Μικρή νυχτερινή κολεκτίβα

Σχετική εικόνα

Sergio Camporeale (Αργεντινή) 

Είναι τα τοπία της παιδικής ηλικίας που παραμένουν πάντα ανεξίτηλα στη μνήμη. Δηλαδή μέσα στο αδηφάγο μνήμα.

Καμιά ανάσταση δεν μπορεί να συμβεί και κανένας Λάζαρος δεν μπορεί να εικονογραφήσει το αληθινό πρόσωπο του κόσμου με την ιερή του παλέτα και τα σωληνάρια με χρώματα απ’ την αδιακρισία του αιμοβόρου αλλά και φιλεύσπλαχνου θεού.

Δύσκολα μπορεί ο άνθρωπος να γυμνωθεί ώστε να ξαναγίνει παιδί.

Να φτιάξει απ’ το χνούδι και τις θωπείες έναν ανελέητο πετροπόλεμο.

Να αποκτήσει μιαν οικειότητα με το εσωτερικό του σώμα κάνοντας τις εκκρίσεις του κοσμολογικές σταθερές αφιερώνοντας σ’ αυτές όλες τις δεκάρικες ωδές των καταγωγίων.

Όπως η φύση γεννά το καλό και το κακό χωρίς να τα διαχωρίζει και με τον ίδιο πληθωρικό πλούτο, κανένα απ’ τα δημιουργήματα δεν είναι ποτέ συνολικά ωραίο, αφού, ποτέ η ομορφιά δεν είναι το κριτήριο που καθορίζει τη δομή του συνόλου.

Όπως στη φύση, που μόνο σπανίως, τα όμορφα πράγματα δεν επηρεάζονται απ’ τα σκουπίδια, ο καλλιτέχνης της ζωής ξεψαχνίζει τα αντικείμενά του και σκάβει με χειρουργικό νυστέρι την απωθητική σήψη των ηθικών πτωμάτων.

Αφήνει πάνω στο μέταλλο ή στο χαρτί τις εγκάρδιες αγωνίες του που ποτέ δε στερεύουν αφού περικλείονται απ’ τον πόθο και τη λύπη.

Είναι η φαντασία που κουτσαίνει αλλά το ένστιχτο σπαρταρά.

Είναι το σαλιγκάρι που χάνει τον προορισμό του αλλά και το αστέρι που κοχλάζει τρέχοντας ξοπίσω από καυλωμένες γίδες που βελάζουν, την ώρα που η αιωνιότητα ανασηκώνεται για το τελευταίο της σκίρτημα.

Theatrum diabolorum

Σχετική εικόνα

Ως διαβολικός και διαβολεμένος μπορώ να επιβεβαιώσω την επίσημη καταμέτρηση των διαβόλων.

Η πιο σπουδαία δαιμονολογική συλλογή που δημοσιεύτηκε στον προτεσταντικό κόσμο είναι το Theatrum diabolorum, το αντι-σωτήριον έτος 1569, ένας τσελεμεντές διαβολικής μαγειρικής εφτακοσίων σελίδων, στον οποίο αντιμετωπίζονται όλες οι όψεις της δαιμονολογίας.

Οι διάβολοι της βλαστήμιας, του χορού, της λαγνείας, του κυνηγιού, του ποτού, της τυραννίας, της τεμπελιάς, της υπερηφάνειας ή των τυχερών παιχνιδιών τρυπώνουν σαν παραδείσια πουλάκια μέσα στη μάσκα του κενού.

Ο παλαβιάρης διάβολος με τη διουρητική του λεμονάδα, οι μοναχικές κυρίες και τα αχτένιστα ζευγάρια με τα λυκοστόματά τους ρέουν και σαλεύουν ραντισμένοι με κόλλα και ασβέστη της δουλειάς.

Πνεύματα δίχως πνεύμα, που χοροπηδάνε σαν ακρωτηριασμένοι πίθηκοι γύρω απ’ τα ψηλά καμπαναριά και τα ιερά πελεκούδια κάτω απ’ τους γύψινους αθώους αγγελικούς φαλλούς.

Όποιος διαθέτει σπίρτα είναι πρόθυμος να ανάψει το φυτίλι στον κώλο του διαβόλου.

Ο διάβολος δεν πρόκειται να ηττηθεί ποτέ διότι επιστρέφει πάντα στα βίτσια της κοινωνίας που τον γέννησε.

Η νυχτερίδα, το φίδι, ο σκύλος, η χήνα, ο γάιδαρος, ο τράγος, το βόδι εικονογραφούνται και κατοπτρίζονται με σκυλόδοντα, αίμα που τρέχει στο στήθος και θειάφι που βγαίνει απ’ τον ανυπάκουο κώλο.

Αλεπούδες χωρίς ουρά, μολοσσοί με τρία πόδια, αρκούδες και γουρούνια με κέρατα, πουλιά με ράμφος κουκουβάγιας, στόμα λύκου σε κεφάλι γίγαντα.

Για πού το ‘βαλες φιλαράκο, σου λέει ο διάβολος, έχεις πάνω σου ένα σπίρτο; Έλα κατά δω να σου το τρίψω.