Μελετώντας τα αμελέτητα

frans fiedler

Πονάμε χωρίς να ξέρουμε τι προκαλεί ο πόνος στο κορμί μας. Τρώμε χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι το στομάχι και οι αδένες, κοιτάμε, χωρίς να έχουμε μελετήσει τη σύσταση του οφθαλμού.

Έτσι λοιπόν πηγαίνουμε ολοταχώς στην αγκαλιά του θανάτου, χωρίς να τον γνωρίζουμε και χωρίς να μας έχει συστήσει κάποιος εκ των προτέρων σ’ αυτόν.

Ίσως οι νεκροί συγγενείς και φίλοι, μας ανάγκασαν κάποτε να ανταλλάξουμε μαζί του μια φευγαλέα χειραψία περισσότερο νιώθοντάς τον ως βασιλέα της ακαμψίας που οδηγεί την ιερή μέρα και την ιερή νύχτα στην εκμηδένιση.

Οι χρυσοί επαγγελματίες της κάθε θρησκείας για να μαλακώσουν τη σκληρή ζωή των δούλων της εργασίας που εκτός απ’ τον ατέρμον κόπο και την εξάντληση, διάγουν βίο αβίωτο, βουτηγμένοι μέσα στα βαλτόνερα της συνήθειας, ανάλαβαν τη διαχείριση του τρόμου, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο.

Τρόμος για επιβίωση μέσα στην ειρωνική ωμότητα του post mortem εκεί που το να αρνείσε το θάνατο συγγενεύει με το να τον εμπορεύεσαι.

Οι μικροπωλητές των θαυμάτων, οι ορθόδοξοι σαμάνοι και οι χαρισματικοί ασκητές μπορούν να σου βρουν το όνομα ή τα δηλητήρια που έχουν καταπιεί τα μάτια και τα νεφρά σου μα ποτέ δεν μπορούν να σε κάνουν αθάνατο.

Μα οι άνθρωποι φοβισμένοι κι ανυπεράσπιστοι τρέχουν σ’ αυτούς, ψάχνοντας το τελευταίο έσχατο καταφύγιο, την αμυδρή ελπίδα να κερδηθεί μια αθανασία δίχως όρους.

Αθανασία του ζωντανού κορμιού που στερήθηκε το φαγητό, το γαμήσι, την ελευθερία.

Μα ποιος μπορεί να πιστεύει αλήθεια έναν θεό που είναι ανίκανος να μας προσφέρει αυτό το αγαθό που αυτός για τον εαυτό του διαθέτει εν αφθονία! την αθανασία.

Να μας κάνει ευτυχισμένους μες στις φαντασιώσεις της παιδικής μας ηλικίας όταν αρχίζει ο διάβολος να στάζει το κερί του πάνω στις ορμές και στα πάθη μας μακριά απ’ τα ενθάδε κείται που σκαρφίστηκαν οι νεκρόφιλοι για να διαλογίζονται με τον τρόμο τους.

Μα πεθαίνουμε και γνωρίζουμε το θάνατο κάθε στιγμή που δεν τη ζούμε και κάθε στιγμή που μας την κλέβουν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις.

Η απροθυμία μας να καταλάβουμε πως πεθαίνουμε μόνοι, αβοήθητοι και δια παντός, μας καθιστά αξιοθρήνητα εξαρτημένους.

Ξόρκια παπάδες λιβάνια σαμάνοι και χαρτορίχτρες και ψυχαναλυτές έρχονται όταν έχουμε χάσει πια την πίστη μας στη ζωή αλλά και στην ικανότητά μας να πεθαίνουμε σωστά, δηλαδή φυσικά όπως μια κατσαρίδα, μια κότα ή ένα άλογο.

Όλοι εμείς οι αλαφροΐσκιωτοι θνητοί, νιώθουμε πως κάθε μέρα είναι και μια νέα φτυαριά χώμα. Όμως κάθε πένθος ξεθωριάζει προς όφελος της ζωής κι έτσι η καρδιά νιώθει μιαν ανεξήγητη απάθεια απέναντι στο θάνατο, όπως χορταριάζει το μνήμα κι όπως σπάνε τα οστά των νεκρών ζώων στο όργωμα.

Η επιβίωση της βιομηχανίας του θανάτου και των θρησκειών οφείλεται εξολοκλήρου στο διεφθαρμένο παράγωγο της εργασίας, δηλαδή στην υπεραξία που είναι και ο εκφυλισμός της.

Όταν ο άνθρωπος θα σταματήσει τη δουλεία και την εκμετάλλευση, όχι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για τους άλλους, ίσως τότε δει τον ήλιο της αθανασίας να του χαμογελά, αφού θα έχει καλοδεχθεί τον θάνατο σαν το μεγάλο συμπαντικό μουνί που τον γέννησε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Μελετώντας τα αμελέτητα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s