Liberte

stasi liberte

Κατεβήκαμε στη στάση Liberte
Σε πήρα ολόκληρη στο στόμα και με είπες
αχαλίνωτο καταπιόνα
και σε είπα αλατισμένη με φεγγάρι
Αχ! μόνο οι τρελοί ξέρουν να γαμάνε
χωρίς να πουλιούνται
Κλάψε τώρα ανελέητε θεέ
που δεν έχεις αυτό που έχω στο στόμα
Κλάψε τώρα θεέ δίχως γλώσσα
καμωμένε από ποταμούς αίματος
Εσύ αθάνατος κι αγάμητος
κι εγώ θνητός γλωσσοπλάστης

Σύντομη ιστορία του ματιού

sintomi

Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν γύρω σου
είναι σκέψεις δικές μου και σκευωρίες
από σάλιο είναι το καλωσόρισμα στα
ομόκεντρα μπούτια είναι του φιλαναγνώστη

ο ρόγχος τα δέκα δάχτυλα που θα βοσκήσουν
την ευτυχία και τις κλωστές απ’ τα χιτώνια
των χωροφυλάκων. Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν
γύρω σου είναι ποιητικές ιδέες από ρώσικο

ατσάλι και λέπια από χοντρόκωλες νεράιδες.
Τα μαδάν στις συνουσίες οι εραστές σου
άλλοι άχαρα κι άλλοι με τα παλαβά γαμψά τους
νύχια σε γδέρνουν για να φτάσουν στο μεδούλι

να τυφλώσουν το ζηλιάρη ήλιο μες στα μάτια σου.

Κύκνειο χάσμα

lida

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά
και αντικλείδια για τον κόρφο της Λήδας
αφού είστε κύκνοι υπεράνω κάθε υποψίας
και τα δόντια σας γεύονται σφάγια από

Τραγανές Αγίες και τα δάχτυλα των ποδιών
σας μελετούν την ωμοπλάτη μιας Μαρίας
φαγωμένης απ’ τη λέρα των αιώνων και μιας
αχόρταγης κυρίας με ανθισμένα έντερα

που κεντά το εργόχειρο των ηδονών και
τη γαλατένια της μελαγχολία όταν
ξεσπά σε γλειψιές πάνω στο πέος και
στην τριχωτή κοιλιά του Εωσφόρου

που γαντζώνεται στο λαιμό του κύκνου
σαν μικρό ευαίσθητο θηρίο νυμφευμένο
με τον απαλό πάτο της Λήδας και το
αφελές της αιδοίο και τις πασαλειμμένες

κορφές από σπερματόσπορο στα γλυπτά
κωλομέρια που θα τα πάρει μαζί της
στον τάφο

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα

rempo

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα
αι βάται αι φλεγόμεναι που διαολίζουν
τους φιλολόγους του πανεπιστημίου Αθηνών
και τους ψάλτες με τα χάλκινα λαρύγγια

και ως μεγαλόσωμοι κυρίαρχοι του κόσμου
των ποιητών αφηγούνται τις σκοτεινές
συνουσίες κάτω απ’ τις κουνουπιέρες
της Αφρικής και κάτω απ’ τα πουκάμισα

της Εσπερίας αφήνοντάς μας χρησμούς
για να κοιμηθούμε ανήσυχοι με το πουλί
στο χέρι σκεπτόμενοι πάντα τις αναξιόπιστες
δηλώσεις των εραστών για τον έρωτα και

των τρελών για την τρέλα τις χώρες που
περπάτησαν με τη γλώσσα και τους πνίχτες
στους λαιμούς απ’ τη χρυσοθηρία βυζαίνοντας
πάντα απ’ τη συκιά του σύμπαντος γάλα

ρεύσις της φύσεως γάλα του γαλαξία γάλα
κατσικίσιο απ’ τη ρόγα γάλα του μύθου της
φλεγομένης Αιθιοπίας που εκέρδισε το
παγκόσμιο πρωτάθλημα οργασμού και πείνας

και το παγκόσμιο πρωτάθλημα αλητείας
όσων άφησαν εκεί τα κόκαλά τους και μια
φράση που άνθισε στην έρημο σαν το πρώτο
άγριο φύσημα του αγέρα που τύφλωσε τα

καραβάνια και τα πήγε ντουγρού στην
έκσταση του απέραντου άγνωστου κόσμου

Πνεύμα

pnema

Με φώτισε το Άγιον πνεύμα
και μου άλλαξε τα φώτα. Ένα
μεγάφωνο φύτρωσε στον
κώλο της Αγίας Τριάδας με τον

τριαδικό θεό να ζαλίζεται απ’ τα
κοριτσόπουλα που δε φοράν
βρακί σαν ώριμες λέξεις που
ξέρουν τη θέλουν στο δέρμα τους

σαν μιαν ανεπανόρθωτη βλάβη
σαν μια ζαρκάδα Αφροδίτη
χορευταρού με αφρούς και
κύματα σαν κάτι θηλυκό με θηλές

και στήθια σαν αυτά που ψιθύριζε
ο Απολλινέρ στη Μουσα του Λουίζα
εν μέσω καύσωνος και κάψας
9 πόρτες έχει το κορμί σου Λουίζα

κι εγώ κατάφερα όλες να τις ανοίξω.

Όχι κι ένα τόσο ένδοξο ποίημα

LA-REGINA-DELLE-BANANE-BANANAS-QUEEN-2

Κανένας θεατής δεν μετανοεί ούτε
οι σκυλόφραγκοι που χορεύουν γύρω
απ’ τα φοβερά κουνούπια ούτε οι
Τάταροι που θεραπεύουν το χτικιό

του έρωτα στα πεδία των μαχών
σκεπτόμενοι αιδοία της γαλλικής
σχολής των αποδομιστών αποδομώντας
τις κουτσουλιές των πουλιών και

το λυσσασμένο Μαρξισμό εως εσχάτων.
Έως να ψηθεί καλά το συκώτι του
αρχιμάστορα και η γυναίκα του να
δραπετεύσει απ’ το καταραμένο γεφύρι

γυμνή όπως θάφτηκε και γυμνή όπως
γεννήθηκε για να μας αλλάζει τα φώτα
στη φαντεζί μυθολογία πέριξ του
Αμβρακικού με τις σκληρές πέτρες

και τις αστραπές με τα ψόφια ψάρια
απ’ τους κολπικούς σπασμούς του
ηφαιστείου που κοιμάται στην κοιλιά
της αρβανιτιάς περιμένοντας τους

εξωμότες και τα χασίσια του Ελμπασάν
για να δουν άσπρη μέρα και να ζαλιστούν
αγναντεύοντας το γεφύρι της Άρτας και
μια νοικοκυρά στο παράθυρο όλο ερωτισμό

μικροαστικής φύσεως με τα ένδοξα
μπικουτί και τη μπανάνα να γλιστρά
στον καλό μύλο που τα αλέθει όλα
τα πάθη και τις βιταμίνες και τα

υγρά που στάζουν στα αρειμάνια
χείλη εκεί που δεν πιάνει το
μελάνι και το κραγιόν αλλά το
σπέρμα των αποδομιστών και των

ελασσόνων.

Ημιπορτραίτο λαμπυριζούσης νοικοκυράς

ημιπορτραιτο

Οι δρόμοι γέμισαν δάκρυα Κύριε σκοτεινέ συνωμότη
που συναρμολογείς με τέχνη τα κομμάτια του παζλ

υλικά του υψίστου νου των καλλιγράφων που γδύνουν
όλα τα εκτροχιασμένα συναισθήματα στις κουζίνες εκεί

που θρυμματίζονται οι αφανέρωτες τάσεις των γυναικών
για έρωτες και αύτανδρους οργασμούς τρικούβερτους

και πολλαπλούς με σκόρδα κατσαρόλες και περίοδο
μουνίλα αρχαγγελική εξεγερμένες ωοθήκες πρόστυχες

σμιλευμένες στα αιωνίως αμαρτωλά παραστρατήματα
του μυαλού με το γέλιο να ανθίζει στον αφαλό και τα

δόντια να δαγκώνουν αυτό το σφιχτό αυγό της ψυχούλας
τα ματιασμένα ένστιχτα των φαλακροκοράκων εντός κι

εκτός αντρών τυφλών μπανιστηρτζίδων σαλεμένων τόσο
όσο ένα ανώμαλο αγοράκι που καρτερεί τον ίσκιο του

θανάτου κάτω απ’ τις φούστες γλειφιτζούρι μαντολάτο
και μαλλί της γριάς μαδημένο απ’ τα γενναιόδωρα όνειρα

της φθοράς