Επί δύο

Ξόνογλου

μέχρι τους ώμους και μέχρι το στόμα
μέχρι τα δάχτυλα και μέχρι την καρδιά
φτάνω ως εκεί που δεν είναι το χάος
αλλά η τρυφερή δανεισμένη ωμότητα

όπως στη Βίβλο οι γλυκιές συμμορίες
μουλαράδες τοκογλύφοι προφήτες
λάσπη της δημιουργίας από
μουτζούρες αίμα και προσβολές

εξόριστοι, όλων των καιρών, οι εραστές
ξέρουν τι τίμημα είναι αυτό
τόσο αθώα να ξεσχίζεσαι
η μούσα να λύνει τη γαλάζια της ποδιά
ν’ απλώνει τους αγκώνες
να τεντώνει το λαιμό
να καρτερά το χωροφύλακά της

Αναφορά στον Mihály Zichy

Mihály-Zichy-Liebe-09-960x714

Πίσω από κάθε παραβάν γεννά τ’ αυγά της μια γυμνή
Οι τοίχοι είναι τ’ αυτιά της
Οι κλειδαρότρυπες τα μάτια της
Τα ποιήματά της πάντοτε με ρίμα
Το πινέλο της βουτηγμένο στο μέλι

Πόδια και χέρια σμιλεύουν το κορμάκι του δύστροπου έρωτα

Αρχίζει να γεννά τ’ αυγά της μέσα στο μάτι του βασιλιά
Ο Βασιλιάς κι αυτός γυμνός
παρακολουθεί τις μάχες
τις κραυγές
τα βογγητά και τα ποδοπατήματα
Κατά την δωδεκάτην επίθεση σμίγει κι αυτός
με μια καστανομάτα αρσενική μύγα

Ένας κώλος γυμνός σαν φεγγάρι του Αυγούστου ξέζεψε εδώ
και μόνο ο ψίθυρος της παρακμής κυκλώνει τα κορμιά
απαλά
μες στο αιώνιο χυμώδες τίποτα
λες και η Ιστορία ξεθεμελιώνεται
και οι πληγές γιατρεύονται μπροστά στα μάτια της ηδονής
κι ας είναι αυτή
ολότελα τυφλή

Mihály_Zichy7-960x640

Mihály_Zichy5-960x640

Ο Mihály Zichy γεννήθηκε στην Ουγγαρία το 1827. Παράλληλα με τις σπουδές του στη Νομική φοίτησε στη σχολή του επίσης Ούγγρου ζωγράφου Jakab Marastoni. Το 1844 βρέθηκε στη Βιέννη όπου υπήρξε μαθητής του Ferdinand Georg Waldmüller, ενός από τους σημαντικότερους Αυστριακούς καλλιτέχνες της εποχής του. Το 1871 ξεκινάει τα ταξίδια του σητν Ευρώπη και το 1874 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Δημιουργεί τον πίνακα “The Triumph of the Genius of Destruction” για την Έκθεση του Παρισιού αλλά οι αρχές απαγορεύουν την συμμετοχή του λόγω του ισχυρού αντιπολεμικού μηνύματος του έργου. Εκείνη την περίοδο δημιουργεί και μια σειρά ερωτικών σκίτσων υπό τον τίτλο “Love”. Σε αυτά αποτυπώνεται με τόλμη η ερωτική πράξη, το γυμνό ανδρικό και το γυναικείο σώμα, η ηδονή και η έκσταση.

Περί απόλαυσης

periapol

Η απόλαυση, παραμένει φευγάτη μες στα κοιτάσματα και τους ιριδισμούς του πολιτισμού που μας εκμαυλίζει.

Η απόλαυση, αν θα υπήρχε, θα αντιστοιχούσε σε μια πληρότητα ικανοποίησης των ενορμήσεών μας, αφήνοντάς μας ξέπνοους και αποσβολωμένους σε μια πρωταρχική μυθική ικανοποίηση.

Μα η απόλαυση, σήμερα, είναι ένα κακέκτυπο του ψηφιακού καλπασμού προς το άγνωστο, έχοντας καλά κρυμμένο τον ευνουχιστικό της ρόλο στις σύγχρονες χαίνουσες πληγές.

Η ικανοποίησή μας, το να ζούμε δηλαδή όπως θέλουμε εμείς, είναι ουσιαστικά απαγορευμένη απ’ το πνεύμα της καπιταλιστικής πολιτικής, και η απαγόρευσή της γεννά το επινόημα μιας απόλαυσης που προσδοκούμε να ξεπεράσει τα όρια της ευχαρίστησης.

Εξαιτίας του αιτήματος για αληθινή ζωή και πραγματική ευχαρίστηση ο καθένας από μας μιλά, κι απ’ τη στιγμή που μιλά, έχει τουλάχιστον την ικανοποίηση της ομιλίας, βρίσκοντας εκεί ένα υποκατάστατο απόλαυσης.

Απ’ την άλλη η λογοτεχνία και οι τέχνες, οι καλές και οι κακές, χρησιμεύουν προφανώς ως μέσα στην απόλαυση. Τις περισσότερες φορές στην απόλαυση νοήματος, ειδικά αν πρόκειται για τέχνες που χρησιμοποιούν τη φαντασία ή αλλιώς το φαντασιακό.

Άραγε δεν υπάρχει εδώ κάποια κραυγαλέα αντίφαση;

Μα φυσικά, αφού η τέχνη δεν είναι απλώς το μέσον για ένα μήνυμα, αλλά και ένα αντικείμενο εκτός νοήματος.

Εξωθώντας λοιπόν τις γραπτές κατασκευές μας-και τους φόβους μας και τα μυαλά μας που είναι σαλαμένα απ’ την αιτιότητα- στην αμφισημία, η οποία αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της ποίησης, εξωθούμε και τη σκέψη μας άρα και τη διάθεσή μας εις την νιοστή μιας δύναμης που αποκλείει τον επικαθορισμό του νοήματος.

Κάνουμε μια τομή στην επιθυμία με το νυστέρι της γλώσσας απελευθερώνοντάς τη απ’ το νοηματικό ιξό. Κι έτσι αφήνουμε την επιθυμία μετέωρη, χωρίς τα συμφραζόμενά της, που έτσι κι αλλιώς μετατρέπονται σε δουλικές εντολές και σε παραφροσύνη σκληρού ανταγωνισμού.