Ψυχοστασία Διονύσου

gaidourogamia

Όταν ο ερωτισμός έχασε το θείο χαρακτήρα του έγινε ακάθαρτος.

Λούστηκε μες στο τεχνητό φως της ωφελιμιστικής ηθικής εδραιώνοντας υπόγεια τη λαϊκίζουσα πεποίθηση που συνδέει την ευχαρίστηση με την τεκνοποιία ευθέως καταδικάζοντας το διονυσιακό παρελθόν ως παρεκκλίνον κι επομένως τιμωρητέο.

Θεϊκό θα πει, αυτό, που αρνείται τους κανόνες της κοινής λογικής κι όχι αυτό που τους ενστερνίζεται ιδρύοντας μιαν απόκρυφη μασονία μυημένων στην αρπαχτή και στη συναισθηματική μαστούρα.

Γάμοι, κηδείες μνημόσυνα τελετές κούφιες για το εξεγερμένο μάτι και το άπληστο αφτί.

Τελετές που λειτούργησαν ως διάθλαση των οργίων της αρχαίας εποχής, όταν άρχισαν, να ξεψυχούν στα χρόνια της φυλετικής δημοκρατίας και των πολέμων.

Μα όσο και να στομώνεις τη βαλβίδα κάποια στιγμή συμβαίνει η έκρηξη.

Το σώμα ζητά την συμμετοχή στη ζωή, δηλαδή την αυτοδιάθεση για να ασκείται αυθορμήτως στην παρέκκλιση και στην ηδονή. Από τα τρίσβαθα των σπλάχνων του αποβλέπει όχι στην ελευθερία αλλά στην απελευθέρωση.

Μοναδική άμυνα του σώματος είναι η διαφάνειά του προστατεύοντας τη ραφιναρισμένη ομορφιά του πυρήνα που είναι ευάλωτη σαν λεπτό κοφτερό γυαλί.

Η αρχαία θρησκεία πέρασε μέσα απ’ αυτόν τον κολοσσιαίο λαβύρινθο του ερωτισμού για να καταλήξει στο κήρυγμα και τη βοσκή των πιστών παραχώνοντας τον ερωτισμό σε μια σκοτεινή κόχη φτιάχνοντας το χριστιανισμό μια προσωποκεντρική αίρεση που έχει καταρρεύσει σ’ έναν άδειο συμβολισμό εδώ και αιώνες.

Ο Διόνυσος υπήρξε ο αντίχριστος πριν το Χριστό ως θεός της παράβασης και του γλεντιού, της έκστασης και της τρέλας.

Μια μεθυσμένη φιγούρα μιαν αγροτική θεότητα αρχαϊκή, αγλαΐσμένη μες στην καυλοπυρέσσουσα σκοτοδίνη του οργίου.

Ένας ερωτισμός με ιλιγγιώδες βάθος που ήρθε να τον ξεριζώσει ο ευνουχισμένος αρχαίος τράγος με τις τανάλιες βδελύσσοντάς τον και κατηγορώντας τον ως το σάπιο δόντι μες στο στόμα της ομορφιάς.

Μα το δόντι του ερωτισμού ήταν πάντα το χρυσό δόντι του γύφτου. Το γλίστρημα προς το όργιο και τη βακχεία ήταν ο κόπος του εργάτη των αγρών. Δηλαδή του δημιουργού.

Η διονυσιακή τρέλα εξασφάλιζε το συμφέρον των θυμάτων της. Οι μαινάδες αντί για βρέφη καταβρόχθιζαν κατσικάκια που οι αγωνιώδεις κραυγές τους λίγο διέφεραν απ’ το κλάμα των βρεφών.

Οι Βάκχες μπορούσαν να κατουρήσουν μέσα στο κρασί της μεταλαβιάς. Να πασαλείψουν στο κορμί τους τα ερωτικά υγρά σκάγια του φαλλού καβαλώντας τον και καταργώντας έτσι την απάνθρωπη βίας της πρωταρχής των μυστηρίων που μύριζαν ανθρώπινο κρέας καρυκευμένο με μπόλικο μυστικισμό.

Η τσίκνα της ψησταριάς φέρνει στα ρουθούνια μας μνήμες της διονυσιακής πρακτικής που εκφυλίστηκε σε χυδαία κραιπάλη.

Τρώμε τα κατσίκια και τα γουρούνια τις προβατίνες και τα αρνιά, πηγαίνοντας έπειτα για ύπνο, αγάμητοι και βιαστικοί, γιατί την επόμενη μέρα μας περιμένει ο σκοπός και το οχτάωρο.

Το άγχος της έγερσης για τη μισθωτή σκλαβιά της οποίας το ποσοστό συντήρησής μας είναι μηδαμινό. Το άλλο πάει στις μπάκες των αρχιεπισκόπων της ηδονής και του πλούτου.

Στους βόθρους πολυτελείας του φρονιματισμένου και ευπρεπούς διονυσιασμού.