Οι αδιανόητοι σκακιστές

έργο της Μαργαρίτας Βασιλάκου

 

Απ’ όλους τους θνητούς είμαι ο μόνος που διασχίζω το μηδέν αυτής της αιδοιακής αψίδας, φορτωμένος με καθήκοντα πολέμου και άγνοιας.

Ανέκαθεν το μεγάλο τέχνασμα της αναστατωμένης μνήμης που γίνεται υπερβολικά εσωτερική είναι ο πόλεμος. Τα σπλάχνα πολεμούν τα σπλάχνα. Η μνήμη αναρρώνει καλύτερα μέσα στη σχολή πολέμου της ζωής.

Η διαβολική φρόνηση των πνευμάτων να αποκεφαλίζουν βασιλιάδες και παραφουσκωμένα είδωλα δίνει ζωή και ανακούφιση.

Όλα τα καλλιτεχνικά μας περιττώματα, παρασκευασμένα απ’ τα χεράκια της Κίρκης, ως άρτος επιούσιος, γίνονται η ιερή κοπριά μιας ιδιοφυούς μεταδοτικότητας.

Αγωνία, ερωτισμός, πανουργία. Αντίστροφοι ασκητές που επιδιώκουν να πέσουν μέσα στην παγίδα που στήνει ο δαίμονας της ομορφιάς.

Η λατρεία της κόλασης, αυτής της ασθενικής εικόνας που άθελά του μας δίνει ο βίαιος πολεμοχαρής κόσμος για τον εαυτό του.

Πρέπει να δαγκώσω κάποιον, ίσως εκείνη την ευγενική και πνευματώδη ευαισθησία με το σκληρό κρέας.

Πρέπει να ακονίσω τα δόντια μου στον λογοτεχνικό δαρβινισμό της λαϊκής φαντασίας. Της πιο γνήσιας άρα και της πιο αισχρής. Αυτής που αλυχτά μπροστά στην ποντικίσια μούρη του καλού και του κακού.

Τα μπλεγμένα ανθρώπινα ερωτικά μέλη, τα χέρια και τα πόδια, οι κώλοι και το ελεύθερο πνεύμα, ο μεγάλος εξερευνητής κάθε τυχαιότητας που ερμηνεύεται ως κατάρα.

Ο άνθρωπος που αγαπά θυσιάζει την τιμή του. Γελά και προχωρά με τις χοντροαρβύλες του πάνω σ’ ένα ηλιόλουστο πρωινό ή σ’ έναν μοιραίο τρόμο ή σε ένα ακόμα πιο μοιραίο προσκλητήριο.

Βλέπει τα γούστα και τον ανθρώπινο ξεπεσμό με διονυσιακό οίστρο. Βάζει δάχτυλο στη σχισμή που την έχει τυλίξει ο λήθαργος, για να την ερεθίσει ώστε να δώσει νόημα στην υπερχειλίζουσα ύπαρξη της.

Ω! η μέθη που πάντα σ’ αυτή γυρνούν τα περίλυπα όντα, οι Εμείς και οι Εγώ, που διψούμε για ένα ερωτικό ίλιγγο που δεν μας αφήνει ήσυχους να φυτέψουμε τους σπόρους μας πάνω στο λίγο χώμα γης που μας αναλογεί.

Η τύχη σαν ασυνάρτητο ανεκδιήγητο Τίποτε είναι το μπαστούνι της τυφλής μας συνείδησης.

Απ’ τα βασανιστήρια έως τις σεξουαλικές απολαύσεις η φύση και το άξεστο άγιο ένστιχτο καταστρέφουν ιλιγγιωδώς τα όριά μας. Τις πλαστές συνθήκες που μας κάνουν να λιποψυχούμε μπροστά στα ανομολόγητα όργανα που μας μαθαίνουν τα μυστικά της ζωής.

Μπροστά στις τραγωδίες το φιλοπόλεμο πνεύμα μου γιορτάζει τα Σατουρνάλια. Γιορτάζει αυτή τη μέθη που ο ερωτικός άνθρωπος υμνεί πίνοντας πρώτος αυτό το πιοτό της γλυκύτατης σκληρότητας.

Ωστόσο, πάλι οι μυρουδιές και οι αισθήσεις. Τα δάχτυλα που πηγαινοέρχονται φλύαρα πάνω στα πλήκτρα της ομορφιάς που δεν διαθέτει φιλελεύθερο πνεύμα αλλά μιαν αδυσώπητη κομούνα, τόσο ιαματική που δίνει νόημα στην αιωνίως οργιαστική θανατηφόρα πλήξη της επιβίωσης.

Ας μην επαναλαμβάνουμε την επανάληψη. Μόνο οι πόνοι της γέννας καθαγιάζουν κάθε πόνο. Αρσενικά και θηλυκά γεννούν. Δηλαδή πεθαίνουν.

Νιώθουν κάθε στιγμή στο τέρμα αυτού του παθιασμένου στοχασμού την εκμηδένιση της κραυγής του δαίμονα εαυτού.

Της μέσα κοίτης που γεμίζει πύρινα χαλίκια και σκυλόδοντα θεών και κοριτσιών. Της ασυνάρτητης χαράς που νιώθει τη γύμνια της να σωπαίνει μπροστά στο ξέσπασμα της καταιγίδας.

Βατεμένος κόσμος κουρνιασμένος στο βάθος του ταξί και της υπεραξίας των ορμονών και των κερδών του.

Επωφελείς επιχειρήσεις, ιατρικές γνωματεύσεις, ποντίκια χωμένα στο λαιμό της ανόητης επιβίωσης.

Οι φιλόσοφοι άδικα παιδεύονται και οι ποιητές δικαίως ψεύδονται ως φθοροποιοί των βεβαιοτήτων και ως ινστρούχτορες του ιδρώτα και των υγρών κάθε βασιλείου που τρέφεται μόνο και μόνο απ’ την άπληστη πείνα του.

Να το βασίλειό μου. Εκεί που γονατίζω και είμαι θεός.

Μιαν αράχνη πάνω στα τριχωτά και ροδόχροα κράσπεδα.

Απέραντα χαμογελαστός μπροστά στο γυμνό μπούτι και το σπέρμα. Μπροστά στην αιώνια χαρά της δημιουργίας, αυτής της βαθύτατης διανοητικής ατιμίας που ρίχνει τη λάσπη της πάνω σε κάθε μάταιο στασίδι διδασκαλίας ή τελετής.

Ας μη μολύνουμε την αθωότητα με την εκτροφή της. Η ανθρωπιά ανθίζει απ’ τους τραυματισμούς.