Αραχνοφοβία

Σχετική εικόνα

Ο ερωτισμός είναι το σύνολο των ιδιοτήτων του. Αποτελεί έναν εξαγνισμό της αθλιότητας του κόσμου της φθοράς, του κακού και του θανάτου. Είναι ένα παρόν τελειούμενο, μιαν ανταμοιβή μέσα στην ανίατη πενία της ζωής. Βλέπω με τη γλώσσα και ομιλώ με τα μάτια. Ο ερωτισμός εξιλεώνεται μόνο με την οριστική του μετοικεσία στη χώρα της λαλιάς. Λαλώ, γαμώ, χορεύω. Μα πάντα λαλώ το ανάκουστο κι αποδοκιμασμένο ρετσιτατίβο της σάρκας που μορφάζει. Της μορφής που σαρκάζει, μακριά απ’ το πετρωμένο γάλα της πρώτης αφής. Πέρα απ’ το χλωμό βλέμμα της ευτυχισμένης στιγμής, που με κάνει να στέκομαι ακίνητος μέσα στη γλώσσα της διτής πανουργίας μου. Βλέπω τις αγαπημένες μου λέξεις να φτερουγίζουν μακριά, χτυπώντας σαν τυφλές νυχτερίδες πάνω στα τοιχώματα της ερωτικής σπηλιάς και βλέπω τον ποιητικό οίστρο του ενστίχτου να ξεψυχά πάνω απ’ την υφέρπουσα πνοή των ανέγγιχτων σημείων. Καταποντισμένο απ’ τις σιωπές του, το γλωσσίδι της πιο απίστευτης καμπάνας χτυπάει πλέον στα ρημαγμένα σωθικά των ανθρώπων που έχασαν το κέντρο τους. Εκεί που υπήρχε η σχισμή, ως αισθητική τάξη που περιέχει όλες τις τάξεις, τώρα υπάρχει η πολυπλόκαμη αράχνη, οι φωσφορίζουσες λυχνίες της φοβίας που τρεμοσβήνουν αδιάκοπα. Ο ανταγωνισμός που θέλει πάντα κερδισμένους και χαμένους. Μιαν αράχνη πάνω στην κλειτορίδα.

Μνήμα, μνήμη, μήτρα και μήτηρ

Σχετική εικόνα

Όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω προφήτης, επειδή οι προφήτες ήταν φτωχοί αλλά διάσημοι. Σεργιάνιζα ραχάτης στις όχθες του Ιορδάνη, καπνίζοντας όπιο, φορώντας κίτρινες κελεμπίες και μαύρα σανδάλια για τις σκληρές πέτρες. Σνίφαρα κοκαΐνη κι εξερευνούσα απαγορευμένους βάλτους παρέα μ’ ένα πιστό ντόπιο τεκνό. Μάζευα τα γκαρσόνια και τους μπράβους λέγοντας ιστορίες για κορμιά που γλίστρησαν και χάθηκαν μακριά στον ουρανό. Άκουγα να ξεσπούν σε κλάματα, να στέκονται εκεί, με τα μάγουλά τους γεμάτα σάλια, σαν αγελάδες που καίγονται από αφθώδη πυρετό. Ανακάλυπτα το Λόγο του Θεού πάνω στα σκασμένα χείλη κι ένοιωθα τη μυρουδιά του μουχλιασμένου καλοκαιριού της ερήμου. Το σώμα μου γινόταν μια οντότητα διαφορετική από τα άλλα σχήματα που με περιτριγύριζαν. Τα πόδια μου και τα χέρια μου με πήγαιναν στον Άλλο, αλλά όλο και πιο κοντά στον ίδιο μου τον εαυτό. Μνήμα, μνήμη, μήτρα και μήτηρ. Και πρώτα απ’ όλα η μήτηρ μου, αυτή που ικανοποιούσε τις ανάγκες μου, με το στήθος της, την αγκαλιά της και την παρουσία της. Και τα υποκατάστατα της μητέρας μου, αυτά που διαισθανόμουν στην ατμόσφαιρα, ενώ εξελίσονταν οι ερωτογενείς μου ζώνες. Στοματική, πρωκτική, γεννητική, όλες αυτές οι νοστιμιές και οι μιζέριες του παιδικού ερωτισμού ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους πηγαίνω να συναντήσω τη μοίρα μου.