Φίκι φίκι κάτω απ’ το αλμυρίκι Ή Πατριδογνωσία μαλακών μορίων

Αποτέλεσμα εικόνας για Rimaldas Viksraitis

Φωτό: Iwase Yoshiyuki (1904-2001)

Το ελληνικό καλοκαίρι έφτασε, πάλι έτοιμο να βυθιστεί στο μύθο του και στις ιδανικές του αρετές.

Επειδή βλέπω τον ήλιο να έρχεται κατά πάνω μου, λέω, ας γίνει το θέλημά του. Ας τραβήξει τη σάρκα μου με τα δόντια του για να φανερώσει όλες τις ιδιοτροπίες των εκφυλισμένων μου νευροδιαβιβαστών.

Να βγάλει στην επιφάνεια τα πλοκάμια της ευχαρίστησης και του πόνου, της επιθυμίας και του φόβου, της στέρησης και της απόλαυσης. Ο ήλιος, αυτό το σκήπτρο του μοναχικού οδοιπόρου, που δεν έχει αστικές έγνοιες και ειδικούς σκοπούς, του οδοιπόρου που είναι αφοσιωμένος εξ ολοκλήρου στην αργία και στην ηδονή, μέσω των οποίων γίνεται κοινωνός του μεγάλου όλου της φύσης, επινοώντας ξανά την πιο πρωτόγονη μορφή ευτυχίας.

Ένας μοναχικός οδοιπόρος, όμως, σχεδόν νεκρός, κάτι περισσότερο από ετοιμοθάνατος, ένα είδος που καθρεφτίζεται στη λάμψη της φαντασίωσής μας.

Μια μορφή σχεδόν εξατμισμένη απ’ τον πολιτισμό, ανάλογη της καταδιωκτικής απειλής των συμφερόντων της αγοράς που μας πάει σαν τα κουτάβια στις ξαπλώστρες και στις ελεγχόμενες ηδονές.

Μια μορφή που δύσκολα μπορεί να βρει ξανά τους τόνους και την τεχνική της στωικής αταραξίας.

Μια μορφή, που, εμείς, οι αποστάτες της μικροαστικής τάξης προσπαθούμε να αναστήσουμε, είτε με τα χίπικα αναθέματα του γυμνισμού είτε με την αδιαφορία για τις μέριμνες του βιοπορισμού κάτω απ’ το ξεκολιαστικό λιοπύρι.

Μα για ακόμα μια φορά το πνεύμα της αγοράς και της συνήθειας είναι αυτό που ενθαρρύνει τη μικροαστική μας πλήξη και την υπαρξιακή μας ανία, αφήνοντάς μας έρμαια στα παιχνίδια της άμμου και στα σχέδια απόδρασης τα οποία διακηρύσσουν την ελευθερία μας, αλλά στην πραγματικότητα μας ενσωματώνουν μέσα στην ψευτοζωή αναγνωσμάτων της οκάς που γράφτηκαν από δυστυχισμένες κυρίες ή συνταξιούχους ιατρούς.

Άκληροι τύποι εκ πεποιθήσεως, ζωσμένοι την ιδιοτροπία του μοναδικού μας εαυτού, νεόπλουτοι ταπεινής καταγωγής, έμπλεοι επαναστατικής ορμής, καταφθάνουμε απ’ τα αστικά μας βοσκοτόπια στις παραλίες, με κείνα τα ονειροπόλα μωρουδίσια μάτια μας, πίσω από τους κοκάλινους σκελετούς των γυαλιών, συντροφιά πάντα με τις διστακτικές μας φωνές και τη μοιρολατρία των λεπτεπίλεπτων χειρονομιών μας.

Τέκνα, που η τάξη μας από νωρίς μας υποσχέθηκε αυτό το ελάχιστο εγγυημένο χαρτζιλίκι ώστε να γράφουμε ποιήματα, να ονειροπολούμε και να κάνουμε έρωτα ή επανάσταση ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος των περιστάσεων.

Τέκνα που ασκούμαστε στη διακήρυξη ενός μπουκοφσκικού μίσους για την τάξη μας, το οποίο όμως διαθέτει μια πολύ οικεία μικροαστική γεύση.

Αφήνοντας τελικά στο κεφάλι μας έγνοιες για το σπίτάκι και το εισόδημα, την καλοπέραση και την αυριανή ευκολία στο αστικό λατρεμένο βοσκοτόπι, αυτά τα χοντρά σχοινιά δηλαδή με τα οποία η ανώτερη τάξη κατεβάζει τις ανάγκες της κατώτερης τάξης στον ομαδικό δικτυωμένο τάφο.

Μια απελπιστική ρουτίνα που δεν μας έχει αφήσει καν το προνόμιο να αηδιάζουμε δημιουργικά.

Μια ρουτίνα που άλλους μας έκανε προφήτες της δικής μας αλήθειας και άλλους νευρωτικούς ακτιβιστές, επιβάλλοντας την εικόνα μιας οιονεί αταξικής κοινής λογικής πάνω στην επαναστατική διαλεκτική.

Οι κλάψες μας κατάφεραν να μεταμορφώσουν την πολιτική πάλη από αναγκαστική απόφαση σε αντικείμενο κατανάλωσης.

Αντί λοιπόν να βουλώσουμε τα δουλοπρεπή στόματα αρχίσαμε να κάνουμε πιρουέτες για να μας προσέξουν διασκεδάζοντας ένα ευρύ κοινό με ανασφαλές ή ανύπαρκτο γούστο.

Μέσα σ’ αυτή την παρδαλή ποικιλία της απελπισίας υπήρξαμε οι βασανισμένοι ηλίθιοι.

Μιμηθήκαμε εμείς οι ίδιοι την απελπισία της μπουρζουαζίας παράγοντας πνευματικά προϊόντα που δεν μπορούν καν να πουληθούν.

Παρατηρητές ενός προλεταριάτου που γίνεται δύσμορφο, διότι το δικό μας αραχνοΰφαντο πέπλο αριστερής ή μη, μελαγχολίας, υποκινεί την τυφλότητα της αδράνειάς μας, περιμένοντας ως αυτoεκπληρούμενη προφητεία, τον πολιτικό αρραβώνα των κοριών με τις εργατικές αρβύλες.

Η ανακολουθία συνείδησης και πράξης είναι αυτό που συνιστά το αυθεντικά κτηνώδες και το απάνθρωπο.

Είναι αυτό που κάνει τους χυμούς του κοινωνικού σώματος να ξεραίνονται και να σαπίζουν, παραδίδοντας εντελώς αβοήθητες τις όποιες λεκτικές επαναστατικές ορμές στις δυσλειτουργίες του πεπτικού μας συστήματος.

Ανήκουμε στην τάξη που κατάφερε να κάνει το ταξικό κίνημα ένα κίνημα αιρέσεων. Ένα κίνημα εγωισμών που κατουράν την ίδια θάλασσα και γεύονται την αμμωνία στο ίδιο αλάτι.

Να, ιδού το ελληνικό καλοκαίρι με την αφρώδη δαντέλα του.

Iδού, μια τρίχα που φυτρώνει στον κώλο μου, μια σμηγματογόνος κύστη που αναπτύσσεται ανεπαίσθητα ως τα βάθη της παλαβής μου καρδιάς.