοκαλίζουν ηλίθιοι χοντροί εκδότες στα γκέτο της διανόησης της δύσης, τρέφοντας με κάλπικο εμπορικό συναίσθημα αυτά τα λεφούσια των γελοίων σμπαραλιασμένων αστών.

Μετά τις οδομαχίες καταφθάνουν οι τζαμάδες με τις πένσες και οι μανταρίστρες με τα βελόνια. Εφημερεύοντες γιατροί δουλεύουν μέρα νύχτα σε αυτοσχέδιες κλινικές για να σώσουν τους επιζώντες.

Σάρκες και βλέμματα ανασταίνονται αφού τα είχε αποσυνθέσει το θρησκευτικό φύραμα έπειτα απ’ τον εμφύλιο λήθαργο της σφαγής.

Φαίνεται πως κανείς δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό το χάος, μόνο μια γωνίτσα καθαρή, αφού ξέρουν ότι οι δολοφόνοι θα επανέλθουν την επόμενη δεκαετία ή την επόμενη βδομάδα.

Ακούν τα κορίτσια την ηχώ των ορέων και την ηχώ των ωραίων. Με τα σκέλια διπλωμένα στις ομοηχίες τού πολέμου και της ζωής, δίπλα σε κατουρημένους γέρους που τους βομβάρδισαν οι Αμερικάνοι και δίπλα σε βρέφη που τους δάγκωσε το τρυφερό κρέας ο Αλλάχ για να πάρει δύναμη.

Μα, ένα σμάρι από μικρούς σοφούς Σίσυφους θα ξαναχτίσει τη ζωή απ’ τα ερείπιά της.

θα ανέβουν απ’ το χώμα και τη σάρκα για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου, εκεί, που η επιστήμη και η μεταφυσική σαν σιαμαία αδερφάκια διδάσκουν την απελπισία και το όργιο της σφαγής.

Θα καταφέρουν για λίγο να ρίξουν στα δεσμά τον χάροντα, θα καταφέρουν να κάνουν τις μήτρες γόνιμες και θα γράψουν ποιήματα για το θεό που ιππεύει γυμνός στους δρόμους σαν τη Λαίδη Γκοντίβα, με τα σκυλιά να τρέχουν πίσω γαυγίζοντας, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας την καμένη σημαία της Συρίας που την πυρπόλησε ο παρδαλός δράκος καπιταλιστής με τα χνώτα του.