Judas Priest

Σχετική εικόνα

Τα τριάντα αργύρια οι παπάδες τα καταχώρησαν στη στήλη των δαπανών.

Το αιωνίως άλυτο πρόβλημα ανάμεσα στην ηθική και στα διπλά λογιστικά βιβλία, ανάμεσα στην επανάσταση και στη γραφειοκρατία, ανάμεσα στην ουσία και στη γλοιώδη άχρηστη μεμβράνη της, έμεινε μετέωρο πάνω απ’ τα κεφάλια των αμνών.

Στο ιερό αποχωρητήριο των πιστών όπου η Μητέρα του θεανθρώπου αποθεώνεται μες στη θρηνωδία της ακινησίας της, οι άγρυπνοι υπάλληλοι του θεού αναρωτιούνται τι να κάνουν με τα αργύρια που πέταξε στα πόδια τους ο Ιούδας.

Τα νομίσματα που τροφοδοτούν τις απαραίτητες προδοσίες για να λάμψει κάτω απ’ το ανασηκωμένο πέπλο τού θρύλου ο αιωνίως νεκρός θεός μες στη σκιά των δημιουργημάτων του.

Δεν αρμόζει να αγοράσουν μ’ αυτά κερί για το ναό ή άρτο και δεν αρμόζει να τα μοιράσουν στους φτωχούς ως το άγιο περίσσευμα της αφθονίας.

Γι’ αυτό πάντα αποφασίζουν στις δύσκολες κρίσεις και στις δύσκολες στιγμές να ενοικιάσουν το μεγάλο χωράφι του δυνάστη, το πεδίο όπου οι πιστοί συμμερίζονται τον ανταγωνισμό επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο τα αργύρια του θανάτου στο θάνατο.

Στα πεδία των μαχών, εκεί όπου διαμελίζονται οι αυταπάτες και σήπονται τα αμαρτωλά μας σαρκία υπό το άγρυπνο βλέμμα του θεού, ανάμεσα στα συννεφένια περιδέραια και στους μαγαρισμένους αγγέλους απ’ τον ευσπλαχνικό διονυσιασμό της άφεσης αμαρτιών και της υπόσχεσης για ευδαιμονία μες στο χειροπόδαρο σκοτάδι της μετά θάνατον ζωής.