Ο ινδιάνος μου

Σπάνιες φωτογραφίες των τελευταίων Ινδιάνων - newsproject.gr

για τον Χριστόφορο, πάντα

Είναι οι λέξεις που τις χρησιμοποιούμε σαν καραμέλες. Μας αρέσει να έχουμε κάτι στο στόμα, να το γυρνάμε, να το γλείφουμε. Να απασχολούμε τη γλώσσα και τον ουρανίσκο.

Είναι λέξεις που τις ξεστομίζουμε και την ίδια στιγμή τις φθείρουμε. Ειρήνη. Θάρρος. Πίστη. Υπομονή. Έρωτας, έρωτας και ξανά έρωτας.

Λέξεις σχεδόν νεκρές, ξέπνοες, με μια μεταφυσική εσάνς νεκροζώντανης ουτοπίας.

Η μαγεία που είχαν ετούτες οι λέξεις ψόφησε. Οι θεοί ψόφησαν. Οι διάολοι ψόφησαν. Έφραξαν τις λίμνες και τους ποταμούς. Γέμισαν τις θάλασσες, τις κοιλάδες και τους κάμπους.

Υπάρχει όμως δίπλα μου ένας ινδιάνος, ένας μάγος αθάνατος που γυρνά και τριγυρνά εκεί που δεν τον σπέρνουν. Είναι ο φίλος των παιδιών, ο προστάτης των ορμονών τους και ο φρουρός της μέθης τους.

Είναι ο ινδιάνος που έχει περάσει πολλές φορές από μπροστά μου. Σπάνια θα με πλησιάσει αν δεν βρω το θάρρος να τον πλησιάσω εγώ. Σπάνια θα μου μιλήσει αν δεν βρω το θάρρος να του μιλήσω.

Ακολουθεί πάντα την ίδια τελετουργία. Σηκώνει τα χέρια στον ουρανό, σαν να προσπαθεί να κρατήσει για λίγο τον ήλιο.

Αρχίζει να μιλά με καθαρή φωνή, σαν γαληνευτής θηρίων, σαν αιώνιος φίλος που βρήκε τη χαρά και θέλει να τη μοιραστεί.

Είναι ο άγιός μου, αυτός που δεν φόρεσε ποτέ φωτοστέφανο και δεν πίστεψε ούτε μια στιγμή στους αγίους.

Μου έλεγε πάντα τα ίδια λόγια κι ακόμα αυτά μου λέει, απλώς όσο μεγαλώνω τον ακούω όλο και πιο δυνατά.

Τον πρωτοσυνάντησα όταν ήμουν παιδί στους αγρούς και στα λιοστάσια. Ξαπλώσαμε πάνω στα χορτάρια, δίπλα στα λουλούδια, ακούγοντας τα τζιτζίκια και το λάλημα της κίσσας.

Άνοιξε διάπλατα τα μάτια σου, μου λέει. Πέτα τους φόβους σου. Χέσε τις προσευχές και την άχρηστη πίστη που σου φορτώνουνε. Μην ελπίζεις σε τίποτε που δεν μπορείς να φτιάξεις ο ίδιος με τους συντρόφους σου, τα χέρια και το μυαλό σου. Ένας καινούργιος κόσμος γεννιέται κάθε στιγμή και είναι ο δικός σου.

Από ετούτη τη στιγμή και μετά τίποτε δεν είναι ίδιο. Τα πάντα αλλάζουν, αλαλάζουν, κρώζουν, γεννιούνται γαμιούνται και πεθαίνουν.

Τι είναι η ομορφιά; Τι είναι η μαγεία; Η γνώση πως είσαι ελεύθερος. Και είσαι ελεύθερος. Η γνώση πως η ζωή αρχίζει αυτή την κάθε στιγμή, που συμβαίνουν άπειρες αδιανόητες γέννες, απ’ την πιο τρελή συμφωνική ορχήστρα, που τα υγρά γεννητικά της όργανα αναπαράγουν τη ζωτική πνοή. Αναπαράγουν το υπερπέραν και το επέκεινα. Τον οντολογικό πληθωρισμό, τον συνουσιαζόμενο παράδεισο που έχασε το δρόμο του.

Ο ινδιάνος μου ξέρει ακόμα και το κροτάλισμα του θανάτου. Το έχει ζήσει. Πέρασε πάνω απ’ το θάνατο όπως περνούν οι αναστενάρηδες πάνω απ’ τα αναμμένα κάρβουνα για να πάνε σ’ έναν τόπο όπου δεν ακούγεται ο θόρυβος των χρυσών αλυσίδων που δένουν ιεραρχικά τους ανθρώπους.

Ο ινδιάνος μου, μού έμαθε να μην επιλέξω έναν θάνατο με πίστωση. Έγνοιες και ψευτοέγνοιες. Και τώρα ακόμα μου λέει, κοίτα τους νεκρούς που σφαγιάστηκαν κάτω απ’ το ψυχρό φεγγάρι. Και σήμανε. Σήμανε τη σάλπιγγά σου.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s