Το δείπνο της χήρας

Σχετική εικόνα

Η ομορφιά της μαύρη βρώμικη διχαστική.
Τα κουκιά μετρημένα
Το καλάθι με τα κατουρημένα πανιά
Το σερσέγκι γύρω απ’ τη χρυσή αγριότητα
Άγρια σύκα αβοκάντο και ψαροκέφαλα
Σαν το γάμο
Και μια φέτα τριμμένο ψωμί
Τυλιγμένο στο πιστοποιητικό γέννησης του πεθαμένου

Ο γάιδαρος σηκώνει το κεφάλι του στον ουρανό

Αποτέλεσμα εικόνας για erotica art donkey

Να οι καψερές. Αφήσανε τις κοφτερές πέτρες. Για κοίτα. Βελόνι, αδράχτι, σαΐτα για τα μάγια. Γητεύοντας με βότανα και κούκλες. Ξυπόλυτες κι αναμαλλιασμένες αρχίζουν να σκάβουν το χώμα με τα νύχια και να ξεσχίζουν με άγριες δαγκωματιές μια μαύρη προβατίνα. Το αίμα. Το αίμα χυνόταν στο χαντάκι. Μια κούκλα από κερί έστεκε σαν σκλάβος που τον προόριζαν για βασανιστήρια. Έχωσε το δεξί χέρι μέσα στην πληγή, βαθειά ως τα σπλάχνα, τράβηξε την καρδιά όπως τραβούν απ’ τους μεγάλους τάφους το στόμα του νεκρού και το ξεδιάντροπο γέλιο του. Οι τρίχες μου χοντραίνουν σαν τις τρίχες ενός ζώου μες στις ομίχλες απ’ τις χαμηλόφωνες χίμαιρες και το δέρμα σκληραίνεται σαν πετσί. Απ’ άκρη σε άκρη της σπονδυλικής στήλης πετιέται μιαν ουρά. Το κεφάλι μου γίνεται πελώριο, τα ρουθούνια μου ανοίγουν. Τα χείλη μου. Γίνονται μεγάλα γεννητικά μόρια. Πελώρια. Τα γεννητικά όργανα γίνονται μοχθηρά, ενεδρεύοντας την ηδονή και τον πόνο. Η κοιλιά δαγκωμένη απ’ το δηλητήριο. Τα χνώτα τώρα είναι τα χνώτα ενός γαϊδάρου. Ενός γαϊδάρου σε στύση. Ενός πατριάρχη. Μιας γαϊδάρας κι ενός γαϊδάρου παιδί. Ενός ζηλιάρη ήλιου που άρπαξε τη θέση μου και φαγώθηκε απ’ της αυγής το μαδημένο ψάρι. Ποιος θα με μάθει να γκαρίζω; Να συμπονώ τις γαϊδούρες! Να γίνω κλέφτης της τρυφερότητας και ληστής της ανθρώπινης λατρείας! Να φωνάξω εν χορώ στις γαρνιρισμένες με σάλιο μασχάλες όλο τον χείμαρρο των βλασφημιών και των ύβρεων. Να αρχίζω να κλοτσάω τον αέρα. Χάχανα, ανοιχτό στόμα, γυρισμένη γλώσσα. Γλώσσα. Γλώσσα. Αρχόντισσα όλων των σκανδάλων και Αγαθή του Κακού. Διαχειρίστρια εκλεκτών αμαρτημάτων. Μεγάλων ακολασιών. Φεγγαριών από μπετόν και λαρυγγιών από στάχτη. Ματιασμένων εωσφόρων που αφήνουν σαλαμάνδρες στις κούφιες κοιλιές των κοριτσιών. Τούφες τρίχες πάνω στις οβίδες κολλημένες με το γελοίο αίμα της υστερίας. Φανέλες και βίτσια της παλιάς χήνας. Ερπετά μες στη χοντρή απάθεια της εφηβείας. Στη ράχη μου η ράχη ενός γαιδάρου. Ένας περιπαθής γάιδαρος. Ένας ξεμοναχιασμένος βράχος. Μια γλυκιά ευωδιά από γάλα. Ένας λεπροκόμος στείρων ερώτων. Ένας γάιδαρος που όλο και πιο σπάνια ακούει τις κυνηγητικές σάλπιγγες να ηχούν. Μέσα στο οργισμένο φρενοκομείο, μέσα στο τερατώδες καμίνι ζευγαρώνουν τα δισκοπότηρα και οι ετοιμοθάνατες σκύλες. Πιστές. Άταφες. Αγάμητες. Παρθένες. Λιμασμένες. Απαρηγόρητες. Γκαστρωμένες με ένα σωρό χαλίκια και όργια. Ορφανές. Βαλσαμωμένες σαν οικογενειακά ζώα. Με πάνε εκεί στη σεμνή τους κρήνη. Στην πηγή τους από κυρτωμένο δόλο. Στον έσχατο νερόλακκο που δεν τον μπουσούλησε ο θεός τους. Ο θεός τους, η κοφτερή λαμαρίνα. Το ανώμαλο αγοράκι με τα γαλατένια δόντια. Ο χοίρος, τα σαλιγκάρια και η μύγα. Τώρα με τα γαϊδουρίσια μου πόδια καρφώνω πιο γερά τα καρφιά σου, θεούλη. Σπρώχνω πιο βαθειά τ’ αγκάθια σου. Κάνω το αίμα της οδύνης να κυλήσει μέχρι τις ξεραμένες σου πληγές.