Αναμνήσεις απ’ το τσίρκο των ιδεών

Σχετική εικόνα

[απόσπασμα]

Οι λαοί ευχαριστιούνται το όπιό τους. Μεγαλώνουν φανταράκια και όχι ανθρώπους.

Ο Έρως προκαλεί στο λαό δυσεντερία κι όχι την ύστατη αγνότητα της γνώσης του καλού.

Ο λαός σκεπάζει τα ερωτικά του όργανα με τα βρώμικα λεφτά της ηθικής του παπά.

Ο κώλος πονά εκεί όπου ανακαλύφτηκαν τα ίχνη των αξιοθαύμαστων χαρισμάτων του.

Γλαφυρά όργια παρασυρμένα απ’ τις τελευταίες χίλιες αισθήσεις της ζωής, σ’ αυτό τον μοναδικό τόπο, όπου υπάρχουμε και κατοικούμε, με μισή σκέψη πόθου μέσα στο καζάνι των ηδονών, την έλξη απ’ το πνεύμα των πνευμάτων, με τα βουνά τις λίμνες και το χορτάρι στα πόδια μας περιμένουμε το ζεστό καλοκαίρι, να σεργιανίσουμε ανάμεσα στις λάγνες φτέρες και δίπλα σε κάποιο θάμνο να ξαπλώσουμε γυμνοί, πέρα απ’ τη γνώση της γύμνιας, λαξεύοντας μορφές για το μάτι μόνο, αφήνοντας την τρέλα της τεκνοποιίας στην ίδια τη φύση που συχνά αψηφά τη λογική.

Το φως του ήλιου μας καρφώνει το μάτι, τόσο αδιαπέραστα εκθαμβωτικό που μας κάνει ειδωλολάτρες, να μυρίζουμε τα οστά και τις στάχτες και το φόβο που δεν έχει αίμα αλλά ευημερεί και το φόβο του θανάτου που παραλύει και δεσμεύει το νου κάνοντάς μας από αρνιά λύκους κι από άνθη τσουκνίδες.

Η κύστη μάς πιέζει και η φαγούρα μάς κυβερνά.

Τρώμε ροχαλίζουμε και ξύνουμε τη μύτη μας.

Σκεφτόμαστε για να υπάρξουμε. Ψάχνουμε λέξεις και σύμβολα για να διαβάσουμε το βιβλίο του κόσμου.

Κάνουμε σκέψεις για να νιώσουμε την αρκούδα που δεν κάνει σκέψεις και τον τυφλοπόντικα που δεν συλλογίζεται και τη γουρούνα που δεν προσεύχεται στο τραπέζι προτού ορμήσει στα βελανίδια.

Η ιστορία δεν έχει μέλλον

Αποτέλεσμα εικόνας για pop art war

Κάποιες λέξεις βγαίνουν στην επιφάνεια
στο βλοσυρό γυμνό τοπίο
σφάζουν αλύπητα δεξιά κι αριστερά

ο ουρανός είναι έναστρος όπως στα ποιήματα των αστών
ο ήλιος και η σελήνη σε νυχτερινές περιπτύξεις

φοράς το βρακί σου ανάποδα
κι αφήνεις τις βάναυσες σκέψεις σου γυμνές

κυρτώνουν οι βλεφαρίδες
σκλάβοι του πούτσου και σκλάβοι της ιστορίας
καίνε λάστιχα και χαράσουν πάνω στις βόμβες
τη λέξη ΑΓΑΠΗ

η δημοκρατία πέφτει για ύπνο
ακούει τους βραχνούς κόκορες να λαλούν
τα κοριτσάκια να βγάζουν λέπια
τους τράγους να χτυπάνε τα κέρατά τους
τους φασίστες να ακονίζουν τις ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια

Περιφέροντας το διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους στην αγορά Ή εισαγωγή στην πολιτική πτωματολογία

Αποτέλεσμα εικόνας για τσίπρας ως νεκροσ παλαιοημερολογιτης

Οι υπάλληλοι του θεού, μαζί με το πακέτο άφεσης αμαρτιών, κάνουν δώρο στους οφειλέτες και μιαν υπόσχεση για μετά θάνατον παραδεισένια ζωή, ως αποζημίωση για την ένδεια της συνείδησής τους.

Επειδή, ο θεός, ως παντοδύναμος και πάνσοφος-βυθισμένος δηλαδή στην πνευματική του απάθεια-δεν διαθέτει λίγο απ’ τον άπειρο και αιώνιο πλούτο του για τη μισθοδοσία των πωλητών του, την ανέθεσε μέσω φωτισμένων απ’ το Άγιο Πνεύμα συνταγματολόγων, στο κράτος.

Το κοσμικό κράτος λοιπόν, είναι αυτό που προσφέρει πάχυνση εις τις τσιτωμένες μπάκες των επισκόπων κι ένα πιάτο φαΐ στους κοπιάζοντες οικοδόμους του λόγου του θεού, που τρέχουν από τρισάγιο σε τρισάγιο κι από λιτανεία σε λιτανεία για έξτρα χαρτζιλίκι, αφού, το φακελάκι εις τον ιερέα είναι αγιασμένο απ’ τον Κύριο και άκρως απαραίτητο λαδάκι για τα ουράνια γρανάζια, οδηγώντας τον πιστό εις τον παράδεισο δίχως ταλαιπωρίες και περιττά διαπιστευτήρια, εις την τελική αίθουσα της κρίσεως, όπου χρυσόφτερνα αγνά αγγελάκια κάνουν το φέις κοντρόλ.

Ο ορθόδοξος όχλος, αυτό το ταπεινό κοπάδι από βόδια, που φέρουν τον δημοφιλέστερο θρησκευτικό ζυγό, απαιτεί από όλους μας, πιστούς και μη, ένα ποσοστό της εργατικής μας δύναμης να συντηρεί τις υποθέσεις του μεγαλοδύναμου.

Και βεβαίως χρειάζονται χρήματα για να συντηρηθούν τα ιερά αντικείμενα, τα άπειρα κομματάκια του Τιμίου Σταυρού, τα παϊδάκια Αγίων, οι κάλτσες και η βρακοζώνα μοναχών που αγίασαν, κάνοντας χριστιανική γιόγκα, τα αυτιά του γαϊδάρου του Βαλαάμ, το πνευμόνι του κόκορα που κάλεσε τον Πέτρο σε προδοσία, οι ναοί και τα κτήματα, τα ιερά ιδρύματα φιλανθρωπίας που διάγουν εξέχουσες αγαθοεργίες φυσικά με ξένο κώλο.

Στο θεοκρατικό μας καταγέλαστο καρναβαλικό καθεστώς, όπου συντρώγει όλη η καλή κοινωνία με χρυσά πιρούνια και χρυσά κουτάλια, οι πτωχοί θα πρέπει να παρηγορούνται για την κακή τους μοίρα και θα πρέπει οι παρηγορητές τους να πληρώνονται αδρά.

Οι εξελιγμένη κυβερνητική συμμορία, η πιο βελτιωμένη δεξιά, που χωρά στην αγκαλιά της απ’ τον μικροαστό αναρχικό μέχρι τον ακροδεξιό χίτη κομμουνιστοφάγο, ξέρει καλά την τέχνη τού να χαϊδεύεις αυτιά, θολώνοντας κάθε φορά με γκεμπελική ακρίβεια τα ήδη στάσιμα νερά του δημόσιου χώρου.

Αυτά τα φωτισμένα πολιτικά μειράκια, χορτασμένα απ’ τα εύσημα των πρώην Ευρωπαίων σφαγέων μας, ξέρουν καλά πως η θρησκεία-αυτή η Κόρη της Ελπίδας και του Φόβου που εξηγεί στην Άγνοια τη Φύση του Ακατανόητου-είναι το πιο σπουδαίο εργαλείο της ανθρωποβοσκής και εξασκώντας αυτή, την αρχαία τέχνη των λαοπλάνων, τού να ικανοποιείς δηλαδή όλα τα ακροατήρια, χέζουν με τον πιο αδίστακτο τρόπο πάνω στη νοημοσύνη μας.

Σε μια χριστιανοεθνικιστική δημοκρατία που τον πρώτο λόγο έχει η μεταφυσική και η παπαδοκρατία, το θεμέλιο της δημόσιας τάξης είναι η υποταγή, αυτή που κληρονομήθηκε από προγόνους υποταγμένους στο, έτσι τα βρήκαμε.

Ας ανακράξωμεν λοιπόν όλοι μαζί, Ζήτω το έθνος! Ζήτω ο Σεραφείμ Πειραιώς! και Ζήτω ο Άγιος Καλαβρύτων!

Ζήτω η ιερά φορολογία για την πνευματική πάχυνση των πιστών! Και Ζήτω σ’ εμένα τον δημοκράτη μαλάκα, που δέχομαι να μου κάνουν επεμβάσεις χωρίς αναισθησιολόγο, αφού πρέπει πρώτα να πληρωθεί ο παπάς, ο πιο σπουδαίος αναισθησιολόγος της ανθρώπινης λογικής.

Τιμή Και Δόξα Στις Μπαταρίες

ΠΑΣΟΚ: Πρώτα ο Παπάς ευλογεί τα γένια του

Ο αρχιεπίσκοπος ευλόγησε
το δονητή
σα να ’ταν οικογενειακός θησαυρός
έπειτα απέρριψε
όλες τις προφητείες περί ηδονής
τοποθέτησε τις μπαταρίες στη θαλάμη
και το πουλάκι άρχισε να τιτιβίζει

Κάτω απ’ τη σκιά της Ακροπόλεως
η βαζελίνη είναι περιττή

https://www.openbook.gr/fainomenologia-tou-gymnoy-pneymatos/

Η τέχνη χρησιμεύει στο να θολώνει τα μάτια

Αποτέλεσμα εικόνας για erotica art collage

Είχε ωραίο μουνί, ελληνικό
Φουντωτή ηβική τριχοφυΐα
μέχρι τη σχισμή του κώλου
και σίγουρα
μπορούσε
με τις πατούσες
να περπατήσει πάνω στον πούτσο σου
για μια ολόκληρη ώρα
χωρίς συναισθήματα
απ’ την τριβή και το τρίψιμο
χωρίς του έρωτα τον καρπερό εγωισμό

https://www.openbook.gr/fainomenologia-tou-gymnoy-pneymatos/

Μνήμη Γυμνή

Μνήμη γυμνή, που με κουρσεύεις.
Ιδού η λάμα μου. Θα ζήσει περισσότερο
απ’ το λαιμό σου, έρωτα αμνέ του θεού.
Ιδού ο θάνατος, ο πλάστης κάθε ομορφιάς.
Κι εμείς οι συνεργοί του. Όλα τα μανιφέστα
λίπους που συνέγραψα για χορτάτους.
Όλα τα στιχάκια για τον έρωτα
που θα τα ρημάξουν οι καρακάξες. Έδωσα
μεγάλη σημασία στη ζωή. Την κατέγραψα
σε κιτάπια, την παράχωσα σε συρτάρια
για να μη τη βρει η μάνα μου και θρηνήσει
για το χαμένο της γιο.

Ένα ημερολόγιο ζωής
σπανίως είναι ημερολόγιο ευτυχίας.

Αναμνήσεις απ΄το σφαγείο των ντελικάτων εραστών

Σχετική εικόνα

[απόσπασμα]

 

Ψηλαφώ αυτά τα πυρωμένα ελαστικά καλώδια καθώς λιώνουν μες στην πρωινή φαντασία. Διάβολοι που ξεφύτρωσαν από μιαν αλλόκοτη τράπουλα.

Αποσυνάγωγοι θεοί που έχουν για κατοικία το κουφάρι των ενστίκτων και για τροφή τις γαγγλιανές μνήμες.

Τα ακατέργαστα διαμάντια του ύπνου βγαλμένα απ’ τις πιο έρημες μοναξιές του μυαλού.

Μνήμες που αγκαλιάζουν την αιωνιότητα, συνεπαρμένες απ’ την έκσταση της αχαλίνωτης στύσης.

Συνουσίες σε διαφορετικά μήκη και πλάτη, με τα σπίτια να κατεδαφίζονται απ’ τους εμφύλιους συζυγικούς σπαραγμούς, μα τα κρεβάτια να παραμένουν ένδοξα κοσμοσεξουαλικά ανάκτορα.

Πειρατές και λαχτάρες απλωμένες σαν αφροδίσιες νέγρικες επιθυμίες, ιστορίες που έχουν ριζώσει, άγριες σαν γάγγραινες, μες στις χαράδρες της καρδιάς που βρυχάται.

Πάντα αναμάρτητος και πάντα θανάσιμα ακριβής, συντηρώ με τα αισχρά μου ποιήματα μια μόνιμη αστροφεγγιά που φωτίζει την αιχμηρή επιφάνεια των ερώτων, αφήνοντας στο έρκος των συμπαντικών οδόντων την ιδέα της εκμηδένισης.

Μπορώ να κοροιδεύω όσους αγκάλιασαν την ήττα τους. Τη θλίψη απ’ τον οδυνηρό κνησμό των αιμορροΐδων, που ξεπετάχτηκαν απ’ τον κώλο του καλού γούστου και της μπουρζουαζίας, που θρηνεί με σαρκασμό το σαπισμένο της πνεύμα.

Κάθε ώρα είναι η ώρα της γέννησής μου, παρασυρμένη από ένα δυνατό ρεύμα. Ξεπεταγμένος και μιαρός απ’ την κοιλιά της μάνας μου στα πεδία των μαχών της μιας και μοναδικής Χώρας.

Της Χώρας της Συνουσίας, χαράσοντας πάνω στο σβέρκο του χρόνου και στους αρμούς των αστερισμών την πιο ιερή και άχρηστη επιθυμία.

Κι ύστερα τόσο αβοήθητος σαν μια πατημένη ψείρα, σαν μάρτυρας του Ιαχωβά, θαμμένος μες στα πασχαλιάτικα βάγια, αποχαυνωμένος φαλακρός γέρος, λοβοτομημένος, σαν πρόβατο χαμένο στον κόσμο του, όπου καμμιά αγωνιώδης επανεκτίμηση των πραγμάτων δεν θα ταράζει την αυτοσυγκέντρωσή μου στην ιδέα του θανάτου.