Ο θρόνος του χρήματος Ή Λεύκανσις πρωκτού

kiki

Όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί οι έξαλλοι Ζορμπάδες, με την υπαρκτική τους προδιάθεση, έχοντας στο τσεπάκι τη συμβουλή του Γκαίτε: Werde, was du bist (Γίνε, αυτός που είσαι) δεν φανταζόταν τον ψυχίατρο που τους περίμενε στη γωνία.

Ανάμεσα στην αφοριστική αθωότητα και την αφορισμένη λαγνεία άνθισε το χρήμα με όλες τις νεκρές λέξεις που περιφέρονται στο νεκρό διάστημα γιατί τους λείπει η χοϊκότητα.

Η αλητεία και η αλήθεια έμειναν μετέωρες στη λογοτεχνική εμβρίθεια γιγάντων που τους πρόσφερε ηδονή η στάση γραφείου από νωρίς τα χαράματα μέχρι τη βαθιά νύχτα.

Άνθρωποι μεγαλοφυείς και πονεμένοι που έχτισαν μοναχικές και λοξές φιγούρες ασφαλισμένες μέσα στην αυνανιστική πρακτική τους κι έτσι στο πέρασμα των χρόνων άρχισαν να συρρικνώνονται οι ίδιοι μες στις αρχιερατικές τους γενειάδες.

Με το σκήνωμά τους πεταμένο πάνω στο ανατομείο της ακαδημίας, όλοι κάτοχοι μιας δύναμης ακριβής μα παράταιρα ξοδεμένης.

Η νευρωτική κατασκευασμένη αλητεία πέρασε στα κόλπα του διαφημιστή ως γελοία μίμηση χαμηλού επιπέδου, δηλαδή πολύ κατώτερη από το αντικείμενό της.

Η μόδα και η εικόνα, τουτέστιν το φαίνεσθαι, έγινε ο σαδιστικός νόμος του χρήματος αφού η σημασία της απέκτησε επικό χαρακτήρα δίνοντας νόημα στις κλούβιες ζωές των ανθρώπων.

Κι έτσι από την θεσμική αλητεία της φιλολογικής φαντασίωσης φτάσαμε στον Άγιο δονητή ο οποίος-ας μη κρυβόμαστε πίσω απ’ την πούτσα μας-είναι από όλους σεβαστός.

Ανδροκορίτσαρους και δεσποτάδες.

Γηραιές ποιήτριες και πλούσιες κυρίες διατρανώνοντας την αυταπάτη τους για την ολοσχερή κατανόηση των νόμων που διέπουν τον κόσμο και τη φύση μέσω του ταξικού τους επιχρίσματος.

Ο Ζορμπάς ξέπεσε σε μια μηχανή διακωμώδησης της αλητείας και ο Όσιος Φαλλός κατάντησε σαν το μηχανικό παπί του Βωκρεσσόν που χώνευε υποτίθεται την τροφή του.

Δούλοι και μασόνοι της υπεραξίας. Με τα δάχτυλα βουτηγμένα στο αίμα, σέρνοντάς τα πάνω στον καμβά που διαιωνίζει τη γοητεία του εγώ από το εγώ. Τελάληδες μιας σεξουαλικότητας εγωιστικής που μες στον ψυχαναγκασμό της γίνεται φασιστική και επίβουλη.

Απολιτική και βαθιά αντιδραστική, χαίρεται τη λίγδα του ελεύθερου εμπορίου και του ανταγωνισμού, διοργανώνοντας φιλανθρωπίες και γκαλά, ως τα τελευταία σκιρτήματα ενός χριστιανικού σοσιαλισμού που δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά ο αγιασμός που μ’ αυτόν ο παπάς ευλογούσε τη φούρκα του αριστοκράτη.

Μόνο το ανθρώπινο ον μπορεί να αναπαράγει την ίδια την τερατωδία της ύπαρξής του με ακόμα μεγαλύτερη ένταση μες στη φρενήρη του βιολογία. Αδυσώπητο, λάγνο μαυροφορεμένο, σπαταλημένο στην πορνογραφία του ζευγαρώματος και την καταπληξία της σεξουαλικότητας.

Ο πλούσιος πάτος που λαλεί τον ανθρωπισμό του ως έκκεντρο κοσμικής σοφίας και απελευθέρωσης, αφού η επιστήμη του κώλου παρέχει λεύκανση εις τους αμβλύωπες αποστειρωμένους πρωκτούς που θάλπουν ωσάν αιγαιοπελαγίτικα εκκλησάκια στην άκρη ενός καψαλισμένου γκρεμού.