Άγγελμα Υγρών και Πανσελήνου

aggelma

Οι ιδέες περνούν ψηλά στο κεφάλι μας. Παραδινόμαστε σ’ αυτές όπως παραδινόμαστε στον πόλεμο.

Το βλέμμα μας ξεγυμνώνεται και ψάχνουμε τότε έναν ηλίθιο τρόπο να περιγράψουμε την αυτοκρατορική αποφασιστικότητα του σύμπαντος.

Να περιγράψουμε τα γουρουνάκια μες στο σκατό τους, τη δυσωδία της ελευθερίας που κατέκτησε ο πόθος του άντρα και το σπέρμα του άντρα και το σάλιο και η γλώσσα του άντρα.

Το να ακολουθήσουμε κατά γράμμα τις λέξεις και τις οδηγίες, τη γνώση που δεν έρχεται απ’ τη σάρκα και το χορτασμένο έρωτα, σημαίνει πως έχουμε κυριευτεί από ισχυρογνωμοσύνη.

Σημαίνει πως αποκτούμε αυτή την παπαδίστικη αποκοτιά, φτάνοντας στη μοιραία στιγμή, όπου το πέπλο της χίμαιρας σκίζεται για ν’ αφήσει στο διεφθαρμένο άνθρωπο τον σκληρό κατάλογο των σφαλμάτων του και των αμαρτιών του.

Αποβλακωμένοι απ’ την ανάγκη και τη σύσσωμη άνθισή της μέσα μας, ροκανίζουμε τα μυαλά μας ή τα αφήνουμε να τα ροκανίσουν οι ατσίδες που ξέρουν καλύτερα από μας πως να κόψουν τον πορφυρό υγρό κρίνο και το γόνιμο γάλα της γυναίκας.

Μα η φύση μας δημιούργησε με ζωντανές επιθυμίες κι όχι με φαντασιακά τεχνάσματα. Δηλαδή η φύση είναι αυτάρκης και, γι’ αυτό δεν χρειάζεται εξουσιαστή. Κι εμείς ως γέννημά της ξέρουμε πως οτιδήποτε βρίσκεται πάνω απ’ τα όρια του πνεύματός μας είναι χιμαιρικό και άχρηστο.

Ξέρουμε πως πρέπει να νιώσουμε και να καταλάβουμε και να βυθιστούμε μέσα στη σάρκα και τη μανιακή της διάθεση για το νέο ερωτοδυόμενο σκάνδαλο.

Όπως η πυρίτιδα που εκρήγνυται όταν της βάλουν φωτιά ένα μουνάκι γίνεται χρυσό λαμπρό ηλιακό, εκηβόλο από ζέστη και φως, σπαρταρά τόσο σοφά που η προστυχιά του ξορκίζει τη μελλούμενη βεβαιότητα της αχρηστίας του.

Ζήτω λοιπόν, η προστυχιά, που είναι φυσική σοφία και πίστη στον ήλιο γιατί τον βλέπεις και τον εννοείς ως το ενωτικό κέντρο όλης της εύφλεκτης ύλης.

Γιατί είναι η ευγένεια του θερμού μυρωδικού ιδρώτα των σωμάτων αφού ο ιδρώτας του έρωτα δεν ζέχνει δουλεία και εκμετάλλευση, ξέχειλος και έσχατος μέχρι ο άντρας και η γυναίκα να χαθούν δια παντός μες στον πρωτοφανή άγνωστο ανεξερεύνητο και ανεξάντλητο οργασμό.

Οδηγός Επιβίωσης Του Ποιητή

odigos

Το ποίημα δεν απαγορεύει τίποτε.
Το ποίημα δε γράφεται για μια ντουζίνα εκλεκτών.
Πρέπει ο ποιητής να διαθέτει περίστροφο λέξεων.
Ο ποιητής πρέπει να αγαπά το καλό φαγητό αλλά και την κακοπέραση.
Έχει να του προσφέρει πολλά.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει το σεξ.
Ο ποιητής που δεν λατρεύει το σεξ είναι υπάλληλος της ποίησης.
Ως και ο Σεφέρης ήτο φοβερός ματάκιας.
Οι αρετές του ποιητή όταν περνάνε στο ποίημα το ποίημα γίνεται ψεύτικο,
διδακτικό για σχολικά εγχειρίδια.
Ο ποιητής πρέπει να λέει τα πράγματα όπως είναι.
Ο ποιητής πρέπει να αφήνει το ποίημα στην τύχη του.
Ο ποιητής πρέπει να καπνίζει άφιλτρα στην πρώτη του νεότητα.
Ο ποιητής πρέπει να έχει κατά νου τον αδιάκοπο πόλεμο με το φόβο.
Ο ποιητής πρέπει να μυρίζει το μουνί σα να μυρίζει λουλούδι.
Ο ποιητής που δεν ξεπέφτει στο μουνί γίνεται εκδότης.
Η γλώσσα του ποιητή είναι η γλώσσα κατά των ασθενειών του γήρατος.
Ο ποιητής είναι και τη νύχτα ποιητής.
Ο ποιητής δεν βγαίνει στην σύνταξη ποτέ.
Ο ποιητής που δε ρίχνει χαστούκια στο γούστο του κοινού
και γροθιές στο στομάχι του κράτους είναι λαπάς.
Ο ποιητής είναι επαγγελματίας ερασιτέχνης.
Ο ποιητής πρέπει να λατρεύει ότι έχει σάρκα και οστά.
Ο ποιητής στην πόλη των ιδεών γίνεται γραφειοκράτης ή σχολικός σύμβουλος.
Ο ποιητής ξέρει πως οι ιδέες χωρίς τον άνθρωπο είναι σαν καρφίτσες στον κώλο.
Ο ποιητής δε λύνει γρίφους.
Ο ποιητής δίνει φωτιά στις άγριες γυναικάρες.

odi1

Όταν πρέπει να είναι στρατευμένος ο ποιητής θα πρέπει με πάθος να είναι στρατευμένος.
Κι ας μοιάζει με πλασιέ.
Δεν θα πρέπει να δίνει υποσχέσεις στον καθρέφτη του ο ποιητής.
Ο ποιητής που δεν προβοκάρει είναι μαλάκας ποιητής.
Δεν υπάρχει ποιητής κακός αλλά ποιητής που δε διαβάζεται υπάρχει.
Υπάρχουν συνταγές μαγειρικής που βγάζουν ποίηση.
Υπάρχουν κορμάκια που αχνίζουν ποίηση.
Ο ποιητής πρέπει να κοιτά τη γυναίκα στα χείλη.
Γράφω ποίηση σημαίνει εκδίδω με σέβας την ασέβειά μου.
Η ασέβεια του ποιητή απέναντι στην υποκρισία είναι ποίηση.
Αν ο ποιητής δεν είναι βέβηλος του πλούτου θα βραβευτεί απ’ τους βέβηλους της ζωής.
Ο ποιητής δεν είναι στοχαστής.
Ο ποιητής πρέπει να γράφει κάθε μέρα.
Ο ποιητής έχει για εργαστήρια κρεβάτια και αγρούς από καταβολής υγρών.
Η ερωτική διάθεση είναι ο παράξενος ελκυστής του ποιητή με τα πρόσωπα.
Όλα τα πρόσωπα έχουν για τον ποιητή αυτό το εκτυφλωτικό μεγαλείο της μοναδικότητας.
Ο ύμνος του ποιητή είναι ο ύμνος στην πολυμορφία.
Ο ποιητής δεν διαθέτει ατζέντα αλλά μνήμη αλανιάρα.
Ο ποιητής ζει με τα ψίχουλα των βλεμμάτων του κόσμου.
Ο ποιητής που το παίζει πατριώτης είναι ένας σπουδαίος γλείφτης των πελατών του.
Ο ποιητής που γράφει παραδοσιακά έχει κληρονομήσει ένα σκυλί που δε γαβγίζει.
Ο ποιητής που καίγεται για τους νέους τους έχει βάλει ήδη φωτιά.
Δεν υπάρχουν ποιητές στον πύργο τους,
αλλά προικοθήρες στο προικώο τέμενος της μαμής υπεραξίας.
Ο ποιητής είναι το όχημα που μεταφέρει τις αλλόκοτες καταστάσεις στο μέλλον.
Ο ποιητής δεν έχει πίστη.
Ο ποιητής έχει χεσμένα τα εθνικά σύμβολα.
Ο ποιητής δεν πιστεύει στο αρχαίο κλέος.
Καταϊδρωμένα κορμιά αρμενίζουν στην κάμαρα του ποιητή.

Ανάμεσα Βοσπόρου Και Σχισμής

bosp

Υπήρξα μέγας οδηγός και μέγας στρατηλάτης
οικοδεσπότης και παρείσακτος
καταστροφέας και τροφός
Υπήρξα ως πνεύμα κωπηλάτη σε πορνείο
Υπήρξα το σχοινάκι του ταμπόν
σελιδοδείκτης οργασμών
δαμάλι που μουρμούρησε χυσιά στα μαύρα τέμπλα
ανάμεσα μηρών
ανάμεσα Πίνδου και Αδριατικής
ανάμεσα Βοσπόρου και Σχισμής
όλων των κατακρημνισμών ο παις
το πέος
ο πέουλας ο πεπτωκός
ο τρυφερός ο αδηφάγος
Υπήρξα σουβλατζής στη Φιλανδία
Γαλάτης ανθοκόμος
Υπήρξα σπλάχνο κοιμωμένης
και ζητιάνος στο μετρό
Υπήρξα χαρουπιά και τυφλοπόντικας
όμορφος βρωμερός ασβός και εισβολέας
Υπήρξα δάκτυλον μεσαίον μιας υγρής
Υπήρξα νοσοκόμος κλειτορίδος

Περί Αλοννήσου

alon

Θα πάρω στον τάφο μου μερικά μυστικά
τώρα που πιάσανε τα πόστα οι μοναχές
και οι μοναχοί και οι μοναχικοί άνθρωποι
αποχώρησαν για το βυθό και για την
Αλόννησο. Για το νησάκι με τις ταραντούλες
και τα μικροσκοπικά ζωύφια που σκαρφαλώνουν
νυχθημερόν στον κόρφο της γυμνής βασίλισσας
και του γυμνού βασιλιά, του Αδάμ και της Εύας
που ζουν τον έρωτά τους σε μια βραχονησίδα
με τις υπέροχες οχιές και τα υπέροχα όργια
της φύσης, ολημερίς περπατώντας πάνω στην
άμμο, όλο σεξ και καλοζωία και ψητά ψαράκια
της θαλάσσης, στα κάρβουνα του θεού των
γυμνών πραγμάτων γύρω που κατοπτεύουν
τον αργοκίνητο οργασμό της αιωνιότητας
και σέρνονται καταγκρεμνού αλαλιασμένοι
για να δαγκώσουν άβυσσο και νοστιμιές

7 Λίμερικ

 

limerik

Κυρά εσύ που ψάχνεις την αγάπη
Και κρέμεσαι γυμνούλα απ’ τον πούτσο του αράπη
Διάβασε και ξεσκόλισε όλο το κάμα σούτρα
Να δεις πόσο είν’ τονωτικό το χύσιμο στα μούτρα
Κυρά εσύ που καύλωσες για αγάπη

***

Ήτανε μια κυρά απ’ την Κομποθέκλα
Που ήθελε να γαμιέται σε καρέκλα
Κι οι εραστές της πάθαιναν λουμπάγκο
Για να ισιώσουν πλάγιαζαν στον πάγκο
Έτσι περνούσε τη ζωή η κυρά απ’ την Κομποθέκλα

***

Ένα γιαούρτι έτρωγε η κυρά του λιμανιού
Μα ήταν ώρα για το γεύμα του μουνιού
Και τότε έψαχνε η κυρά για να’ βρει πέος
Να κάνει μ’ αυταπάρνηση η φύση της το χρέος
Έτσι βούλωνε τρύπες η κυρά του λιμανιού

***

Κυρά που σ’ έπαιρνε ο στόλος από πίσω
Άσε με τώρα μέσ’ τον κώλο σου να χύσω
Άραχλα όλα μάταια και μαύρα
Μέσ’ το μουνί σου κρύφτηκε μια σαύρα
Κυρά εσύ που μπέρδεψες το μπρός με το ξω-πίσω

***

Ήτανε μια κυρά που γούσταρε ένα αγόρι
Μ’ αυτό πηδιόταν με το διάκο το Γρηγόρη
Στις χαρτορίχτρες έτρεχε να ρίξει τα χαρτιά
Φυρή κι ολοφυρόμενη να βρει παρηγοριά
Αυτή η κυρά που γούσταρε έν’ αγόρι.

***

Ήτανε μια όμορφη κυρά απ’ τη Ζαγορά
Μήλα πουλούσε στην υπαίθρια αγορά
Μα είχε μια συνήθεια να μη φορά βρακί
Κι όλοι οι νοικοκυραίοι ψώνιζαν από κει
Κι έγινε πλούσια η κυρά απ’ τη Ζαγορά

***

Μια φορά κι έναν καιρό η κυρά Φροσύνη
Τρύπωσε μέσα σ’ ένα ποίημα του Δροσίνη
Και το Μαβίλη ενέπνευσε να γράψει ένα σονέτο
Πως ζέσταινε με το μουνί, ψωλές, σα νάταν καμινέτο.
Στης παγωμένης λίμνης τα νερά η κυρά Φροσύνη.

tumblr_nbqqgkoQgb1qg08uio1_1280

Υ.Γ
Τα λίμερικ (limerick) είναι ποιήματα σύντομα, σατιρικά
ή απλώς κωμικά, «δίχως νόημα». Ξακουστά είναι εκείνα
του Έντουαρντ Λιρ (Edward Lear), που το 1864
δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή με λίμερικ, με τον τίτλο
The book of nonsense. Τον Λιρ τον μιμήθηκαν μεγάλοι
συγγραφείς, όπως ο Σουίνμπερν, ο Τένυσον, ο Κίπλινγκ,
αλλά μάλλον δεν μπόρεσαν να τον φτάσουν.

Στην Ελλάδα, πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει λίμερικ
είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Μάλιστα, πήγε να αποδώσει τον
όρο στα ελληνικά με τη λέξη «ληρολόγημα», συνδυάζοντας
το όνομα του Λιρ με τη λέξη «λήρος», που σημαίνει τρελή
κουβέντα, ασυνάρτητα λόγια. Το 1975 εξέδωσε μια συλλογή
από λίμερικ, με τον τίτλο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά
παιδιά.

Τα λίμερικ ομοιοκαταληκτούν συνήθως αα-ββ-α.

Ο πρώτος στίχος περιέχει την παρουσίαση του πρωταγωνιστή

Στον δεύτερο αποκαλύπτεται η ιδιότητά του.

Στον τρίτο και τέταρτο έχουμε την πραγματοποίηση κάποιας
ενέργειας.

Ο πέμπτος στίχος είναι αφιερωμένος στην εμφάνιση ενός τελικού
επιθέτου ή παραλόγου ή κάνει επανάληψη με παραλαγή του
πρώτου στίχου…

Θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια

death-and-the-maidens-18-157x236-olivier-lelong

θα φτύσω στους κόρφους σας κορίτσια
τους ανοιχτούς τάφους κάτω από τόσα βλέμματα
θα χύσω πάνω στον αφαλό σας τις ζεστές μου σκέψεις
είμαι φρικιό από χώμα που απλώς θριαμβεύει
είμαι ο επισκέπτης του γουρλωμένου μουνιού σας
θα σας βγάλω το μάτι κορίτσια για να δείτε
τι εστί εντεροσπασμός της ηδονής και τι ώρα
περνά το λεωφορείο για το Πάντα Βρέχει
και το Πάντα Χύνει του οσίου και θεοφόρου ημών
πούτσου Αχ κορίτσια θα σας σηκώσω
απ’ τους τάφους σας για να σας χαρίσω τη ζωή
κι όχι για να σας καθίσω στο εδώλιο

Μελετώντας τα αμελέτητα

frans fiedler

Πονάμε χωρίς να ξέρουμε τι προκαλεί ο πόνος στο κορμί μας. Τρώμε χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι το στομάχι και οι αδένες, κοιτάμε, χωρίς να έχουμε μελετήσει τη σύσταση του οφθαλμού.

Έτσι λοιπόν πηγαίνουμε ολοταχώς στην αγκαλιά του θανάτου, χωρίς να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει συστήσει κάποιος εκ των προτέρων σ’ αυτόν.

Ίσως οι νεκροί συγγενείς και φίλοι, μας ανάγκασαν κάποτε να ανταλλάξουμε μαζί του μια φευγαλέα χειραψία περισσότερο νιώθοντάς τον ως βασιλέα της ακαμψίας που οδηγεί την ιερή μέρα και την ιερή νύχτα στην εκμηδένιση.

Οι χρυσοί επαγγελματίες της κάθε θρησκείας για να μαλακώσουν τη σκληρή ζωή των δούλων της εργασίας που εκτός απ’ τον ατέρμον κόπο και την εξάντληση, διάγουν βίο αβίωτο, βουτηγμένοι μέσα στα βαλτόνερα της συνήθειας, ανάλαβαν τη διαχείριση του τρόμου, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο.

Τρόμος για επιβίωση μέσα στην ειρωνική ωμότητα του post mortem εκεί που το να αρνείσε το θάνατο συγγενεύει με το να τον εμπορεύεσαι.

Οι μικροπωλητές των θαυμάτων, οι ορθόδοξοι σαμάνοι και οι χαρισματικοί ασκητές μπορούν να σου βρουν το όνομα ή τα δηλητήρια που έχουν καταπιεί τα μάτια και τα νεφρά σου μα ποτέ δεν μπορούν να σε κάνουν αθάνατο.

Μα οι άνθρωποι φοβισμένοι κι ανυπεράσπιστοι τρέχουν σ’ αυτούς, ψάχνοντας το τελευταίο έσχατο καταφύγιο, την αμυδρή ελπίδα να κερδηθεί μια αθανασία δίχως όρους.

Αθανασία του ζωντανού κορμιού που στερήθηκε το φαγητό, το γαμήσι, την ελευθερία.

Μα ποιος μπορεί να πιστεύει αλήθεια έναν θεό που είναι ανίκανος να μας προσφέρει αυτό το αγαθό που αυτός για τον εαυτό του διαθέτει εν αφθονία! την αθανασία.

Να μας κάνει ευτυχισμένους μες στις φαντασιώσεις της παιδικής μας ηλικίας όταν αρχίζει ο διάβολος να στάζει το κερί του πάνω στις ορμές και στα πάθη μας μακριά απ’ τα ενθάδε κείται που σκαρφίστηκαν οι νεκρόφιλοι για να διαλογίζονται με τον τρόμο τους.

Μα πεθαίνουμε και γνωρίζουμε το θάνατο κάθε στιγμή που δεν τη ζούμε και κάθε στιγμή που μας την κλέβουν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις.

Η απροθυμία μας να καταλάβουμε πως πεθαίνουμε μόνοι, αβοήθητοι και δια παντός, μας καθιστά αξιοθρήνητα εξαρτημένους.

Ξόρκια παπάδες λιβάνια σαμάνοι και χαρτορίχτρες και ψυχαναλυτές έρχονται όταν έχουμε χάσει πια την πίστη μας στη ζωή αλλά και στην ικανότητά μας να πεθαίνουμε σωστά, δηλαδή φυσικά όπως μια κατσαρίδα, μια κότα ή ένα άλογο.

Όλοι εμείς οι αλαφροΐσκιωτοι θνητοί, νιώθουμε πως κάθε μέρα είναι και μια νέα φτυαριά χώμα. Όμως κάθε πένθος ξεθωριάζει προς όφελος της ζωής κι έτσι η καρδιά νιώθει μιαν ανεξήγητη απάθεια απέναντι στο θάνατο, όπως χορταριάζει το μνήμα κι όπως σπάνε τα οστά των νεκρών ζώων στο όργωμα.

Η επιβίωση της βιομηχανίας του θανάτου και των θρησκειών οφείλεται εξολοκλήρου στο διεφθαρμένο παράγωγο της εργασίας, δηλαδή στην υπεραξία που είναι και ο εκφυλισμός της.

Όταν ο άνθρωπος θα σταματήσει τη δουλεία και την εκμετάλλευση, όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για τους άλλους, ίσως τότε δει τον ήλιο της αθανασίας να του χαμογελά, αφού θα έχει καλοδεχθεί τον θάνατο σαν το μεγάλο συμπαντικό μουνί που τον γέννησε.