Πατρινοκαρναβάλι/Σκόνη της Αφρικής/Όλα καλά

[απ’ τα ημερολόγια]

25-02-2023: Κάθε χρόνο ντύνονται γυναίκες οι άντρες και οι γυναίκες τους καμαρώνουν.

Οι ξανθιές περούκες βγαίνουν απ’ τα συρτάρια και τα μπαούλα των πατρινών.

Παραδοσιακά οι νεόπλουτοι δίνουν κάθε χρόνο το παρόν, οι σέλφιζ ξανασενιάρονται, ξανασολιάζονται τα ψηλά τακούνια, τα κραγιόν κόκκινα πηχτά αίματα, η παραχάραξη της μιας στιγμής λυτρώνει τη βαρετή ζωή, στις μεζονέτες καραμούζες και κομφετί, καταπλακωμένοι από σεισμούς και καταποντισμούς δίνουν το παρόν στον καρναβαλικό κομουνισμό διάφοροι ναυαγισμένοι, παπαντρε ι κοί, σώγαμπροι, φατσούλες, μούτοι, χουφτωματίες παραλίας Πατρών, η μαυροδάφνη ως ηδύποτο λυτρώνει από τους πόνους της ζωής, τους πόνους της γέννας, τους πόνους της ηδονής.

Κάποια γλυκά κορίτσια ξερνάνε στου εραστή τους το καπέλο, κάθε χρόνο την ίδια ώρα διασκεδάζουν ευτυχισμένα σαν τα σκυλιά του παβλόφ.

Η ευσπλαχνική μέθη φέρνει και το γρήγορο σεξ. Οι πατρινοί γυναικολόγοι οι χειρουργοί περιμένουν το μήνα των εκτρώσεων. Η ταρίφα φτηνή. Φτηνό πράμα.

Η διασκέδαση όμως είναι σοβαρή υπόθεση. Η μαφία του καρναβαλιού κρατά ζεστή την κλειτορίδα της βασίλισσας, της κυρίας βασίλισσας.

Παντού υπάρχει μια βασίλισσα και λίγο ισραήλ.

Οι άνεργοι κάπου κρύβονται. Οι φτωχοί εδωνούντο, τα παιδάκια ακούνε παραμυθάδες τράπερ να λένε για μαύρα μάτια και χασίσια γλυκομαστούρικα.

Ο Έρλαντ Γιόζεφσον ψιθύρισε κάποτε στο αυτί μας «Είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι. Μας δίδαξαν για την ανατομία, για τις γεωργικές μεθόδους στην Αφρική. Ξέρουμε απ’ έξω μαθηματικούς τύπους. Αλλά δεν μας έμαθαν τίποτα για τις ψυχές μας. Είμαστε τρομακτικά ανίδεοι για το τι κάνει έναν άνθρωπο να συγκινείται»

26-02-2023: Σκόνη της Αφρικής. Τι θυμούνται άραγε τα έντομα και τα πουλιά στα μεγάλα ταξίδια; Ω! μα ναι. Συνεχίζουν την πορεία τους στα τυφλά και στα βουβά. Όπως βουβά συνεχίζουν να ζουν οι άνθρωποι του υπογείου, οι βράχοι, τα δέντρα και τα θηρία που ζουν μέσα στους καλούς ανθρώπους. Βέβαια μια τρομερή βροχή πυγολαμπίδων ονειρευόμαστε για το τέλος. Μα ποιο τέλος; ουδείς καταλαβαίνει το τέλος. Σαν ένα πουλί όμως, που σκύβει τρυφερά να σου βγάλει τα μάτια ο θάνατος. Με τον οποίο σταδιοδρομούν πολλοί ποιητές πεισιθάνατοι, αειθάνατοι, ετοιμοθάνατοι, αθάνατοι ακαδημαϊκοί.

27-02-2023: Όλα καλά. Η αφρικανική σκόνη μπαίνει στα μάτια και στις μύτες. Ουσίες μπαινοβγαίνουν στο σώμα μας. Μου έρχεται μια παρομοίωση αλλά η υγρασία τη νοτίζει.

-Επιστρέφουν οι εκδρομείς στην Αθήνα. Ανάποδος πάντα πηγαίνω προς δυσμάς. Στο άλλο ρεύμα ησυχία, υπνηλία, λαμαρίνες λευκές, κόκκινες, μαύρες, Οι νταλίκες απαγορεύονται, επίσης οι καρδιακοί παλμοί σπάνε τα κοντέρ. Τρέχουν όλοι. Αύριο δουλειά.

-Φτάνω στην Πάτρα. Οι πατρινές δεν είναι πουτάνες αλλά κακοποιημένα κορίτσια, πονηρές κυρίες, γριές που διαβάζουν ονειροκρίτες. Η σκόνη ένα ποίημα που επιμηκύνεται. Η Σαχάρα ζει, δεν είναι μαγαζί. Σκουπίδι και κατρουλιό. Ανθρωπίλα και σκατίλα, όλα τυλιγμένα γλυκά. Υπερωρίες θα κάνει ο Πελετίδης. Η πόλη θα γίνει όπως πριν βγάλει λεφτά. Καθαρότατη, απούτανη. Σαν παρθένα που της τράβηξες την τελευταία τριχομονάδα.

-Δοξολογώντας το κάτω μέρος του ανθρώπινου σώματος, το καρναβάλι δοξολογεί αξεδιάλυτα, λέει ο Μπαχτίν, και το κοινωνικό «κάτω», δηλαδή το σώμα του λαού. Στο φαγοπότι και το ξεφάντωμα, το σώμα απελευθερώνεται από την καθημερινή του καταπίεση – τη νηστεία, τη σεξουαλική αποχή, την αγόγγυστη υποταγή στον αφέντη. Στην εταιρία.

-Όποιος είναι τρελός είναι σοφός. Ιδού ο τρελός που φύτρωσε απ΄το χώμα. Βλέπω οράματα. Γυμνές και φαγητά. Σπεσιαλιτέ γκουρμέ και σεξ. Βλέπω τον Καραγκιόζη να τρώει τον περίδρομο την ώρα που τα παλικάρια σφάζονται στη μάχη· και μετά τη νίκη περηφανεύεται ότι κι αυτός πολέμησε γενναία, αφού «σκότωσε» τον Καπετάν Ψητό, τον Καπετάν Τυρή, τον Καπετάν Κουραμάνα και μύριους άλλους.

-Μια χάρτινη μάσκα, ένας καθαρός μασκαράς αναγγέλλει τη νίκη της ζωής επί του θανάτου και τον τελικό θρίαμβο του Αγώνα.

Ο Αγώνας πάντα δικαιώνεται.

Ζήτω ο κ.κ Ρεβυθοφασουλοκολοκυθομελιτζανόπουλος.

Περί Του Ενδόξου Εθνικού Έρωτος

Με το κόστος του δικού σου κορμιού
εγνώρισα τον εθνικό έρωτα
τις φλεγμονές
που αφήνουν οι ωδές στο δαγκωμένο λαιμό


γλυκά πυροβολημένη απ’ το όπλο μου
φουρτουνιασμένη γη
άδολο μουνάκι
θα σε σκίσω όπως το χάρτη της πατρίδας
θα σε κάνω φυλαχτό της υπεροψίας μου
θα σε κάνω ζόφο αχνιστό
ξεχειλισμένο


εις το χείλος του Ισθμού
εις την κόψη των δακρύων της Παρθένου


ω! βοηθάτε Αγίες, ετούτο το λογοπαίγνιο


Αίγες κάποτε εσείς κι εγώ λύκος
απ’ τον καιρό της μεγίστης εκρήξεως
απ’ τον καιρό της σιωπής


υμνώ το λαδολέμονο και τη ντομάτα
υμνώ το γλειφομούνι και την πεολειχία
υμνώ το Τίποτα που ήμουν
και το Τίποτα που θα γίνω ξανά


Σκατά στον τάφο μου, κορίτσια

Σάρκα Και Αναστεναγμοί

Η εκσφενδόνιση της απρέπειας εκεί που αφήνει τα ζουμιά του ο βαμπιρικός βιοπορισμός

συνήθως

αποθεώνεται όπως σ΄αυτό το οδυνηρό κεφάλαιο του εθνικού οικογενειακού βίου με τις

μνηστείες και τις συνακροάσεις όλων με όλους, ένα κράτος κηδεμών, μια

πατροπαράδοτη εθνική ηθική, δηλαδή η

φιλοπόλεμη φύση σε πλήρη ανάπαυση, προστατευμένη από την περιέργεια και τον ερωτισμό

μέσα

στους περισπούδαστους βούρκους των καλών τρόπων, των συγκινήσεων, των μολυβιών Faber 5H, μέσα στα νερά τόσων πορθμών, ισθμών και γυναικείων ρευμάτων.

το παιχνίδι μαυρίζει και μαγαρίζεται, η αγάπη γίνεται αντι-λαγνεία,

ό

μως η μέσα χαρά αρθρώνει δημιουργική κριτική,

απέναντι στο δοσίλογο πνεύμα, οι ντελικάτοι ειδήμονες με ηδύτητα κολακεύουν τη νύφη

τη νυφούλα, που είναι άμαθη λουλουδοστεφής ασπούδαστη, θυγατέρα της αιτιοκρατίας που ενώνει τον βλαστό και τον κορμό, καρτερική μάνα, αδερφή του ελέους

αναγωγικό πουτανάκι της αστικής ψυχαγωγίας

φιλμικός χρόνος μεταξύ ερεθισμού και νοήματος, μεταξύ κυτταρικής μεμβράνης και αιωνιότητας μια

χώρα δίχως χώρο, νησιά ωραία από πάντα, γειτονιές του μητρικού παραδείσου μια

ένωση της μνηστής μας κοπέλας με το κορμί της πατρίδος, μια νέα ποιήτρια που θέλει να βγάλει λεφτά πουλώντας ποιήματα, πουλώντας των υγρών της τον τάραχο, των φίλων της την τσίχλα παίρνοντας απ΄το στόμα

εξουσιάζοντας την πορεία των χυμών της

την υδροδυναμική της εμμηνορρυσίας της, τους πόρους που κρατιούνται για ένα ολόκληρο φεγγάρι κλειστοί συντηρώντας το θυμοειδές του χαρακτήρος, εις

τα βάθη

των εγκάτων

των ερμητικών σπηλαίων όπου

στοίβες αυγά όλων των φύλων και των φυλών φυλλορροούν αφίλητα

καρτερικά υπομένοντας τις στρεβλώσεις, τη

φθορά που μας κινεί για να μας φθείρει έως αποθεώσεως, γελώντας απέναντι στις τεθλιμμένες κολοκύθες με τα τρύπια μάτια και τις τρύπιες καρδιές

στα άδυτα του κόλπου όπου πιάνεται το παιδί σαν ψαράκι, όπου τα Εισόδια του φαλλού θα αναδημιουργήσουν το στερέωμα κι η γυναίκα θ΄αφήσει πίσω της το θυμό του χαλασμένου αίματος τις μυρουδιές

τη μυρουδιά, τη μοναδική

τη χώνεψη απ΄τα όξινα διαλύματα των θαυμάτων

τα δείγματα γραφής της μαρτυρικής νέας που θέλει να βγάλει λεφτά απ΄τα ποιήματα, να αγοράσει κρέας, σερβιέτες, πατατάκια, αλισίβα για τον γαμήλιο

κουραμπιέ

Κοινωνικά Δεσμά Ή Περί Του Οίστρου Μιας Ψυχοκόρης

Ορθώς,

οι φιλικές παρεμβάσεις γίνονται φαλικές επεμβάσεις εντός της βραχύβιας ιστορίας του σώματος. του σώματος που ξεχνά πως είναι σώμα και γίνεται ο

αναμορφωτής του σώματος, ο τροφοδότης της εξασθένησης, αποθεώνοντας τη θεσμική λαγνεία, τη δεξιά σκέψη

τις εργολαβίες της ίδιας μας της βρώμας, της ζωικής κραυγής που χασμουριέται στο βραδινό αεράκι αφού

ζωγραφίζει αγγέλους που έχουν πατήσει με τα άρβυλα το γαλλικό σκατό το πνεύμα του διαφωτισμού, τη χρήση της σιλικόνης για ερωτικούς σκοπούς, τη χρήση της κοκαΐνης για αργοσάλεμα στον κόσμο του ψυχρού πλούτου,

στη λογική της μυρωδάτης πορδής που πρέπει να την πιείς και να τη φχαριστηθείς

στη λογική του χαδιού πριν ανοίξει το ρόδο, πριν γεμίσει κολίβρια τη μήτρα του κοριτσιού

για να χωρέσει θείες μεταλήψεις εσταυρωμένους πασαρέλες αντισυλληπτικά ιερείς με μαραμένα πέη που παραπαίουν, φωλιές,

φωλιές και

φόλες και στέρεες παρατάξεις, χούγια ευλογημένα του ιδρώτα και του σπέρματος, αναρτήσεις με σύνδρομα και συνδρομές αφού πάλι το τάμπαξ θα θριαμβεύσει

η αναμονή της γονιμοποίησης μπροστά στο μητροσκόπιο, τα χρυσά ωάρια που αφήνουν οι πόλεμοι, οι λεγεώνες από τεκνά που δουλεύουν στην εστίαση

όλα πάντα στην ώρα τους κυλώντας αφού ο χρόνος παραμένει αθεολόγητος

και μαθηματικός

χωρίς φλέβες και θνητή ύλη

δαγκωμένος αντιψυχαγωγικός και ελαφρώς άμυαλος απέναντι στους βασανιστές του, δείχνοντας τι θα πει οίστρος

και τι θα πει γυφτιά θεσμική και αφρώδης εκπάγλου ανυπακοής όλο χαμόγελα και μαλακίες και μικροκλοπές ζωνών έρωτος και βίας

δείχνοντας πόσο ειδωλολάτρης πρέπει να γίνεις μπροστά στις ταπεινές παπαρούνες και τα κρινάκια και τους μέλλοντες νεκρούς

ως ψώνιο φιλημένο από όσες γυμνόστηθες ατιμασμένες παρθένες άφησε πίσω του ο εγκέλαδος της καβλοσύνης πριν

σε καθίσει στο σκαμνί της γέννας

ξεβράκωτη ξυρισμένη πετώντας τους ανθρώπους στα νεκρά νερά

περιμένοντας τα ποιητικά ανακοινωθέντα ή

την περιέργεια να αναστατώσει τα χειλάκια τόσων κρυφών γυναικείων φύσεων

Ο καπιταλισμός είναι ευλογία

Οι εργατουπόλεις της Τουρκίας και όλου του κόσμου, η χαρά των εργολάβων και των κερδών τους, οι πόλεις-κάτεργα όπως και η δική μας διαμαντόπετρα, κόρη πολιτικών μηχανικών και οραματιστών που κατέβασαν τη μισή Ελλάδα στη μεγάλη γούρνα σκαρφαλώνοντας στα νταμάρια μακριά απ’ το κακό χωριό και τα πέντε σπίτια, ανακατεύοντας εμφυλίους και διχασμούς, κακογαμίες και ηθικολογίες.

Εδώ λοιπόν όλοι, οι εργάτες και οι ψυχαγωγοί τους, στριμωγμένοι σε μια κάθετη κυψελοειδή μπετονένια μαλακία που ευλογήθηκε απ’ όλα τα πολιτικά δέρματα αφού θες την αγέλη στα πόδια σου, να της μιλάς να της λες τα πιο ωραία παραμύθια, τα πιο επιδραστικά σήριαλ, να κλαίτε μαζί για την παρακμή, τον αστικό μαρασμό, να έχει ευκολία το πρόταγμα και το κωλοστρίμωγμα στο αστικό βοσκοτόπι να δίνει χαρά..

Ποτέ δεν ήταν φόβος τα καιρικά φαινόμενα και οι σεισμοί για την ανθρωπότητα, όσο σήμερα, που ο εξελιγμένος καπιταλισμός και η οργανωμένη ανθρωποβοσκή δηλητηριάσαν το φυσικό τρόπο ζωής, διορίζοντας ένα σωρό στρατηγούς που μας κουνάνε το δάχτυλο, που μας βάζουν στη σειρά κάνοντας μας να γλείφουμε το γκλόπ του ματατζή που λίγο πριν το έχει βάλει στον κώλο του αδερφού μας.

Σ’ αυτές τις πατρίδες από βόθρους, σ’ αυτά τα ένδοξα αλωνάκια που εγίναν οι απόπατοι βιομηχάνων και εφοπλιστών, οι μάζες καταπλακώνονται απ’ το ίδιο τους το βάρος, ο ένας πολτοποιεί τον άλλο, ο ένας τραμπουκίζει τον άλλο, ο ένας λαός γαμάει τον άλλο και πότε-πότε αλληλέγγυα ο ένας σώζει τον άλλο. Έτσι προστάζει η Εταιρία, η προσαρμογή, το έτσι τα βρήκαμε, το ΝΑΤΟ, ο Αλάχ, ο Χριστός, το Ισραήλ, η παναγία.

Νέοι ορίζοντες κέρδους και εξαχρείωσης ανοίγονται μπροστά μας. Ο σεισμός είναι ευλογία…δουλειά να υπάρχει….

Φάκλαντ

-απόσπασμα-

Ανοίγω κουβέντα για το σαγκουίνι, για το πορφυρό χρώμα, για τις βιταμίνες και τα περιβόλια.

Ο βίος ένα διαρκές παρόν, άβολος, αφύσικος, άνευρος, έξω από ετούτο το βούρκο, ετούτη τη λίμνη που χαϊδεύει τις πιο αληθινές γύμνιες και με ξεστρατίζει στις παραχαράξεις. Στις γραφές με μολύβια, μελάνια, αίματα, υμνώντας την σκοτεινή έμπνευση και την ασυδοσία, τις αιφνίδιες συναντήσεις με τους θανάτους και τις γέννες, τις καταβυθίσεις στο μηδέν και στην τρύπα αυτή που γεννά το μαύρο μάτι της θεωρίας.

Θεωρητικοί γυμνολόγοι όλοι μας, κοτσύφια δίπλα στις καλαμιές της λίμνης, ερωτοαφροί, σαύρες και φίδια που κοιμούνται, σκαθάρια, ένας ελαφρύς ζωηρός ορίζοντας χαϊδεμένος απ’ το χρώμα που αλείφει ο ήλιος πάνω στις κουράδες και τα σπέρματα, στα πεταμένα μαντηλάκια που αφήσαν τα κορίτσια στη βραδινή τρεχάλα, στα γλειψίματα των σχισμών τους, στις πιο ιερές παράνομες κατακεφαλιές.

Εδώ, στα δρομάκια με τα κίτρινα άνθη που διαθέτουν σαρκώδη χείλη, εδώ στα απαλά μικρά αγκαθάκια που μπήγονται στη σάρκα είναι ξαπλωμένη και ολότελα γυμνή, με το δέρμα φουσκωμένο απ’ την έξαψη, με τα χείλη υγρά, δαγκώνει τη γλώσσα που σαν να θέλει να ξεφύγει απ’ το στόμα, νοιώθω την ανατομία μας να συνταυτίζεται, τα μυαλά μας να συντήκονται σαν δυο αυγά μάτια, ματαίως και δολερώς να σμίγουν και να διηθούνται το ένα μέσα στο άλλο ώσπου να γίνουν μια γλοιώδης κι αφηρημένη μάζα, πολτός βασιλικός κάτω απ’ τα κίτρα και τα νεράντζια.

Είμαι ο μνηστήρας της και είναι η μνηστή μου, χωρίς όνομα, αβάπτιστοι σαλεύουμε σε τούτη τη θερμή παλιγγενεσία, στο αντάμωμα υγρών και σάλιων.

Η μνηστή μου έχει αποβάλει αίμα, άλατα και στομαχικά υγρά. Είναι ανοιχτή σε ρέματα, ξεροπόταμα, μεγάλα ποτάμια και λίμνες. Είναι η πολιτική γεωγραφία της Ελλάδος, είναι το λήμμα Κόλπος το αιωνίως αχαρτογράφητο, απροσδιόριστο και μονόχνοτο.

Απέναντι, οι ελαιώνες παλαιών πολεοδόμων, βαρβάτοι μέσα στον ίλιγγο του αναγεννημένου ελληνισμού, της κάβλας και των αιφνίδιων ηλιακών εκκρίσεων, των ξαναμμένων οπτασιαστών της Αφροδίτης, των αντρών που θα χωθούν καβλωμένοι σε μια κόγχη για να τραβήξουν τα μαλλιά της ψωλής τους, να ματώσουν την πούτσα τους, να βγάλουν αυτό το κολλώδες συνονθύλευμα ύλης, αυτό τον πνιγμό της τρυφερότητας αλειμμένο πάνω στο παχύ στρώμα της καβαλίνας.

Η μνηστή μου κι εγώ ξεσχίζουμε τη σάρκα του πορτοκαλιού, ξεσχίζουμε τις σάρκες μας, τα βραβεία μας είναι οι κάμποσες γλώσσες που ψευδίζουν γύρω μας, οι νεροφίδες που κολυμπούν, ο χρόνος που μαραίνει τούτα τα σώματα, που πετρώνει τα σπλάχνα και σκληραίνει τα φρονήματα, τα έντερα, το διάφραγμα και κυρίως το συκώτι και την καρδιά.

Ζητώ πάντα καταφύγιο στον παιδικό σου αφαλό, το λακκάκι να γεμίζει αχνιστό σπόρο, να ξεχειλίζει το τοπίο ολόκληρο και με θόρυβο να κατρακυλά το δυνατό υγρό προς την περιοχή του Αχελώου, προς την Αχερουσία, προς την οξειδωμένη πολιτεία των ονείρων.