Δέηση την Αυγή

deisis

Κάνω τις ευχές μου πλάι στην όμορφη θάλασσα.
Τώρα με θέλγουν κλαψιάρικα αλλήθωρα ηλιοβασιλέματα.
Οι Κινέζοι έμποροι που επέστρεψαν στο στρατόπεδο της Ευρώπης.
Στα μαυσωλεία επιπλωμένων σπιτιών με άσπρο χρώμα.
Και δράκους πεσμένους στα γόνατα που μαθαίνουν αγγλικά.

Δεν ξεχνώ τις καυτερές πιπεριές και τους συναγερμούς.
Τα κολιέ που έβγαζαν απ’ τις στάχτες οι Γάλλοι διανοητές.
Στις αποικίες. Το αίμα στα εξώφυλλα. Λεκέδες της υπεραξίας
κι ενός αρχιδούκα που ψιθύριζε πάνω απ’ τους χάρτες. Για

το Κονγκό που δε θα το ταξιδέψω ποτέ. Γράφω.
Για τη Σενεγάλη που έχωσε το δάχτυλο στον πρωκτό του θεού.
Τους κανίβαλους που λατρεύουν την παναγία.
Στα μεταλλεία χρυσού. Στα πιθάρια μέσα που μεταφέρουν
βγαλμένα μάτια ανταρτών Αγίων. Έκφυλων.

Κοριτσιών που ονειρεύτηκαν παντρολογήματα και καταιγίδες
φιλιών. Και το ιερό ελάφι της θεάς στραγγαλισμένο
στο σαφάρι Ελβετών γιατρών. Στα κουζινάκια από χώμα
που δε γρυλίζει ο Ταρζάν και τ’ αφεντικό
παραμονεύει με τα χρυσά του δόντια το φαί του κόσμου.

Ο δρόμος προς το Ποίημα

odro

Όταν ο πόνος αφήνει τη σύζυγό του. Την ηδονή.
Ελεύθερη με τον κάθε τυχόντα. Ακόμα και τα βούρλα
αγαπούν. Κι όχι ψεύτικα. Όταν βγάζεις την κάλτσα
είναι αδύνατο σχεδόν να μην τρέμω.
Να μην ονειρεύομαι ανάμεσα στο λίγο κενό

ως λόγιος ή ως καυλωμένος που γεύεται μυστικές
σταγόνες αθέατες
απ’ τα χαρτομάντιλα και τις ατασθαλίες της νηφαλιότητας.
Πρωκτικός ή στοματικός
στις ακαριαίες ψυχρολουσίες της ανίας
στο χρόνο που χάνουμε μακριά
απ’ τις αγκαλιές και το γλυκό γαμήσι.

Στο χρόνο. Που ελεύθερο σε αφήνει να σουτάρεις.
Να εκτεθείς απέραντος
στην παλαβομάρα της εκσπερμάτωσης.
Φεγγάρι ψυχρό και πολυάσχολο κάνοντας κύκλους
πάνω απ’ τον παράδεισο. Μοιράζοντας φυλλάδια
προπαγάνδας. Λιπαντικά ασφαλούς διείσδυσης στον πεθαμό.

Τη στιγμή που λες Πεθαίνω και η πεθαμάρα είναι καύλα.
Ο σπασμένος άξονας των φόβων.
Τόσο που ακόμα και τα κατρουλιά σού φαίνονται
όπως φαίνονται στα πρόβατα και στα γουρούνια
και στις κότες που χωνεύουν το φαγάκι τους και γαμούν
ασχέτως συνθηκών. Σβέλτα. Ή πλάι σε φωτιές
οι αδέσποτοι σκύλοι.

Χαζεμένοι. Από αλητεία. Και πολλές φορές από πείνα
όταν μένει μια κρύα καρδιά στο δρόμο προς εσένα.

 

Τραγούδι της χθεσινής βροχής

auti

Ο ήχος της βροχής είναι παλιά φιλενάδα.
Στα τέσσερα.
Σαν πολεμώ τα ζόρια.
Κάτω απ’ το φόρεμά της απόθεσαν οι εγωμανιακοί
τα σκήπτρα τους. Ένα σεμνότυφο χείλι. Δαγκωμένο.

Τις συγχωρούσα όλες σαν ξάπλωναν ανάσκελα σαν ερπετά.
Σαύρες που βαστήχτηκα απ’ την κομμένη τους ουρά.
Ποτέ μου δεν υπήρξα ακέραιος νους. Οι ειδήμονες
το μυρίστηκαν απ’ τα χνώτα.

Χασομέρηδες εραστές στεγνοί και φωτισμένοι.
Με όση θεία φώτιση έκρυβαν στο πικρό χιούμορ.
Τις κόκκινες σάλτσες που πάλευαν να νοστιμίσουν οι αγαπητικιές.
Τα ωραία ζιβάγκο για τους λιγνούς ακαδημαϊκούς λαιμούς
που με κρύβουν απ’ τις τσούπες.
Αυτές που σπουδάζουν τις μπαλάντες στα κάτεργα
για να πάρουν μισθό και πτυχίο.

Ύστερα πάντα τα συμπόσια επιστρέφουν τα κλοπιμαία
στις κοιλιές των μικρών μαθητών. Στο λήθαργο.
Που αφήνει ένα ωραίο ζεστό κατούρημα το ξημέρωμα.
Λίγο πριν πρόωρα πεθάνει ο ύπνος.

Υπάρχω. Κι όσο υπάρχω δεν ξέρω τι θα πει αυτό.

Η κυρά Σαρακοστή

kirasarakosti

Η κυρά Σαρακοστή με τα εφτά της πόδια
κρύβει κάτω απ’ τη φούστα της
έξι μουνάκια ερωτιάρικα ορθόδοξα
υγρά λαχανιασμένα. Πλήθος συρρέουν
οι πιστοί, οι θάνατοι και τα ωραία φαντάσματα
αγίων, σε τούτη την πολυεύσπλαχνη γυνή
που διαθέτει δυο βυζιά ένα αφαλό και έξι κλειτορίδες.
Μα, έξι ψωλές όλο γι’ αυτόν
τον γδούπο της αγάπης χάνονται.
Χύνουν κι οι έξι τους μαζί ή εκ περιτροπής
κάθε φορά κι έπειτα άλλοι έξι παίρνουνε σειρά.
Είναι φλεβάρης κουτσοφλέβαρος που περιμένει
οργασμούς κάτω απ’ τη φούστα της κυρά Σαρακοστής.
Απ’ τα μεγάφωνα ο σεβάσμιος παππούλης
μην σπρώχνεστε αδερφοί! αναφωνεί
για σας φροντίζει ο θεός που είναι απέραντα καλός
φτιάχνοντας μηχανές του σεξ ορθόδοξες
μεγαλομάτες παιχνιδιάρικες ζεστές
Κι εσείς τεκνά που διαμαρτύρεστε
πως είναι η σούφρα της σφιχτή, να ξέρετε
πως, με σάλιο και υπομονή κι ο κώλος γίνεται μουνί
Ω! μες στα εράσμια λιβάνια ακούγονται
οι πορδίτσες της κυρά Σαρακοστής
-σεξτέτο ουράνιων πνευστών-
αρωματίζοντας τη γαμησονηστεία που απαιτεί σωστή διατροφή
σαλάτες καλαμάρια και σουπιές
χταπόδια φασολάκια και λουκούμι Συριανό

Η ισορροπία γεννάει τέρατα

Taina B

Η ισορροπία γεννάει τέρατα.
Σαν κάποιος ανώμαλος θεατής
που ξόδεψε όλα του τα χρήματα για να ψωνίσει ενοχές.
Οι τύψεις και τα γερατειά. Ισχύς εν αχρηστία.

Σε λατρεύω αφότου χάθηκες.
Μετράω τις χάντρες της Ανατολής και τις σεξουαλικές προτάσεις
της εβδομάδας. Σαν έρθει η ώρα θα πω Τετέλεσται.
Κι ίσως κλάψω αφήνοντας στη διαθήκη μου τη στιλπνότητα των
διδαγμάτων όσων μου έμαθες.

Οι ψυχίατροι αντιμάχονται το λευκό σου στήθος.
Ωχρά μπούτια. Και αχόρταγος.
Από νεύρα και νεκρανάσταση.
Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως είμαι μεγαλόψυχος και ικανός άντρας
με βαρβάτη στύση. Και κάθε μουνί που παρεισφρέει στο ποίημα
είναι για να τρομάζει μόνο και να παρηγορεί.

Ω ναι, ανακάλυψα αυτό το άνθισμα στην καρδιά μου κουρδίζοντας την
αποχαύνωση. Του φιδιού το ψυχρό σώμα στο λιοπύρι.
Μα διαθέτω μια ζεστή καρδιά. Μεζέ.
Για τις μέγαιρες που μου δείχνουν τα δόντια τους.
Για τους υπαλλήλους του θεού.
Για τις κοπέλες που αποψιλώνουν τη μάταιη κατοικία τους.

Τρυφερά πάντα θέλουμε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που μας δίνεται.
Βόμβες ίσως πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Και μετά αδέξια αβέρτα φιλολογικά νεκρόδειπνα.

Η Θεά και ο Βοσκός

pnevma

Επειδή οι εραστές πιστεύουν στην πραγματικότητα αυτού τού ζωτικού ψεύδους που τούς κάνει να γενιούνται ξανά και ξανά, ξεχνώντας για λίγο το θάνατο και την επιστροφή στη λάσπη, φτάνουν πιο γοργά στην αλήθεια.

Η τέλεια ανθρωπιά τους διαθέτει έναν τερατώδη τόνο.

Χοντρές γριές με κίτρινα φουστάνια και σχισμένα καλσόν λικνίζονται πάνω από τριαντάφυλλα που λάμπουν.

Μνήμες απ’ το χάδι της σμίλης του δημιουργού που περνά πάνω απ’ τις μορφές όπως τα χείλη που ακραγγίζουν έναν κλειστό κάλυκα.

Όταν εμείς, οι δια παντός θνητοί, γίνόμαστε εραστές δηλαδή δημιουργοί χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθιά και να ψάξουμε στα σκοτεινά πηγάδια του εαυτού μας τον αντίλαλο των βουβών εκμηστηρεύσεων του Άλλου.

Διότι δίχως τον Άλλο δεν μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί.

Να γράψουμε και να ξεγράψουμε ύμνους στις προστυχιές που μας γέννησαν.

Να στήψουμε πάνω απ’ το φόβο το μελάνι που πετάγεται στους τοίχους και την ανία τού ζην που σκεπάζει αργά αργά τις καρδιές μας μέσα στη μοναξιά τού ουρανού των ηδονών που μοιράζονται απλόχερα στους μελλοθάνατους.

Η επιστήμη της ηδονής, η θρησκεία του έρωτα, η απελπισία του και η ανάγκη του για αιωνιότητα, αυτή η πελώρια βοή των υγρών και των σάλιων βρίσκεται ολόκληρη στην πνοή της σάρκας που βγάζει ο σπασμός τού μουνιού όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Όταν τα στόματα δεν ομιλούν αλλά συνευρίσκονται για να γεννήσουν καινούργιες λέξεις και ποιήματα.

Καύλες που τα δεσμά των ομφαλών τους λύνονται σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες. Αφήνοντας μες στο σύμπαν τις σεξουαλικές σαύρες να τρυπώνουν με την ακατανόητη δεξιότητά τους στα μυαλά των ανθρώπων.

Εκεί που γεννήθηκε ο έρωτας, στις πρώτες λέξεις που χαράχτηκαν πάνω στους βράχους και στην υγρασία που άφηνε ο χρόνος πάνω στην πέτσα της λάβας.

Εκεί που ένας βοσκός Σουμέριος έλεγε: Ας πλέξει σε τραγούδι ο ποιητής αυτό που θα διηγηθώ. Τον έρωτά μου με μια θεά. Το ζευγάρωμα μιας θεάς και ενός βοσκού.

Της θεάς που αγάπησε εκείνη τη νύχτα σα να ήταν θνητή και του βοσκού που έγινε αθάνατος όσο κράτησε η νύχτα.

Επαρχιακής πολίχνης ατέρμον πένθος ακολάστου Οσίου Βαλεντίνου

tol

Αυτή η πόλη με τους δύσκολους άντρες
και τα σκυλιά που σουλατσάρουν για το
ξεροκόμματο πέρα δώθε ξορκίζοντας τις
φριχτές αρρώστιες και τις ψείρες που
γλείφουν τα γεννητικά τους όργανα
Αυτή η πόλη με τις οσμές και τις μνήμες
που πνίγονται σε λεμονάδες και βραστά
αυγά που χοχλάζουν Αυτή η πόλη με τους
δόγηδες εμπειρίκους των άσεμνων ηδονών
και τους μικρούς άτακτους Ρώσους που
παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά και
κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση
Αυτή η πόλη που τρέχει στα τυφλά μες
στο σύμπαν και χτυπιέται στους τοίχους
της Άνοιξης κάθε πού ουρλιάζει ο Pound
μεσ’ απ’ το τρελάδικο βλαμμένος σαν
γραφομηχανή στο βυθό σαν μουνί σπλάχνο
τού Βαν Γκογκ Αυτή η πόλη που άκουσε
Μπραμς στο πένθος του χλωμού ινδιάνου
Το σκόρο να σαπίζει το κρέας τη σάρκα
το πουρί πριν τραβήξει η φθορά καζανάκι
Όσο θρεμμένο σκατό αργά αργά γαλαζόθρεφτο
λίπασμα μουρλά ποιήματα που τα ξεφόρτωσαν
οι τυφλοπόντικες Αυτή η πόλη που κρέμασε
στην κλειτορίδα της αντάρτες που ανάβλυσαν
κόκκινο φρέσκο μεδούλι ληστές και σάτυρους
και συν αυτώ θνητούς που μαλακίστηκαν σε
ασανσέρ σε μπαλκόνια επαρχιακά το καλοκαίρι
Αυτή η πόλη είναι η ψωλή μου τρελό πουτανάκι
που σε λένε ζωή ζώο ζουλάπι Εσείς τουαλέτες
ξέμπαρκες στο γαμήσι και στο θάνατο
που χάθηκα ξοπίσω σας.