Ο δρόμος προς το Ποίημα

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

odro

Όταν ο πόνος αφήνει τη σύζυγό του. Την ηδονή.
Ελεύθερη με τον κάθε τυχόντα. Ακόμα και τα βούρλα
αγαπούν. Κι όχι ψεύτικα. Όταν βγάζεις την κάλτσα
είναι αδύνατο σχεδόν να μην τρέμω.
Να μην ονειρεύομαι ανάμεσα στο λίγο κενό

ως λόγιος ή ως καυλωμένος που γεύεται μυστικές
σταγόνες αθέατες
απ’ τα χαρτομάντιλα και τις ατασθαλίες της νηφαλιότητας.
Πρωκτικός ή στοματικός
στις ακαριαίες ψυχρολουσίες της ανίας
στο χρόνο που χάνουμε μακριά
απ’ τις αγκαλιές και το γλυκό γαμήσι.

Στο χρόνο. Που ελεύθερο σε αφήνει να σουτάρεις.
Να εκτεθείς απέραντος
στην παλαβομάρα της εκσπερμάτωσης.
Φεγγάρι ψυχρό και πολυάσχολο κάνοντας κύκλους
πάνω απ’ τον παράδεισο. Μοιράζοντας φυλλάδια
προπαγάνδας. Λιπαντικά ασφαλούς διείσδυσης στον πεθαμό.

Τη στιγμή που λες Πεθαίνω και η πεθαμάρα είναι καύλα.
Ο σπασμένος άξονας των φόβων.
Τόσο που ακόμα και τα κατρουλιά σού φαίνονται
όπως φαίνονται στα πρόβατα και στα γουρούνια
και στις κότες που χωνεύουν το φαγάκι τους και γαμούν
ασχέτως συνθηκών. Σβέλτα. Ή πλάι σε φωτιές
οι αδέσποτοι σκύλοι.

Χαζεμένοι. Από αλητεία. Και πολλές φορές από πείνα
όταν μένει μια κρύα καρδιά στο δρόμο προς εσένα.