Σημειώσεις πάνω στο δέρμα της

drawing-nude-in-summerquot-by-loui-jover-redbubble-1359748376_b

Όλες οι μεγάλες πόλεις σού ανήκουν.
Γνωρίζουν οι μεταφραστές της εποχής
την ένρινη λαχτάρα σου για σεξοσέξ
μέσα στη λαύρα του μεσημεριού και

το αρχαϊκό σου χαμόγελο στους δρόμους
απολαμβάνουν. Σε μυρίζουν βαθιά
χαμομήλια μελίγγια της απατηλής
Πεντέλης και του Υμηττού τα δάχτυλα

τα πετρωμένα. Οικογενειάρχες και
μαρμαρωμένοι βασιλιάδες Νεαροί
που κατουράνε σπέρμα. Κύκλωπες
αυτοκράτορες και ναρκαλιευτές

Πατατοφάγοι εραστές πριν απ’ το
γύρο του θανάτου. Λεσβίες στα υπερώα
δώματα γλιστρώντας στου ευσπλαχνικού
αλκοολισμού το μουδιασμένο λαρύγγι.

Ματιασμένοι ματάκηδες απ’ της μαμάς
την πρωτόγονη γύμνια όλο στέφανα
και κουφέτα. Κακούργοι σκύλοι ποιητές
δημοσία δαπάνη σκοτωμένοι με την

καψούρα δαφνοστεφούς εν ατελεία
και καύλα χτίζοντας τον αλαφροΐσκιωτο
πανύψηλο πύργο τους σαλεμένο
γερτό όλο λόξα και λοξούς σπόρους

φυτεύοντας στα κεσεδάκια με τη φακή
σάλια απο εφηβικές γλυψιές τρίχες
της νιότης σελιδοδείκτες της ηδονής
χασίσια από μνήμης και νυχτέρια

Όλες οι μεγάλες πόλεις σου ανήκουν
όλες οι φυλακισμένες θηλές και το χνούδι
όλο το λίπος της καρδιάς και τα γαμψά
πλήκτρα που βγάζουν μια μελωδία απο

οικείους σπασμούς και γκριμάτσες
πολέμου. Βροχή που στραγγαλίζει
ένα λουλούδι. Κολασμένοι που
κακολογούν τον παράδεισο τρώγοντας

μορταδέλα και κοριτσάκια που
φύτρωσαν σαν τσουκνίδες στη χλόη
σε αχόρταγα σφιξίματα και σε
τρομαγμένα φιλιά στολισμένα

μπιμπίκια της νεότητας πύον γλυκό
και πορδούλα αστείρευτη γενναία
διθυραμβική στου εραστή τα ρουθούνια

 

Νυμφαλίδαι

bat

Τα φτερά τους στοχάζονται πολύχρωμα φιλιά
Αγρίως φιλονικούν με το φευγάτο φεγγάρι
Άγουροι ινδιάνοι τις έχουν για παράσημα
Στα ξεχαρβαλωμένα τους σαγόνια
Πέφτουν μέσα στις σούπες
και τις τρώνε οι πατεράδες με τις τσούπες τους
Τις παίρνει ο άνεμος στην ουρά του
Σαν σκοτεινές σερπαντίνες
Όλο νέκταρ και ακαθαρσίες αποθέτοντας
Στη σχισμή των κολπικών σου γέλιων

Ιερουσαλήμ Ή Περί Τομής

περιτομη

Θα μιλήσω πάλι για το βυζί σου Ιερουσαλήμ
Και το χτικιάρικο εβραϊκό σου Σάββατο
Που έμεινε πασαλειμμένο στους παρθενικούς υμένες της Ανατολής
Θα μιλήσω για τις κνήμες σου
Για τα συνέδρια τρελογιατρών στα κατεχόμενα
Που έρχονται ν’ αφήσουν το κλαψιάρικο σπέρμα τους
Στην κοιλιά σου
Θα μιλήσω για τα ζουλάπια
Και τα ανδραγαθήματα του ήλιου στο βρακί σου
Τα άσματα των ποιητών σου
Και τις νύφες σου
Που τις σακάτεψαν τα κουνούπια στην έρημο
Θα έρθω να κατουρήσω στον κήπο σου Γεσθημανή
Στους πρόποδες του όρους των ελαιών
Βουτώντας την ψίχα μου στο πρώτο σου λαδάκι
Και στον αδέσποτο θείο οργασμό της προδοσίας
Την ώρα που θα κάνουνε περιτομή στο αδερφάκι μου
Γέροι ραβίνοι υπάλληλοι του αιμοβόρου θεού
Σύζυγοι άσπιλοι που ξεπαστρεύουν την ηδονή με ξυράφι

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν ένα στεφάνι στην ομορφιά

dipno

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν
ένα στεφάνι στην ομορφιά, στο χάος μέσα
μας, πριν καταποντιστούμε στις ουτοπίες
πριν λαλήσει ο πετεινός πριν βουρκώσουν
οι φτωχοί στη στάση του λεωφορείου
μετρώντας προβατάκια για να τους πάρει
ο ύπνος και η λήθη. Kαι η όμορφη κοπέλα
μια πατρίδα για τους εργάτες και ο όμορφος
νεαρός πιερότος με τα χοντρά δάχτυλα και
την κομμένη γλώσσα ένας φτωχός άμυαλος
πίθηκος που έχασε τη θηλυκιά του για πάντα.
Όλες οι λέξεις μου έχουν μπήξει τα δόντια
τους στον κώλο του θεού για λίγη φρικαλέα
αθανασία, πριν τελειώσει η νύχτα που κρύβεται
στο μαλλιαρό σου μουνί αιωνιότητα, πριν μας
παραχώσουν οι αλλόφρονες νεκροθάφτες
μεσ’ στη λάσπη και τα σκατά