Ερωτική μηχανική πάνω και κάτω άκρων

by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

dio

Ο άνθρωπος πουλάει το κορμί του για να αγοράσει χρόνο, γλώσσα, εργαλεία, όπλα, κυριαρχία.

Σ’ έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν επιτρέπει ανάπαυλα, η τεμπελιά δεν έχει καμία θέση. Και μένει εκείνη η μελαγχολία στη μνήμη του ματιού που πάντα λυσσάει από επιθυμία και για στιγμές έξω απ’ το χρόνο.

Μας εξαπατούν λέγοντάς μας πως για να χορτάσουμε πρέπει να καταβροχθίσουμε τη Φύση, μα καταβροχθίζοντας τη Φύση καταβροχθίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανθρωπότητα εξαπατήθηκε από τις μάσκες των θεών που έφτιαξε για να τρομάζει το Χρόνο, πέφτοντας στην παγίδα.

Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις τα καλούπια. Μα δυο γυμνά κορμιά μπορούν να σπάσουν τα κούφια καλούπια.

Οι εξαρτημένοι πολιτικοί απ’ τα σκατούλια των πλουσίων, οι μαφίες, οι πράκτορες της δίωξης, η αστυνομία, οι εκκλησίες και τα μήντια δεν θέλουν ανθρώπους αλλά εργαλεία και πιστούς.

Οι λέξεις τους δεν μπορούν να πουν όσα λέει ένα σώμα.

Οι λέξεις τους είναι μαγαρισμένες από πετρέλαιο, απόδοση, αριστεία. Μα δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν περισσότερες λέξεις, τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο, αναγνωρίζοντας το μεγάλο και ρυθμιστικό χέρι της Φύσης που δεν έχει αρχές και εξουσίες, ανακαλύπτοντας ένα δράμα επιβίωσης όπου τίποτε δεν προκαθορίζεται.

Δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν ότι το πρόσωπο της Φύσης λάμπει από χαρά παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση, διασκεδάζοντας μπρος στις τόσες συσσωρευμένες αντιφάσεις.

Γνωρίζουν πως καμιά θεολογική ρύθμιση δεν καθορίζει τις πράξεις και το ήθος των ειδών, παρά μιαν αιωνίως ατέρμων μεταβολή ωθεί κάθε ζώο σε προσαρμογή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό ή σε μεταμόρφωση.

Δυο γυμνά κορμιά λιώνουν μέσα στην ανακουφιστική σχάση της συνουσίας, αναγνωρίζοντας άφθονα νοητικά σπέρματα στα ερωτικά ήθη, χωρίς να πολυσκοτίζονται για την αρχέτυπη καταβολή τους.

Όπως η γλώσσα δεν σχεδιάστηκε για να μεταδίδει πληροφορίες έτσι και ο λόγος δεν δημιουργήθηκε για να φυλακίσει το ένστιχτο.

Το άνοιγμα ή η σχισμή ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο τόπος στον οποίο οδηγούμαστε τυφλά.

Εκεί θέλουμε να χώσουμε τη μουσούδα μας, βυθίζοντας όλο μας το Είναι κάθε φορά στα ερωτικά όργανα, που περιμένουν τη βουκέντρα τού βλέμματος για να ερεθίσουν και να ερεθιστούν.

Τώρα τραβάω μια χαρακιά, έναν μεσημβρινό πάνω στο φλοιό της γης, ανάμεσα σ’ αυτή τη σχισμή που χωρίζει τις δυο πλευρές του σώματος και το άνοιγμα που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη απ’ την Αφρική.

Γράφω τις λέξεις που θα σπάσουν το κούφιο καλούπι, βυθισμένος στη μαγεμένη άχρονη αθωότητα που στέκεται απέναντι στην εκμετάλλευση και στη σκλαβιά.

Γράφω ανακαλύπτοντας τη μυστική τοπολογία των πραγμάτων.

Τα ψηλαφώ, τα χαϊδεύω, τα οδηγώ σε οργασμό.

Ξέρω πως δυο γυμνά κορμιά ενδίδουν στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, προκειμένου να διατυμπανίσουν πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος.