[Ο,τι θέλει ο λαός] Του Αντώνη Αντωνάκου

Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία: Δημήτρης Δημητριάδης, «Οι Έλληνες που  κυβερνούν τους Έλληνες»

Μια παθητική θρηνωδία έρχεται σαν ιδεολογική ομίχλη πάνω απ’ τις καταστροφές που συσσωρεύει η Ιστορία. Ο ρομαντικός παράλυτος διανοούμενος, αφιονισμένος απ’ το πύον της ακαδημαϊκής χολής, καταδικάζει κάθε λογής βία εκτός απ’ την ολοδικιά του σκληρή και αποτρόπαιη προσταγή του καταδικασμού της.

Οι τάξεις έχουν εξαφανιστεί απ’ το οπτικό του πεδίο κι ένας θρησκευτικός μανιχαϊσμός κυβερνά τις βουλές της υποκριτικής ελευθερομανίας του.

Ο δυισμός ανάμεσα στα μέσα και το σκοπό δεν τον αφήνει να δει την πολεμική μηχανή της δύναμης και της κυριαρχίας που αλωνίζει ακόμα και τα κόκκαλα των σκλάβων για να κερδίσει ακόμα κι απ’ την τέφρα τους.

Ο ρομαντικός παράλυτος διανοούμενος βλέπει τη δουλοπρέπειά του απέναντι στην αστική τάξη ως ροπή προς μια κοινωνική ειρήνη, απαραίτητη για την πρόοδο και την ευημερία, μα κατά βάθος και κατά ύψος είναι μια ομολογία πίστης στη δύναμη της τάξης που τον συντηρεί με τις δάφνες του ελεύθερου εμπορίου.

Είναι αυτός που θα στρέψει με τον μονομερή του ανθρωπισμό ένα μέρος της εργατικής τάξης στο άλλο. Αυτός που ερμηνεύει το έγκλημα του Μένγκελε με ψυχολογικούς όρους. Αυτός που τα βιβλία του τα προορίζει για μανιφέστα μιας μικροαστικής ηθικής του βολέματος και των ίσων αποστάσεων. Μιας συγκαλυμμένης καταδίκης της επαναστατικής βίας που έρχεται σαν ανάχωμα στον πολεμοκάπηλο καπιταλιστικό ορθολογισμό.

Μόνο όταν τελειώσει ανεπανόρθωτα η ανθρώπινη ιστορία θα πάψει να υφίσταται η βία ως γεννήτρια νέων συνθηκών και νέων πεδίων ελευθερίας του ανθρώπου.

Η αληθινή δικαιοσύνη, θέλουμε δεν θέλουμε, είναι αυτή που αποδίδει ο καταπιεσμένος, άναρχα ή οργανωμένα, εκμηδενίζοντας τον αποκλειστικά δομημένο νόμο πάνω στα συμφέροντα της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Ο κρατικός νόμος που είναι νομικός συμβιβασμός και διαιτησία μεταξύ ταξικών συμφερόντων είναι απλά και μόνο η στιγμή της ανακωχής του κοινωνικού πολέμου. Κι αυτός που αγκαλιάζει τον κρατικό νόμο αγλαΐζοντάς τον σαν τη βρεφοκρατούσα, γελοιοποιείται ανεπανόρθωτα στα μάτια όλων όσων δεν θέλουν να κρύβονται πίσω απ’ το δάχτυλο της ευκολίας ή μη του βιοπορισμού τους.

Επειδή αναβάθμισα τη μισθωτή μου σκλαβιά θα πρέπει να το βουλώσω αλλιώς θα με αναλάβει ο καταδότης του καταδικασμού της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Όλους τους καιρούς ετούτο το αρχετυπικό παραλήρημα των ίσων αποστάσεων απ’ το θύτη και το θύμα, τον εκμεταλλευόμενο και τον εκμεταλλευτή, λάμπει σαν διαμάντι πάνω στο στέμμα του ιδιοκτήτη μας.

Ξανά και ξανά λοιπόν θα πρέπει να τονιστεί πως η ελευθερία βρίσκεται στον ορίζοντα που ανοίγει ο μαρασμός του Κράτους, κάθε κράτους, μαζί και του εργατικού- στην πανανθρώπινη αταξική, α-κρατική κομμουνιστική κοινωνία. Και τούτο είναι βασανιστικό και αποτρόπαιο για τον ρομαντικό αναρχικούλη που βλέπει τον εχθρό και τη βία στα αγόρια και τα κορίτσια που δεν θέλουν αυτή τη σκατοζωή αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να την αλλάξουν.

Η χειρότερη μορφή βίας, κύριε οργανικέ διανοούμενε της δημιουργικής απάτης, είναι η χρηστομάθεια προς τον πεινασμένο και τον καταπιεσμένο, πως, η ζωή είναι ωραία και πως ακόμα και φτωχός ή μίζερος, εξαθλιωμένος ή βιασμένος πρέπει να την αναγνωρίζεις ως τέτοια, δηλαδή κάτσε και κλώσε τ’ αυγά σου.