ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Φτερά Σημαιοφόρου

xnoud

Κατέβηκα ως εντολέας στην κοιλιά της μαμής
Να με σκεφτεί ως έμβρυο η μανούλα μέσα της
Να συμπονέσει το αιμάσσον σπλάχνο της
Πριν το δει στη μπανιέρα Αφήνοντάς το
Για λίγο ελεύθερο ν’ ακούσει
Μες στον αμνιακό αλκοολισμό
Κάποια άρια στους δρόμους προς τα χασάπικα
Χωρίς Eβραίους κι ‘Eλληνες θεούς
Και γύρω μόνο η σάρκα

Τοπιογραφία ματιού σε στύση

sea

Το θρησκευτικό νόημα του ερωτισμού βρίσκεται μέσα στην πλήρη ακινησία του ήρεμου Μέτρου της ηδονής.

Στους ψιθύρους εκτός χρόνου και χώρου που θέλουν να γίνουν χώρος και χρόνος, που θέλουν να κερδίσουν μέσα σ’ αυτή την παχύρευστη ροή του σπέρματος έναν ρόλο ουσίας.

Ολόκληρη η ζωή μας είναι φορτισμένη με θάνατο, γι’ αυτό περιμένει όλο αγωνία μαζί με μας στη στάση του λεωφορείου τη γκάβλα να κάνει το πρώτο ή το δεύτερο βήμα. Το παραστράτημα σε μια χαρά που δεν την αφιονίζει το καθήκον μα την ξεσηκώνει το απέραντα χαρμόσυνο γέλιο της συνάντησης.

Οι συναντήσεις ανήκουν στο διονυσιακό κόσμο, δηλαδή στο γαμήσι και στις ακαθαρσίες του.

Συναντώ σημαίνει συνευρίσκομαι. Συνευρίσκομαι σημαίνει γίνομαι ο θεός της παράβασης και του γλεντιού.

Παράβαση απ’ τις θνητές έγνοιες και την ανθρωποβοσκή που θεμελίωσε την εργασία ως μηχανισμό εκφυλισμού της τάσης του ανθρώπου για ελευθερία. Και γλέντι, ώστε, αυτό το θρύμμα της χαράς να παραδοθεί ατόφιο στις κραιπάλες και στις τόσες αδόκιμες δοκιμές θανάτου.

Ο πολιτισμός έδεσε τη σεξουαλική έξαψη στο αμάρτημα, προσδίδοντας στον ερωτισμό μιαν έξαλλη και απελπισμένη βία.

Ο πολιτισμός έκρυψε την ηδονή κάτω απ’ το χαλί της εκκλησίας και του εμπορίου.

Όσοι μιλούν ανοιχτά και επισήμως σήμερα για την ηδονή είναι ψυχίατροι ή κρεοπώλαι σαρκός κάθε χρώματος.

Γι’ αυτό οι ποιητές γράφουν ποιήματα και οι έφηβοι στολίζουν την περίλαμπρη κόμη των γεννητικών τους οργάνων με χύσια.

Γι’ αυτό τα λόγια μας έχουν κάτι απ’ την παθιασμένη ευφυΐα της ευχαρίστησης και της τρέλας, αφού μπορούμε να διακρίνουμε μέσα στα τόσα αδιάκριτα βλέμματα των ερωτιάρικων ζώων γύρω μας το πένθιμο νόημά τους.

 

Ο Νταντάς Ή Μάχη σώμα με σώμα

dadas

Ο Νταντάς, απόγονος του Σεβάχ και του αποσπερίτη
ιδρυτής της Βαβέλ και των κόμικς μιας υγρής Ελεονώρας
μιας χώρας ελαιοκάρπου μιας θαυμασίας νήσου που
ιδρύσανε οι Δούλες του Ζενέ με το χαρτοκόπτη πάνω
στην καρδιά και στην καμπούρα μου πάνω στα κωλομέρια
μιας θεάς από μάρμαρο κι ενός θεού από μορταδέλα

ω! μονόφθαλμο αρκούδι μπροστά στον ερμαφρόδιτο
ήλιο η Αφροδίτη κλειτορίς αδέκαστη η Ήρα χήρα στον
Ορχομενό κι ο Δίας ψήστης της λιπόθυμης αγάπης των
κοινών θνητών για τα κοινά και τις κοινές για το αδιάντροπο
γέλιο της μεγαλομανίας του αιδοίου που θέλει την εξουσία
του τρελού γλύπτη πάνω στα χείλη της Φίλης που δεν ήρθε

μα καταπλάκωσε το Γεράσιμο Σκλάβο δια παντός μέσα
στη νύχτα και στις ομιχλώδεις φούστες μέσα στα κομουνι-
στικά μανιφέστα τόσων πόθων ξαίνοντας νευρικά τ’ άσπρο
μαλλί των γάμων απ’ το έρκος των θνητών μας οδόντων

Τετράστιχον Παρισίων

tetra

Στα Παρίσια στα Παρίσια
μελετάνε τα χασίσια
ω! χύστε τα ζεστά σας χύσια
εις τα ένδοξα Παρίσια

Ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα

bout

Τριγυρνούν στους δρόμους αυτής της γυμνής δημοκρατίας
έχουν πετάξει τα ρούχα τους
έχουν γράψει συνθήματα με χημικά της Revlon στις ρόγες τους
-ωδή στις κινέζικες βιοτεχνίες και στη σπαστική κολίτιδα-
Η γύμνια είναι ένας αβρός αιφνιδιασμός
Το ρίσκο να στέκεις αγνός ενώπιον της αχρειότητας
Περιφέρονται στους δρόμους μ’ ένα κέφι τρελό
Ερμαφρόδιτα κουνέλια με αυτιά στητά και
μουστάκια από ανεμογκάστρι
Ένα έκπαγλο απόλυτο στη συμπολή με τη δύναμη
Τρυφεροί φασίστες που αγαπούν μόνο
την κωλοτρυπίδα τους
Βασανισμένοι, μπερδεμένοι
απ’ το ναυάγιο του να είναι μοναδικοί
Αξιολύπητα αξιοθαύμαστοι
Ένα άλλοθι στη φαυλότητα των φιλήσυχων πολιτων

gay

Δυο γκραβούρες αυνανισμού

klimt_gustav_8

Αν μπορούσα να σας αγκαλιάσω
-Όπως πέπλα από διαστημικές ομίχλες αγκαλιάζουν το χαμό-
Θα χόρταινα απ’ την αφρώδη λίμπιντο των σάλιων σας
Σαλεμένες γύρω απ’ τις σουπιέρες και τα βεγγαλικά
Παρθένες μικρούλες νότες των συνειρμών
Στη δυσώδη ρομάντζα από αντρικές ψωλές και γέλια

Ω! μη χρησιμοποιείτε το δάχτυλο σαν δόλωμα κορίτσια
Θα λέτε μόνο για τους οργασμούς
Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
Θα λέτε για το λαρύγγι σας
Πως το ξεχαρβάλωσε με ζήλο η προστυχιά
Θα λέτε για μένα και τη γλώσσα μου στ’ ανατριχιασμένα σας σπλάχνα
Πέρασε Λύκε καλέ στης Κοκκινοσκουφίτσας τους μύκητες
Στα φρεσκοθρεμμένα μουσκίδια
Στο Πάντα Βρέχει που κουρνιάζουν τσαλαπετεινοί
Στο Πάντα Χύνει που μαλακίζονται οι γκιόσες
Έφηβες πυκνόμαλλες του ενός σπασμού
Ηγερίες με μαδημένο μουνί
Και τη χούφτα απόχη για ζαλισμένες πεταλούδες
Στο χείλος του γκρεμού
Απ’ τις τόσες νικηφόρες πανωλεθρίες με το δάχτυλο

klimt-studie-zu-danae-1907.thumb.333x0x0x0x100x0x0x0

Ορισμός

polem1

Ο πόλεμος είναι μια σπουδαία περιπέτεια που παραμορφώνει το ανθρώπινο είδος και οι φαντάροι ανοίγουν τα κεφάλια τους μέσα στη νύχτα. Βομβαρδιστικά βομβαρδίζουν με σπέρμα τα κλειστά στόματα των ανθρώπων. Ένα πρόβατο είναι η έναρξη της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα είναι η έναρξη της νύχτας. Τόσο ο πόλεμος είναι ατέλειωτος.

Μια παλαβή Κυριακή

kin

Οι τάφοι ανοιχτοί στην Κινεζία, τα εμπορικά
μαγαζιά με τα έμβρυα και τα λουκάνικα ανοιχτά
το σεξ παντού πλαδαρό γλυκό και καταδικασμένο.
Είδα βιοτεχνίες υπόγειες που φτιάχνουν
αλοιφές για σπυριασμένους ραβίνους. Είδα
τις τρίχες σου κάτω απ’ την κίτρινη πληγή
του φεγγαριού. Γρήγορα φιλιά από αίμα. Είδα
να ψυχοπλακώνουν τους ματάκηδες στηθάκια
κουλουριασμένα σαν ψόφια ποντίκια μες στη
λαίμαργη ακινησία τους. Είδα έναν δαίμονα
αόμματο να χώνει το δάχτυλο του στο τρυφερό σου
χαμόγελο και να γίνεται ο φτωχός πίθηκος
ο δούλος της μητρότητας στην ανατολή που
μασουλάει λιωμένα χείλη και ξεφλουδισμένα
γόνατα με την τόσο ωραία κυρτωμένη ράχη του
ακουμπισμένη στον εχθρικό τοίχο της σιωπής.

Liberte

stasi liberte

Κατεβήκαμε στη στάση Liberte
Σε πήρα ολόκληρη στο στόμα και με είπες
αχαλίνωτο καταπιόνα
και σε είπα αλατισμένη με φεγγάρι
Αχ! μόνο οι τρελοί ξέρουν να γαμάνε
χωρίς να πουλιούνται
Κλάψε τώρα ανελέητε θεέ
που δεν έχεις αυτό που έχω στο στόμα
Κλάψε τώρα θεέ δίχως γλώσσα
καμωμένε από ποταμούς αίματος
Εσύ αθάνατος κι αγάμητος
κι εγώ θνητός γλωσσοπλάστης

Σύντομη ιστορία του ματιού

sintomi

Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν γύρω σου
είναι σκέψεις δικές μου και σκευωρίες
από σάλιο είναι το καλωσόρισμα στα
ομόκεντρα μπούτια είναι του φιλαναγνώστη

ο ρόγχος τα δέκα δάχτυλα που θα βοσκήσουν
την ευτυχία και τις κλωστές απ’ τα χιτώνια
των χωροφυλάκων. Όσα λουλουδάκια φύτρωσαν
γύρω σου είναι ποιητικές ιδέες από ρώσικο

ατσάλι και λέπια από χοντρόκωλες νεράιδες.
Τα μαδάν στις συνουσίες οι εραστές σου
άλλοι άχαρα κι άλλοι με τα παλαβά γαμψά τους
νύχια σε γδέρνουν για να φτάσουν στο μεδούλι

να τυφλώσουν το ζηλιάρη ήλιο μες στα μάτια σου.

Κύκνειο χάσμα

lida

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά
και αντικλείδια για τον κόρφο της Λήδας
αφού είστε κύκνοι υπεράνω κάθε υποψίας
και τα δόντια σας γεύονται σφάγια από

Τραγανές Αγίες και τα δάχτυλα των ποδιών
σας μελετούν την ωμοπλάτη μιας Μαρίας
φαγωμένης απ’ τη λέρα των αιώνων και μιας
αχόρταγης κυρίας με ανθισμένα έντερα

που κεντά το εργόχειρο των ηδονών και
τη γαλατένια της μελαγχολία όταν
ξεσπά σε γλειψιές πάνω στο πέος και
στην τριχωτή κοιλιά του Εωσφόρου

που γαντζώνεται στο λαιμό του κύκνου
σαν μικρό ευαίσθητο θηρίο νυμφευμένο
με τον απαλό πάτο της Λήδας και το
αφελές της αιδοίο και τις πασαλειμμένες

κορφές από σπερματόσπορο στα γλυπτά
κωλομέρια που θα τα πάρει μαζί της
στον τάφο

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα

rempo

Έχουμε νέα απ’ τον Ρεμπώ και τον Πάνα
αι βάται αι φλεγόμεναι που διαολίζουν
τους φιλολόγους του πανεπιστημίου Αθηνών
και τους ψάλτες με τα χάλκινα λαρύγγια

και ως μεγαλόσωμοι κυρίαρχοι του κόσμου
των ποιητών αφηγούνται τις σκοτεινές
συνουσίες κάτω απ’ τις κουνουπιέρες
της Αφρικής και κάτω απ’ τα πουκάμισα

της Εσπερίας αφήνοντάς μας χρησμούς
για να κοιμηθούμε ανήσυχοι με το πουλί
στο χέρι σκεπτόμενοι πάντα τις αναξιόπιστες
δηλώσεις των εραστών για τον έρωτα και

των τρελών για την τρέλα τις χώρες που
περπάτησαν με τη γλώσσα και τους πνίχτες
στους λαιμούς απ’ τη χρυσοθηρία βυζαίνοντας
πάντα απ’ τη συκιά του σύμπαντος γάλα

ρεύσις της φύσεως γάλα του γαλαξία γάλα
κατσικίσιο απ’ τη ρόγα γάλα του μύθου της
φλεγομένης Αιθιοπίας που εκέρδισε το
παγκόσμιο πρωτάθλημα οργασμού και πείνας

και το παγκόσμιο πρωτάθλημα αλητείας
όσων άφησαν εκεί τα κόκαλά τους και μια
φράση που άνθισε στην έρημο σαν το πρώτο
άγριο φύσημα του αγέρα που τύφλωσε τα

καραβάνια και τα πήγε ντουγρού στην
έκσταση του απέραντου άγνωστου κόσμου

Πνεύμα

pnema

Με φώτισε το Άγιον πνεύμα
και μου άλλαξε τα φώτα. Ένα
μεγάφωνο φύτρωσε στον
κώλο της Αγίας Τριάδας με τον

τριαδικό θεό να ζαλίζεται απ’ τα
κοριτσόπουλα που δε φοράν
βρακί σαν ώριμες λέξεις που
ξέρουν τη θέλουν στο δέρμα τους

σαν μιαν ανεπανόρθωτη βλάβη
σαν μια ζαρκάδα Αφροδίτη
χορευταρού με αφρούς και
κύματα σαν κάτι θηλυκό με θηλές

και στήθια σαν αυτά που ψιθύριζε
ο Απολλινέρ στη Μουσα του Λουίζα
εν μέσω καύσωνος και κάψας
9 πόρτες έχει το κορμί σου Λουίζα

κι εγώ κατάφερα όλες να τις ανοίξω.

Όχι κι ένα τόσο ένδοξο ποίημα

LA-REGINA-DELLE-BANANE-BANANAS-QUEEN-2

Κανένας θεατής δεν μετανοεί ούτε
οι σκυλόφραγκοι που χορεύουν γύρω
απ’ τα φοβερά κουνούπια ούτε οι
Τάταροι που θεραπεύουν το χτικιό

του έρωτα στα πεδία των μαχών
σκεπτόμενοι αιδοία της γαλλικής
σχολής των αποδομιστών αποδομώντας
τις κουτσουλιές των πουλιών και

το λυσσασμένο Μαρξισμό εως εσχάτων.
Έως να ψηθεί καλά το συκώτι του
αρχιμάστορα και η γυναίκα του να
δραπετεύσει απ’ το καταραμένο γεφύρι

γυμνή όπως θάφτηκε και γυμνή όπως
γεννήθηκε για να μας αλλάζει τα φώτα
στη φαντεζί μυθολογία πέριξ του
Αμβρακικού με τις σκληρές πέτρες

και τις αστραπές με τα ψόφια ψάρια
απ’ τους κολπικούς σπασμούς του
ηφαιστείου που κοιμάται στην κοιλιά
της αρβανιτιάς περιμένοντας τους

εξωμότες και τα χασίσια του Ελμπασάν
για να δουν άσπρη μέρα και να ζαλιστούν
αγναντεύοντας το γεφύρι της Άρτας και
μια νοικοκυρά στο παράθυρο όλο ερωτισμό

μικροαστικής φύσεως με τα ένδοξα
μπικουτί και τη μπανάνα να γλιστρά
στον καλό μύλο που τα αλέθει όλα
τα πάθη και τις βιταμίνες και τα

υγρά που στάζουν στα αρειμάνια
χείλη εκεί που δεν πιάνει το
μελάνι και το κραγιόν αλλά το
σπέρμα των αποδομιστών και των

ελασσόνων.

Ημιπορτραίτο λαμπυριζούσης νοικοκυράς

ημιπορτραιτο

Οι δρόμοι γέμισαν δάκρυα Κύριε σκοτεινέ συνωμότη
που συναρμολογείς με τέχνη τα κομμάτια του παζλ

υλικά του υψίστου νου των καλλιγράφων που γδύνουν
όλα τα εκτροχιασμένα συναισθήματα στις κουζίνες εκεί

που θρυμματίζονται οι αφανέρωτες τάσεις των γυναικών
για έρωτες και αύτανδρους οργασμούς τρικούβερτους

και πολλαπλούς με σκόρδα κατσαρόλες και περίοδο
μουνίλα αρχαγγελική εξεγερμένες ωοθήκες πρόστυχες

σμιλευμένες στα αιωνίως αμαρτωλά παραστρατήματα
του μυαλού με το γέλιο να ανθίζει στον αφαλό και τα

δόντια να δαγκώνουν αυτό το σφιχτό αυγό της ψυχούλας
τα ματιασμένα ένστιχτα των φαλακροκοράκων εντός κι

εκτός αντρών τυφλών μπανιστηρτζίδων σαλεμένων τόσο
όσο ένα ανώμαλο αγοράκι που καρτερεί τον ίσκιο του

θανάτου κάτω απ’ τις φούστες γλειφιτζούρι μαντολάτο
και μαλλί της γριάς μαδημένο απ’ τα γενναιόδωρα όνειρα

της φθοράς

Σημειώσεις πάνω στο δέρμα της

drawing-nude-in-summerquot-by-loui-jover-redbubble-1359748376_b

Όλες οι μεγάλες πόλεις σού ανήκουν.
Γνωρίζουν οι μεταφραστές της εποχής
την ένρινη λαχτάρα σου για σεξοσέξ
μέσα στη λαύρα του μεσημεριού και

το αρχαϊκό σου χαμόγελο στους δρόμους
απολαμβάνουν. Σε μυρίζουν βαθιά
χαμομήλια μελίγγια της απατηλής
Πεντέλης και του Υμηττού τα δάχτυλα

τα πετρωμένα. Οικογενειάρχες και
μαρμαρωμένοι βασιλιάδες Νεαροί
που κατουράνε σπέρμα. Κύκλωπες
αυτοκράτορες και ναρκαλιευτές

Πατατοφάγοι εραστές πριν απ’ το
γύρο του θανάτου. Λεσβίες στα υπερώα
δώματα γλιστρώντας στου ευσπλαχνικού
αλκοολισμού το μουδιασμένο λαρύγγι.

Ματιασμένοι ματάκηδες απ’ της μαμάς
την πρωτόγονη γύμνια όλο στέφανα
και κουφέτα. Κακούργοι σκύλοι ποιητές
δημοσία δαπάνη σκοτωμένοι με την

καψούρα δαφνοστεφούς εν ατελεία
και καύλα χτίζοντας τον αλαφροΐσκιωτο
πανύψηλο πύργο τους σαλεμένο
γερτό όλο λόξα και λοξούς σπόρους

φυτεύοντας στα κεσεδάκια με τη φακή
σάλια απο εφηβικές γλυψιές τρίχες
της νιότης σελιδοδείκτες της ηδονής
χασίσια από μνήμης και νυχτέρια

Όλες οι μεγάλες πόλεις σου ανήκουν
όλες οι φυλακισμένες θηλές και το χνούδι
όλο το λίπος της καρδιάς και τα γαμψά
πλήκτρα που βγάζουν μια μελωδία απο

οικείους σπασμούς και γκριμάτσες
πολέμου. Βροχή που στραγγαλίζει
ένα λουλούδι. Κολασμένοι που
κακολογούν τον παράδεισο τρώγοντας

μορταδέλα και κοριτσάκια που
φύτρωσαν σαν τσουκνίδες στη χλόη
σε αχόρταγα σφιξίματα και σε
τρομαγμένα φιλιά στολισμένα

μπιμπίκια της νεότητας πύον γλυκό
και πορδούλα αστείρευτη γενναία
διθυραμβική στου εραστή τα ρουθούνια

 

Νυμφαλίδαι

bat

Τα φτερά τους στοχάζονται πολύχρωμα φιλιά
Αγρίως φιλονικούν με το φευγάτο φεγγάρι
Άγουροι ινδιάνοι τις έχουν για παράσημα
Στα ξεχαρβαλωμένα τους σαγόνια
Πέφτουν μέσα στις σούπες
και τις τρώνε οι πατεράδες με τις τσούπες τους
Τις παίρνει ο άνεμος στην ουρά του
Σαν σκοτεινές σερπαντίνες
Όλο νέκταρ και ακαθαρσίες αποθέτοντας
Στη σχισμή των κολπικών σου γέλιων

Ιερουσαλήμ Ή Περί Τομής

περιτομη

Θα μιλήσω πάλι για το βυζί σου Ιερουσαλήμ
Και το χτικιάρικο εβραϊκό σου Σάββατο
Που έμεινε πασαλειμμένο στους παρθενικούς υμένες της Ανατολής
Θα μιλήσω για τις κνήμες σου
Για τα συνέδρια τρελογιατρών στα κατεχόμενα
Που έρχονται ν’ αφήσουν το κλαψιάρικο σπέρμα τους
Στην κοιλιά σου
Θα μιλήσω για τα ζουλάπια
Και τα ανδραγαθήματα του ήλιου στο βρακί σου
Τα άσματα των ποιητών σου
Και τις νύφες σου
Που τις σακάτεψαν τα κουνούπια στην έρημο
Θα έρθω να κατουρήσω στον κήπο σου Γεσθημανή
Στους πρόποδες του όρους των ελαιών
Βουτώντας την ψίχα μου στο πρώτο σου λαδάκι
Και στον αδέσποτο θείο οργασμό της προδοσίας
Την ώρα που θα κάνουνε περιτομή στο αδερφάκι μου
Γέροι ραβίνοι υπάλληλοι του αιμοβόρου θεού
Σύζυγοι άσπιλοι που ξεπαστρεύουν την ηδονή με ξυράφι

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν ένα στεφάνι στην ομορφιά

dipno

Όλες οι λέξεις δουλεύουν για να πλέξουν
ένα στεφάνι στην ομορφιά, στο χάος μέσα
μας, πριν καταποντιστούμε στις ουτοπίες
πριν λαλήσει ο πετεινός πριν βουρκώσουν
οι φτωχοί στη στάση του λεωφορείου
μετρώντας προβατάκια για να τους πάρει
ο ύπνος και η λήθη. Kαι η όμορφη κοπέλα
μια πατρίδα για τους εργάτες και ο όμορφος
νεαρός πιερότος με τα χοντρά δάχτυλα και
την κομμένη γλώσσα ένας φτωχός άμυαλος
πίθηκος που έχασε τη θηλυκιά του για πάντα.
Όλες οι λέξεις μου έχουν μπήξει τα δόντια
τους στον κώλο του θεού για λίγη φρικαλέα
αθανασία, πριν τελειώσει η νύχτα που κρύβεται
στο μαλλιαρό σου μουνί αιωνιότητα, πριν μας
παραχώσουν οι αλλόφρονες νεκροθάφτες
μεσ’ στη λάσπη και τα σκατά

Βροχή βροχούλα βρόγχος

vroxi

Βροχή βροχούλα βρόγχος
Νεράκι ανεξήγητα μετέωρο
Φτασμένο εκεί
Στο έκπαγλο κέντρο των σπασμών
Οι ψύλλοι στο χώμα
Με τους σπόρους χορτασμένους
Ναυαγισμένο υλικό
Αναζητώ στο λαρύγγι μου
Ονόματα εσταυρωμένων γυναικών
Ουράνια άμμο της Αφρικής
Με σύφιλη και χολέρα
Όλο στιλπνές ψυχούλες σκόρπιες
Σ’ ένα ακρογιάλι από οστά
Κι εκεί να πλαγιάσω σα ναμαι
Γαλάζια μύγα στην πανωλεθρία
Να απολάψω το σκόρπισμα
Των σπόρων της τρέλας στα μελίγγια μου

Ποίημα για το πρόβλημα του ύπνου σας και μια πίτσα στο μέγεθος του ήλιου

poim

Μερικές φορές το ποίημα
δεν θέλει να έρθει
κρύβεται
σαν μια παιχνιδιάρικη γάτα
που έχει τρυπώσει
κάτω απ’ τον ουρανό

κρύβεται ανάμεσα σε γυμνοσάλιαγκες,
ρίζες, βολβούς, μάτια αράχνης,
τόσο μακριά απ΄ τον ήλιο

Μερικές φορές το ποίημα
τρέχει ακόμα πιο μακριά
σαν έναν εραστή
που φοβάται να χάσει την ουσία του
να μαγειρέψει τη μοναξιά του
σε μια κατσαρόλα
φτιάχνοντας μακαρονάδα για δυο
ή μια πίστα στο μέγεθος του ήλιου

Μερικές φορές το ποίημα
δεν μπορεί να αντικαταστήσει
το πάθος του ποιητή

Η ζωή είναι ένας χορός
ανάμεσα στον ποιητή και το ποίημα
αλλά μερικές φορές το ποίημα
απλά δεν θέλει να χορέψει
και παραμονεύει στο περιθώριο
χτυπώντας τα πόδια του

Εάν το ποίημα δεν έρχεται
Λέω: γλιστρήστε πάνω σε αυτό
Κάντε πως δεν σας ενδιαφέρει
Καθίστε στην καρέκλα σας
διαβάζοντας τον Σαίξπηρ, τον Νερούδα,
την αθάνατη Emily
τους Ρουμάνους του μεσοπολέμου
το Βάσκο Πόπα
το Νίκο Εγγονόπουλο
και αφήστε τον εαυτό σας να τρέξει
στη μουσική τους

Πηγαίντε στην κουζίνα
και ξεκινήστε να ξεφλουδίζετε τα κρεμμύδια
για την κόκκινη σάλτσα

Πριν το νιώσετε
το ποίημα θα κλάψει για σας
πάνω απ’ τις ώριμες ντομάτες
θα βυθίσει η έμπνευση
τους σπόρους της στο κορμί σας

Κι όταν ολόκληρο το σπίτι θα είναι γεμάτο
με το άρωμα της ντομάτας
αρχίστε να βράζετε τα ζυμαρικά

Σιγοβράστε κι εσείς
πάνω από την υγρή αισθησιακή ζύμη
κάνοντας το ποίημα να λυγίσει στη θέλησή σας

Αγαπήστε αυτό το ποίημα
από αλεύρι και νερό
την ουσία απ’ το δέσιμο των υλικών
τον έρωτα που κοχλάζει στις κατσαρόλες
για να ταΐσει τα αχόρταγα στομάχια

Ρέκβιεμ για τον κόκκινο Ντάνι

daniel_cohn_bendit_273544602

Ο κόκκινος Ντάνι έχει τιμητική θέση στην τροφική αλυσίδα του καπιταλισμού. Πέρασε νύχτες σε καφενεία και οριακές τελετές. Δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας μούστο πατημένο, ύμνησε το μεσογειακό ταπεραμέντο και την οικολογία, έγινε ο ένας και μοναδικός ανάμεσα σε πολλούς που ξεκίνησαν να δώσουν μιαν απάντηση στο θάνατο και την ανυπαρξία.

Ο κόκκινος Ντάνι φυτεύτηκε από μια παμπόνηρη αστική τάξη που είχε βρει τρόπο νʼ ανοίγει τα παράθυρα για να ξεβρομίζει το σύστημα.

Μια αστική τάξη που πουλούσε αριστερισμό και επανάσταση με το τσουβάλι.

Ο κόκκινος Ντάνι τα κινήματα της πατάτας και της διαχείρισης των κρίσεων τα σπούδασε στη Σορβόννη ακούγοντας γαλλοελληνικά της Αρβελέρ και φλύκταινες του Ζουράρι.

Ο κόκκινος Ντάνι κρύβει ένα βαθύτατο εθνικισμό για τη μητέρα πατρίδα και την ακμή της αφού ως άλκιμη οδαλίσκη της διανόησης μάζεψε τις φίρμες και τα λαμπρά αστέρια της ψωροκώσταινας που ξεψυχούσαν γαλλιστί στην Μονμάρτη.

Ο κόκκινος Ντάνι που ξέβαψε είναι η κουράδα της γαλλικής επανάστασης. Καλωσόρισε πρώτος τις παγωμένες ριπές του πολέμου στο Σαράγιεβο. Δεκαετίες τώρα σαπουνίζει τʼ αρχίδια των αξιωματούχων των Βρυξελών.

Οραματιστής και φιλάνθρωπος της Ευρώπης της παρακμής που δεν στέγνωσε στα χέρια της ακόμα το αίμα απʼ τις αποικίες.

Είναι η φίρμα που βγαίνει μπροστά στα δύσκολα. Χειροτονεί χρηματιστές και μάνατζερ εκπαιδευμένους να στεγνώσουν τα ζουλάπια που διεκδίκησαν κάποτε ψιχία καλοζωίας αλλά εισέπραξαν φάπες και ενοχές.

Ο κόκκινος Ντάνι έγινε ο Ντεγκόλ του ευρωπαϊκού έρωτα για τις αγορές. Από ΣΥΡΙΖΑ του Μάη του 68 έγινε χρυσαυγίτης της περεστρόικα του κεφαλαίου. Με το άλλοθι του μοναχικού καβαλάρη και του πολυμήχανου πράττει τα δέοντα για τη μπουρζουαζία που έγραψε ύμνους για τους εργάτες κάποτε αλλά λυσσάει σήμερα όταν ο εργάτης μορφώνεται και διεκδικεί.

Ο κόκκινος Ντάνι εξαργυρώνει τη λάμψη της χθεσινής μέρας. Συγκινεί ακόμα τους μαλάκες που τον πίστεψαν. Μικροαστούς, γεροντοκόρες, εκθεσάδες της γειτονιάς και τσουραπάτες φίρμες της δημοσιογραφίας.

Ο κόκκινος Ντάνι πέρασε κι αυτός να ρίξει ένα γερό χέσιμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Να περάσει ένα χεράκι πράσινη μπογιά απʼ αυτή που σκεπάζει τη μπόχα μιας χώρας με μισό εκατομμύριο πεινασμένους.

Της χώρας του εθελοντισμού που το γύρισε στα συσσίτια και τις ελεημοσύνες. Της χώρας, τού Ελλάς ελλήνων χριστιανών που επαναστατεί με τη μούντζα και το κωλοδάχτυλο.

Της χώρας, τού πατρίς θρησκεία οικογένεια που έβαλε τον παπά στο κρεβάτι της φορώντας τη χλαμύδα του αρχαίου μεγαλείου επιδιδόμενη σʼ ένα νέο-ανθρωποφαγικό κίτς όργιο.

Ο κόκκινος Ντάνι θα φάει μουζάκα κάτω απʼ την ακρόπολη, θα φιλήσει τον ιερό βράχο και θα δώσει συνέντευξη τύπου για τις μπιγκόνιες, τα φωτοβολταϊκά και την ανάπτυξη.

Ο κόκκινος Ντάνι θα ρεκάξει κι αυτός με τη σειρά του την καταστροφή που θα συμβεί έξω απʼ το ευρώ. Με ολίγον μελιστάλακτο ύφος θα μαλώσει πατρικά την αριστερά και τους άλλους ντόπιους αγριάνθρωπους και το κακό συναπάντημα, αγράμματους, πλιατσικολόγους και τοπικιστές που δεν αφήνουν τη φωτισμένη τρόικα που ήρθε απʼ έξω να μας σώσει μαζί με τον Μαυροκορδάτο-Παπαδήμο και την παρέα του.

Ο κόκκινος Ντάνι που θα χειροκροτήσει τα νατοϊκά βομβαρδιστικά ακόμα και αν κατευθυνθούν αύριο στους Δελφούς είναι ένας απʼ τους πράσινους προθιερείς της ιστορικής αποδόμησης, που κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό αχταρμά.

Λαοί αλλάξτε συνείδηση, νοοτροπία και συμπεριφορές. Η αγορά δε σηκώνει καψόνια. Μονάχα τα πράσινα άλογα της πράσινης ανάπτυξης. Ο κόκκινος Ντάνι με τους δικούς μας φεντεραλιστές παραπέμπουν στην περίπτωση της Φρειδερίκης που παρακαλούσε τον Μάρσαλ νʼ αρχίσει τον τρίτο παγκόσμιο απʼ την Ελλάδα.

Μάης του 68 Ή ευλόγησον δέσποτα το Noor One

ΚΗΔΕΙΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ Κ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό φίλων και γνωστών για το Μάη του 68, μα εκείνη την εποχή χρειαζόσουν τουλάχιστον ένα αεροπορικό εισιτήριο για να πας στο Παρίσι και να κάνεις εξέγερση.

Τον καιρό εκείνο οι εξεγέρσεις γινόταν απ’ τους μπουρζουάδες που ήταν έτοιμοι να πεθάνουν από ανία.

Διάφοροι πλιατσικολόγοι, τα κονομάνε χοντρά πενήντα χρόνια μετά, πατώντας πάνω στην αγάπη των ψευτοκουλτουριάρηδων δήθεν για την αυτονομία, την ελευθερία και τα άλλα κλασμένα μαρούλια.

Η ίδια εξουσία, ενσωμάτωσε μετά την εξέγερση τους εξεγερμένους αλλά και τις ιδέες τους, σε τέτοιο βαθμό που απορείς πραγματικά με όσους δεν βλέπουν ή κάνουν πως δεν βλέπουν τον αναχρονισμό και την αντίδραση.

Ο Πουλαντζάς μιλάει ανοιχτά για τον πράκτορα Καστοριάδη που το πρωί εργάζεται στον Ο.Ο.Σ.Α και το βράδυ γράφει δοκίμια για λοβοτομημένους αναρχικούς που έγιναν αναρχικοί για να αντιδράσουν στον δεξιό μπαμπά.

Δεν μιλάμε φυσικά για τους λίγους ρομαντικούς που το σκασαν νύχτα για την Προβηγκία ή την Τεργέστη αλλά για τα πολλά και αμέτρητα κοράκια που διοικούν σήμερα την Ευρώπη.

Ολόκληρη η μεσήλικη παρέα που διοικεί σήμερα την Ευρώπη είναι σπουδαγμένη στο Μάη του 68.

Οι Έλληνες διανοούμενοι του αθηνοκεντρικού ελληνοχριστιανικού μας πολιτισμού, μεταξύ τυρού και αχλαδιού αρέσκονται να κωλοτρίβονται στα πόδια των μπουρζουάδων.

Ο Ωνάσης, ο Λάτσης και τα άλλα νεόκοπα φυντανάκια που με χουντικά δάνεια αγόρασαν όλα τα σαπιοκάραβα τού πλανήτη για να κατακτήσουν τις αγορές κάθε ηπείρου τώρα στα ιδρύματά τους χαϊδεύουν τ’ αρχιδάκια διανοούμενων και καλλιτεχνών κάνοντας εκδηλώσεις για τον Μάη ή τον Οχτώβρη, θάβοντας την εργατική τάξη στα ερείπια των κατακτήσεών της.

Σήμερα στην ψωροκώσταινα όπου οι σεβαστοί-απ’ τη συμμορία της εκκλησίας και του κράτους-πρεζέμπεροι αγοράζουν τρυφερό άγουρο κρέας απ’ την Ταϊλάνδη για να περάσουν καλά, οι φιλομάηδεςτου 68 κρύβονται πίσω απ’ το ένδοξο κωλοδάχτυλό τους.

Εκεί που πίνεις το καφεδάκι σου με το ένα ευρώ διαβάζεις στη φρι πρες και μια σπουδαία μαλακία.

Το ξέσπασμα-λέει-του Μάη άνοιξε δρόμους, πρότεινε νέες συμπεριφορές, ήταν ένας εκθειασμός της ροής και των πυκνώσεων του χρόνου, μια κολοσσιαία επιμήκυνση των δευτερολέπτων, το προοίμιο σε έναν άλλον πολιτισμό, σε μιαν άλλη αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Ήταν τα πρώτα εκρηκτικά βήματα προς ένα άλλο σχέδιο ζωής.

Ένα σχέδιο ζωής που όπως μεγαλοφώνως αποδείχθηκε λέει: ας περνάμε εμείς καλά κι άλλοι στ’ αρχίδια μας.

Τα πλοκάμια της πλοκής

solt

Δεν με χωρά ο χώρος και η χώρα
Προτιμώ να κάνω σκέψεις μόνος μου
Ο άνεμος με βελόνα και κλωστή
Μπαλώνει την αγάπη
Και των κοριτσιών το τραύλισμα
Αν ήμουν λυρικός όλα θα ήταν αλλιώς
Η μαμά θα με αγαπούσε σαν κουταβάκι
Ο μπαμπάς θα με πρόσεχε απ’ τον τάφο του
Μα γράφω τώρα ένα ποίημα για τη δυσεντερία
Μυρίζω σβουνιές από μαντριά
Κοιτάζω την κουλουριασμένη στύση μου
Τον κουραδοκόφτη σου να νιώθει κανονικός βασιλιάς
Ω παπαρούνα κόκκινη σα βάλανος
Είμαι μεσσίας, προφήτης, θυμωμένος πατέρας
Ένας ξεπεσμένος γαμιάς
Που προσπαθεί να τον χώσει στο στόμα της
Είναι άρρωστη από καρκίνο η χώρα μου
Φυτεμένη μέσα σ’ ένα κονσερβοκούτι
Με χώμα και φακές
Σάπιοι μπουρζουάδες με τα σάπια δόντια τους
Σχεδιάζουν δοξασμένους λοιμούς
Πατατοφαγία εκσπερμάτωση
Ω παπαρούνα σου γράφω ωδές
Κάτω απ’ τα γαλάζια σύννεφα της Βαβυλώνας
Σε ξεριζώνω αφού διαθέτω εξουσία
Σε μυρίζω τώρα
Όλο θειάφι και μαγγάνιο πετρέλαιο και πληγές
Σειρά σου τώρα νε με μυρίσεις
Να μου διαβάσεις ποιητικές συλλογές
Για πούτσους και μουνιά
Σοσιαλισμό του αγρού
Να μου μάθεις πως ψαρεύουν πέστροφες
Με τρύπιο σακί στον Αχέροντα
Πασπαλισμένη με αλεύρι
Τηγανισμένη σε βούτυρο
Μια γλυκιά γεύση αφήνοντας
Όπως τα φιλιά της Εσμεράλδας

Τάδε έφη Ζαρατούστρα

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

Lou Andreas-Salomé, Paul Ree and Friedrich Nietzsche in Jules Bonnet studio, Lucerne 1882

 

Οι μεγάλοι παλαβοί του ερωτισμού τού εικοστού αιώνα ανακοίνωσαν γραπτώς και προφορικώς πως είναι απαράδεκτο η κοινωνία να περιορίζει τη σεξουαλική απόλαυση εντός νομικών μορφών εν είδει συμβολαίου.

Ζωγράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, θηριοδαμαστές-ως εργατικοί και ακαταπόνητοι στοχαστές-άρχισαν να καταγράφουν την ιστορία των πραγμάτων που δίνουν χρώμα στην ύπαρξη.

Τι μπορούμε να μάθουμε για τον κόσμο; Από τη γέννηση ως το θάνατό μας πόσες σάρκες μπορεί να ελπίζει το βλέμμα μας ότι θα σαρώσει; Πόσα τετραγωνικά εκατοστά Γης θα έχουν αγγίξει οι πατούσες μας; Πόσες μικροεπιδρομές σε εξαϋλωμένα ερείπια και πόσα ρίγη περιπέτειας θα μας συντρέξουν;

Οι μεγάλοι ερωτικοί είδαν τη ζωή όχι σαν το πρόσχημα μιας απεγνωσμένης συσσώρευσης, ούτε σαν ψευδαίσθηση κατάκτησης, αλλά σαν επανεύρεση ενός νοήματος που χάθηκε μέσα στις πληροφορίες και στους οδηγούς επιβίωσης.

Όλοι τους συνέταξαν ιδιοχείρως – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – το πολυτάραχο, ανατρεπτικό, σκοτεινό, πένθιμο ή και μακάβριο σενάριο της ζωής τους.

Όλοι τους βρέθηκαν στο πλευρό των ανθρώπων που δεν είχαν να χάσουν τίποτε εκτός απ’ τις αλυσίδες τους.

Ο ναζισμός αλλά και ο ύστατος νεοφιλελευθερισμός ως δυναμική της εξέλιξής του, δεν εφευρέθηκε απ’ τους μεγάλους τρελούς του ερωτισμού αλλά απ’ τους πλέον απεχθείς, ανιαρούς, απωθητικούς μικροαστούς που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Ο Himmler ήταν ένας φιλήσυχος αγρονόμος που παντρεύτηκε μια νοσοκόμα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης γεννήθηκαν μέσα απ’ τη μικροαστική συζυγική φαντασίωση μιας νοσοκόμας κι ενός αρχιτέκτονα ορνιθοτροφείων. Στην κλίνη όπου η συμβολαιογραφική πράξη της μονογαμίας γεννάει τέρατα.

Απ’ την άλλη, οι ερωτικοί ποιητές άρχισαν να ορίζουν τον έρωτα με υγρές λέξεις και σημεία χαραγμένα στη λευκή σελίδα.

Να τον ονοματίζουν και να τον χαράσσουν όπως εκείνοι οι παλιοί χαρτογράφοι που γέμιζαν τις ακτές με ονόματα λιμένων, με ονόματα ακρωτηρίων και όρμων ώσπου στο τέλος η ξηρά να χωρίζεται απ’ τη θάλασσα με μια ανάσα.

Βλέπω τώρα την ποιήτρια της ζωής και του αλιτήριου βίου Lou Andreas-Salomé να μαλακίζει τις ψωλές δυο φιλοσόφων. Μόνο η ποίηση και η γυναίκα μπορούν να καταλαγιάσουν την αντρική ορμή για κυριαρχία και σφαγή. Να γίνουν αυτό το ερωτικό άλεφ, ο τόπος όπου είναι ταυτόχρονα ολόκληρος ο κόσμος ένα ερωτικό αλφάβητο που συνομιλεί με την αιωνιότητα.

Βλέπω τώρα το λιμάνι και το φάρο. Το οροπέδιο πέρα και το λόφο.

Εδώ στη Santa Mavra βλέπω μια μαούνα φορτωμένη χαλίκι να οργώνει το κανάλι. Παιδιά παίζουν μπάλα στην παραλία. Άντρες και γυναίκες χαίρονται τη γύμνια τους και τις ζεστές δαγκωνιές του ήλιου.

Ο αρχαίος μελισσοκόμος και μπανιστηρτζής Σπύρος Σταματέλος κατεβαίνει απ’ το χωριό Τσουκαλάδες καβάλα στο γάιδαρό του, διασχίζοντας τις σκιερές δεντροστοιχίες της ερωτικής όασης του μέλλοντος.

Ήταν χθες, ήταν αύριο

eklici

Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο για τη νήσο της Ηδονής. Τη νήσο Νυχτέρι των χαροκαμένων και τη νήσο Σπλάχνα μιας Σούλας κομμώτριας πεταμένα σε κάδο. Κι εσείς φαρμακόγλωσσοι, να ξέρετε, μόλις που ανασαίνω. Μόλις που ψιθυρίζω στα κορίτσια λαδερά φαγητά και λαδερά λόγια. Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο. Το πλοίο είναι η κατεξοχήν ετεροτοπία. Στους πολιτισμούς δίχως πλοία στερεύουν τα όνειρα. Η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και ο καταναλωτισμός αντικαθιστά την ηδονοβλεψία. Η αστυνομία αντικαθιστά τους πειρατές και ο στρατός τους ιχνηλάτες. Βρίσκομαι στο χωριό Χελιδώνα, εδώ που προσάραξε το πλοίο μου την εποχή του κατακλυσμού. Ακροκέραμα στη βαθιά κρήνη λιωμένα απ’ τα άλατα των βουνών. Σπαθιά γυαλισμένα με λάδι κρεμασμένα στην ψησταριά του χωριού. Γυαλισμένα κορμιά. Εις έσχατον όριο. Διψασμένα για αίμα. Λάμες. Ζόφος των νικητών. Συνουσία. Αγάπη. Μέτρον άριστον. Καραβάνια τρελών πιερότων με αφράτα σαρίκια μες στο πένθος της σκόνης ενός χαμού δίχως τέλος. Μαύρη σελήνη ξανά και τοπία θολά με διαβάτες. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τρόπαιο Φλωρινιώτη ζωγράφου. Αγαπούμε δια τού βλέμματος τις ολόγυμνες που δεν έχουν ονόματα. Οι χλοερές μασχάλες μάς συγκινούν. Κι η σωτηρία παραμένει πάντα μια σκοτεινή πόρτα, αφού η ελπίδα κατέστη το δέλεαρ της αδράνειας.

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

lastlet
Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

1992

Ελαιώνες

Αγριοπερίστερα νεκρά που τα γλύφουν ποντίκια.
Αυτή είναι η πόλη μας.
Με τα μπαρ και τα εγκλωβισμένα της θηρία.
Και τα θερινά της σινεμά
που ξεφυτρώνουν σαν επιληπτικά πεδία
μέσα στο αχόρταγο καλοκαίρι.

 

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Αγκαλιά κάτω απ’ το ντουζ

ntoyz

Η φιλία και ο έρωτας είναι ετεροθαλή αδερφάκια. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Breton και τους υπερρεαλιστές γιατί γράφουν, αυτοί απάντησαν «Γράφουμε για να βρούμε φίλους».

Το βέβαιο είναι πως όταν γράφεις βρίσκεις καινούργιους φίλους, μα αρκετές φορές χάνεις τους παλιούς.

Και είναι συνήθως αυτό το μέλημα για την ύπαρξη, που πολλές φορές γίνεται καθαρός πόνος και ζουλάπι που ενδίδει στην παράβαση για να βρει τη λύτρωση που δεν υπάρχει.

Αυτά τα μυστηριώδη υποκείμενα που τριγυρνούν ασκόπως στα θολά κοσμικά νερά της λαγνείας έχουν έναν κρυφό σκοπό. Να εξαπολύσουν τον έρωτα εκεί που καταπιέζεται, παραμερίζεται ή απλώς ετοιμάζεται να εκραγεί σ’ όλη του τη δόξα.

Η φιλία και ο έρωτας είναι το αντίβαρο της πραγματικότητας που οι ρομαντικοί το βάφτισαν ουτοπία.

Η φιλία και ο έρωτας για να βγάλουν ρίζα πρέπει να ποτιστούν απ’ τις ποιητικές ιδέες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται και μένουν ανοιχτές, μετέωρες, όπως η αρχέτυπη σπηλιά που η πόρτα της είναι μια μαύρη τρύπα, ένα αόρατο παραπέτασμα όπου όποιος μπαίνει πρέπει να γδυθεί από τις έτοιμες ιδέες και τις προκαταλήψεις και να οδεύσει γυμνός προς το σατανά, που όλα τα θέλει αλλιώτικα, στρεβλά, αλλαγμένα, υποψιασμένα και καταδιωγμένα.

Η φιλία και ο έρωτας σε οδηγούν από μια βαρετή καθημερινότητα σ’ έναν κόσμο θαυμάτων.

Μα είναι φορές που αυτός ο κόσμος των θαυμάτων κατρακυλά στην απόλυτη αποξένωση και στην αποστέρηση κάθε φυσικής ωραιότητας.

Αν δεις βαθιά το μεδούλι, κάτω απ’ το σπλάχνο της γραμματοσειράς, θα βρεις έναν εαυτό ψυχολογικά κλονισμένο, συναισθηματικά και πνευματικά ασταθή, που σχεδόν πάντα ταλαιπωρείται από υπαρξιακές και καλλιτεχνικές αγωνίες.

Θέλουμε να γίνουμε θεοί-γαμώ την παναγία σας- δηλαδή παντοδύναμοι σκύλοι.

Οι μυθικές φιγούρες των αρχαίων κυνικών που σουλατσάραν και πηδούσαν εδώ κι εκεί όπως τους έσκαγε στην κούτρα επιζητώντας τη συνουσία και το σκάνδαλο.

Ο σκύλος κοροϊδεύει τον πολιτισμό, αυτόν τον πολιτισμό που σκέφτεται με τα λεφτά του και γαμάει με τα λεφτά του κι απ’ την ευωδιά της ερωτικής κλίνης ξεπέφτει στο γρασάρισμα των μεντεσέδων του μπουρδέλου.

Όμως αυτός ο σκύλος, ο ανυπόταχτος, είναι επίσης και ένα ζώο που υποτάσσεται, εκγυμνάζεται, μαθαίνει να δίνει το χέρι.

Είναι το ζώο που κυρίως αγαπούν και κυρίως φοβούνται οι άνθρωποι, ταυτόχρονα.

Ο ποιητής είναι ο σκύλος που πότε δίνει το χέρι του και πότε δαγκώνει.

Υπάρχουν ποιητές σκυλάκια του καναπέ που πιπιλίζουν με τη γλωσσίτσα τους την ανία της άρχουσας τάξης και το τσουτσούνι του μεγάλου Ποσάδα των ποιητικών επετηρίδων περιμένοντας μιαν ανταμοιβή, ένα κόκκαλο με φιόγκο ή μιαν επιδότηση για να ανοίξουν μαγαζί πουλώντας τα πνευματικά περιττώματα των φίλων και των εραστών τους που αύριο θα είναι εχθροί τους.

Υπάρχουν ποιητές που ουρλιάζουν κλαίγοντας με αναφιλητά, που μέσα στον παροξυσμό τους ξεσπά πολλές φορές ένα γέλιο ασυγκράτητο.

Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξαναβρίσκουμε το θάρρος μας.

Εραστές και φίλους, πληγωμένα πουλιά που ψάχνουν την αγκαλιά μας σ’ αυτόν τον αεροκρέμαστο κόσμο.

Ερωτική μηχανική πάνω και κάτω άκρων

dio

Ο άνθρωπος πουλάει το κορμί του για να αγοράσει χρόνο, γλώσσα, εργαλεία, όπλα, κυριαρχία.

Σ’ έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν επιτρέπει ανάπαυλα, η τεμπελιά δεν έχει καμία θέση. Και μένει εκείνη η μελαγχολία στη μνήμη του ματιού που πάντα λυσσάει από επιθυμία και για στιγμές έξω απ’ το χρόνο.

Μας εξαπατούν λέγοντάς μας πως για να χορτάσουμε πρέπει να καταβροχθίσουμε τη Φύση, μα καταβροχθίζοντας τη Φύση καταβροχθίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανθρωπότητα εξαπατήθηκε από τις μάσκες των θεών που έφτιαξε για να τρομάζει το Χρόνο, πέφτοντας στην παγίδα.

Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις τα καλούπια. Μα δυο γυμνά κορμιά μπορούν να σπάσουν τα κούφια καλούπια.

Οι εξαρτημένοι πολιτικοί απ’ τα σκατούλια των πλουσίων, οι μαφίες, οι πράκτορες της δίωξης, η αστυνομία, οι εκκλησίες και τα μήντια δεν θέλουν ανθρώπους αλλά εργαλεία και πιστούς.

Οι λέξεις τους δεν μπορούν να πουν όσα λέει ένα σώμα.

Οι λέξεις τους είναι μαγαρισμένες από πετρέλαιο, απόδοση, αριστεία. Μα δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν περισσότερες λέξεις, τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο, αναγνωρίζοντας το μεγάλο και ρυθμιστικό χέρι της Φύσης που δεν έχει αρχές και εξουσίες, ανακαλύπτοντας ένα δράμα επιβίωσης όπου τίποτε δεν προκαθορίζεται.

Δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν ότι το πρόσωπο της Φύσης λάμπει από χαρά παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση, διασκεδάζοντας μπρος στις τόσες συσσωρευμένες αντιφάσεις.

Γνωρίζουν πως καμιά θεολογική ρύθμιση δεν καθορίζει τις πράξεις και το ήθος των ειδών, παρά μιαν αιωνίως ατέρμων μεταβολή ωθεί κάθε ζώο σε προσαρμογή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό ή σε μεταμόρφωση.

Δυο γυμνά κορμιά λιώνουν μέσα στην ανακουφιστική σχάση της συνουσίας, αναγνωρίζοντας άφθονα νοητικά σπέρματα στα ερωτικά ήθη, χωρίς να πολυσκοτίζονται για την αρχέτυπη καταβολή τους.

Όπως η γλώσσα δεν σχεδιάστηκε για να μεταδίδει πληροφορίες έτσι και ο λόγος δεν δημιουργήθηκε για να φυλακίσει το ένστιχτο.

Το άνοιγμα ή η σχισμή ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο τόπος στον οποίο οδηγούμαστε τυφλά.

Εκεί θέλουμε να χώσουμε τη μουσούδα μας, βυθίζοντας όλο μας το Είναι κάθε φορά στα ερωτικά όργανα, που περιμένουν τη βουκέντρα τού βλέμματος για να ερεθίσουν και να ερεθιστούν.

Τώρα τραβάω μια χαρακιά, έναν μεσημβρινό πάνω στο φλοιό της γης, ανάμεσα σ’ αυτή τη σχισμή που χωρίζει τις δυο πλευρές του σώματος και το άνοιγμα που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη απ’ την Αφρική.

Γράφω τις λέξεις που θα σπάσουν το κούφιο καλούπι, βυθισμένος στη μαγεμένη άχρονη αθωότητα που στέκεται απέναντι στην εκμετάλλευση και στη σκλαβιά.

Γράφω ανακαλύπτοντας τη μυστική τοπολογία των πραγμάτων.

Τα ψηλαφώ, τα χαϊδεύω, τα οδηγώ σε οργασμό.

Ξέρω πως δυο γυμνά κορμιά ενδίδουν στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, προκειμένου να διατυμπανίσουν πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος.

 

Το Αρχαίο Ον

to arxaio on

Απ’ τη μέρα ετούτη θα βγάλω ζουμί.
Σε κρατώ γερά ήλιε. Τρέχουν τα σάλια μου.
Έγχορδα λαμπρά χαιρετούν εμένα. Το Αρχαίο Ον.
Ένα ύπουλο λευκό σύννεφο
κρύβει την κοριτσίστικη ευφυΐα σου.

Απλώνω πάνω στον κρόκο σου τις μνήμες.
Γουργουρίζει η κοιλιά όπως πάντα. Το πνεύμα
αχόρταγο καταπίνει το μπλε σου βασίλειο.
Οι εχθροί με εγκωμιάζουν.
Οι κρύες καρδιές γίνονται θερμές.

Κάνω σχέδια για το μέλλον σου. Ήλιε.
Μαθητευόμενος μάγος. Γλιστρώντας
απ’ τη ματαιοδοξία στην οργή της πιο έσχατης σκέψης.

Τώρα μπορώ να σε λέω μανούλα
που νανουρίζει το τέκνο της
από κόκκαλα και μυστικές σταλιές της ζωής.

Μπορώ να σε λέω γλυκό γαμήσι με κομμένη ανάσα.
Ποτίστρα τού μηδενός. Όλο πυώδη αποστήματα.
Ευτραφείς κοριούς ακρίδες κάμπιες μέλισσες και σφήκες.

Ήλιε σαρκοφάγο φυτό. Ήλιε που βαράς ντενεκέδες
κρατώντας το τέμπο. Ρίξε ένα γερό κλάμα για μένα.
Κάθομαι στο χορτάρι ο άγριος. Μουσκίδι.
Μου φαίνεσαι στρυφνός και ταραγμένος. Έλα
έχω την πιο τρελή τύχη με σένα.

Καύλωσα και πέθανα. Όπως σε κάθε ποίημα.

 

Ελαιώνες

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

Όλοι κάτι πουλάνε
Στις μέρες μας
Ελπίδα
Απελπισία
Ελεημοσύνη
Ύφος
Στυλ
Έργο σπουδαίο
Εργολαβίες
Αρετές
Εφιάλτες
Μα εγώ δεν αγοράζω τίποτε
Τον ήλιο μονάχα που καντηλιάζει
Τους ελαιώνες
Μοναχά με τα μάτια
Κι ας με τυφλώνει

iraklis

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι

mandalo

Στα κρυφά σταυροδρόμια της γλώσσας με τη φαντασία και την ηδονή, ξεπετάγονται τα αινίγματα.

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι. Δεν σφίγγω τίποτε στη χούφτα μου, μα ιδού ο κλέφτης του Πύργου των ιδεών και των αχαμνών.

Ο αντίχειρ ως δαχτυλοσκόπος οραμάτων, το πέος και η βάλανος συνώνυμα του μάνδαλος.

Στο παιδικό παιχνίδι-αίνιγμα μπορείς να ανακαλύψεις πως ο Δούρειος Ίππος ήτο φοράδα της γειτονιάς, έτοιμη για την ιερή και θεία τέχνη της διείσδυσης.

Μπορείς να καταλάβεις τι εστί Μάνδαλα όταν βρεθείς στον κύκλο ή τη σφραγίδα που σε περιέχει, που είναι ασφαλώς ένα προγεννητικό ή θηλυκό αρχέτυπο ή κλείστρο.

Φίλημα μανδαλωτό, γινόμενον με τη γλώσσα προέχουσαν εις τις παρειές των οδόντων. Αιδοίον μέλος κατεγλωτισμένον και μανδαλωμένον.

Μες στη σαγήνη της επανάληψης, την τόσο αποχαυνωτικά ερωτική, μια τρύπα βουλώνει και ξεβουλώνει με διάφορους τρόπους.

Μια τρύπα όμως που ξεκλειδώθηκε σαν Λόγος, με την οντολογία που άρχισε απ’ τον Παρμενίδη και τους άσωτους υιούς, τους γραφομανείς που θέλαν να υπολογίσουν το εμβαδόν της ποίησης που χωρά στο κορμί.

Το αόριστο ολοκλήρωμα της ελληνικής γλώσσας και σκέψης, στην οποία δεν υπάρχει πολύς τόπος για μαγείες και μεταφυσικές, παρά ερωτήματα και αποκρίσεις, διαλεκτική, Έρως, Λόγος, Υγρά.

Σύμφωνα και φωνήεντα που οι χριστιανοί, οι γνωστικοί και οι ψυχαναλυτές τα μάντρωσαν στο παχνί της πίστης και της υποταγής.

Λέξεις που δε θα τις βρεις στα λεξικά, μονάχα στο σπασμό πάνω τού σώματος που τις γεννά.

Λέξεις όπλα από ήλιο στροβιλίζονται και η φωτιά θα καταπιεί τη φωτιά, δείχνοντας τον έσχατο δρόμο της επιθυμίας γεμάτο θηρία φυτά και πέτρες.

Θάλασσες από αλάτι και εκκλησιαστικά όργια, όντα που θα γεννήσουν τις θυγατέρες τους στο βυθό μέσω πέους και ορθού εντέρου, μέσω του ατέλειωτου αριθμού εξόδων του δέρματος, όπου ως δρόσος πρωινή μαζεύονται οι εμπύρετες σταγόνες, ο ιδρώτας της δουλειάς, η αγωνία κι οι ευωδιές του έρωτα που μας συνδέουν με τον κόσμο.

Κάτω απ’ το ακάθεκτο φως λύνουμε αινίγματα. Η άνοιξη είναι θανατηφόρα. Κανείς δεν της δίνει σημασία.

Ακόμα κι εγώ ο μισοκοιμισμένος μηχανικός, δειλός και βαρύς απ’ τον ύπνο μες στη χλωμή πρωινή αχλή με όσο πορνικό λυρισμό μου προσάπτουν οι γραφειοκράτες, καρφιτσώνω λέξεις στο υπερπέραν απ’ την άσκοπη περιπλάνησή μου στις μυρουδιές σου.

Στο μανταλωμένο σου μουνί, όπου μέλλων και παρελθών χρόνος αλλάζουν διαρκώς μορφή. Κι η ζωή συμμετέχει στην παράλογη μεταμφίεσή της, κι η λέξη διασπάται μες στην απατηλή μνήμη της και το άγνωστο σε κρατά απ’ το αυστηρό του χέρι και ο έρωτας σε ζαχαρώνει με τις υποσχέσεις του.

 

Γεμιστά με πλαστικό πιρούνι

gemista

Είμαι θυμωμένος. Έδωσα κλωτσιά σε μια κολοκύθα. Και σε μια γλάστρα που είχα κερδίσει σ’ ένα χορό του δρόμου. Άντε κι εσύ καριόλα είπα καθώς την κλωτσούσα.

Κωλοπράγματα άψυχα, δεν ξέρετε τι είναι να αγαπάς δίχως χορτασμό. Δεν είναι απελευθέρωση. Είναι σκλαβιά.

Γλέντησα και πήδηξα στη ζωή μου πάνω κάτω σαν μαϊμού. Κανένα όφελος μόνο το ξερό μου κεφάλι έσπασα.

Ντύθηκα από έρωτα γυναίκα για να τρυπώσω σ’ ένα γυναικωνίτη. Ξέχασα το θεό και τους ανθρώπους μπροστά στα γυμνά μπούτια. Πεθύμησα να τα φάω και να τα ξεπαρθενέψω.

Στον ύπνο μου ο διάολος έφερνε κεράσματα. Κοψίδια ορεχτικά του γάμου. Και κάποιες νεράιδες από σοκολάτα. Σχισμές όμορφες λογίων λογιών νόστιμες.

Τώρα βουρκώνω αφού μου κόστισε ακριβά η ομορφιά. Αλλά κατάφερα να τη φέρω μέχρι τα ρουθούνια και να την τρίψω με τα δάχτυλα πάνω στην άνθησή της.

Τώρα κάτι μαραμένες κυρίες μου φέρνουν φαγητό. Ωραία η λύπηση και την έχω συνηθίσει. Έχει το νόημα που έχει στην τραγωδία ο χορός. Αντί για απελπισία μου φέρνει χαρά.

Δεν θέλω να μ’ αγαπούν θέλω να με λυπούνται.

Τρώω τα γεμιστά με πλαστικό πιρούνι όπως τότε που ήμασταν δυο κι είχαμε μια καρδιά.

Δεν το εγκρίνουν οι άνθρωποι να κοιμάσαι κάτω από γέφυρες. Να πιάνει ψείρες το πουλί σου και ο κώλος σου ξεραμένα σκατά. Να τον παίζεις για να κοιμηθείς αφήνοντας σαν τ’ αποπλύματα λεπρών τα χύσια σου πάνω στις τρίχες. Και τις λίγδες απ’ τα ποδάρια μες στα χαρτόκουτα.

Οι ώριμες κυρίες που μου φέρνουν φαγητό δεν ζητάνε τίποτε από μένα.

Δε με φωνάζουν και δε με λένε τομάρι ψειριασμένο.

Και με ρωτούν όταν με βλέπουν λυσσάρικο και θυμωμένο να σπάω το νοικοκυριό μου που είναι όλο μισό μέτρο γύρω απ’ το στρώμα. Με ρωτούν τι γνώμη έχετε περί αμαρτίας; Α εγώ είμαι υπέρ κορίτσια τους λέω σαν μουλάρι που βγάζει αφρούς.

 

Κατάσταση πολιορκίας

xana

Αφού είσαι γυμνή και ουράνια λέξη
Γυναίκα απ’ το πλευρό τού ανδρός
Μάχιμη
Που τρυπάς σα το σερσέγγι τα βασίλεια
Αφού με καταβρόχθισες αφού
Με στόλισες νυχιές και κόλπα κολπικά
Το μάταιο ύπνο μου
Οδηγώντας στο ξημέρωμα
Της τέχνης μου τους εχθρούς
Έναν έναν σβέλτα λιανίζοντας
Είπα να ξεστομίσω
Τον ερχομό της ομορφιάς σου
Μια για πάντα
Κι απ’ τις έξι ξυπνώ
-Ελεεινός κι αξιαγάπητος-
Να γευτώ
Τις μυστικές σταλιές σου
Να μυρίσω
Μουνίλα και λυρισμό
Λίγο όπιο απ’ το μισοσβησμένο ήλιο

Χρυσανθίς Ή Χρονικόν πεοληχείας

xrisan

Πεθαίνει ο θεός σα μαδημένο ψάρι
Σπαράζει σπαρταρά σε ουράνια σκούρα
Μες στις ροές των άστρων δείχνει
Τ’ ατροφικά βυζιά του από τη σούρα

Το ευγενές εμπόριο των ηδονών ανθεί
Χτυπούνε οι καμπάνες που αγγάρεψες βαριές
Γελοία κορμιά καλοθρεμμένα ξεγεννούν
Οι μήτρες οι χρυσόδετες των θεωρητικών

Όμως με συμπονά ο ζηλιάρης έρωτάς σου
Ανοίγουνε οι μπουκαπόρτες του κορμιού
Ντελίριο χιλιοκολασμένο η γραφή
Η τόση ως το μεδούλι αχόρταστη αναρχία μου

Υπάρχω υπάρχω ανύπαρχτος υπάρχω

Το σπέρμα πέφτει άφωνο κι η δίψα
Τ’ αφήνει να γλιστρήσει στο λαρύγγι σου
Να φτάσει απ’ τις νταντέλες των χειλιών
Στ’ άσπλαχνα σπλάχνα

Μιαν άσκοπη ζαριά της ηδονής

Εκδρομή στον Κάτω κόσμο

ekdromi

Κάτω απ’ τη φούστα σου είμαι φίδι
Και στο μπούτι σου επάνω φυσιοδίφης οργασμός
Σκαλίζω στα τέμπλα σου την έκλειψη του ήλιου
Και θα πεθάνω αμετάλαβος ένα πένθιμο βράδυ
Θα χοχλάζει το κόλλυβο
-Η οργή ενάντια στην αδυναμία-
Θα με κλαίν οι ρέγκες
Και κάποιες όμορφες που δε με συνάντησαν
Θα με ποδοπατούν σα ζώο
Θα εποπτεύουν οι νοσοκόμες του Κάτω κόσμου
Τους γλυκούς χυμούς
Τα μαστάρια σου θα βελάζουν
Οι τριχούλες σου θα ουρλιάζουν κι αυτές
Τα ξαπλωμένα μας κορμιά θα βλασταίνουν
Τρελές τρελές σταγόνες χύσια
Θα πιλαλάει η καρδιά στον αλαζόνα δρόμο που πάει παντού
Θα σκαλίζει πάνω στα οστά η ηδονή
Τα τελευταία βλαστήμια
Το στόμα μπουκωμένο μαλλιά και αιδοία
Ανοιξιάτικη λάσπη ποντικάκια του αγρού
Και ανήσυχες κωλοφωτιές
Γύρω απ’ τη φιλάργυρή μου στύση
Και τα σαλιγκάρια ακόμα θα χουν κάτι από μένα
Και τα καυλωμένα γαϊδούρια θα με προσκυνούν
Κι οι λύκοι θα δαγκώνουν αρνιά
Κι οι μπολσεβίκοι θα γαμούν την τσαρίνα
Τ’ ανθισμένα μου έντερα
Θα τα βόσκουν οι κατσίκες τού γείτονα
Την ώρα που θα λιγοθυμούν τα φιλήδονα κοριτσάκια
Πάνω στο κατούρημα
Ποτίζοντας την ξεχαρβαλωμένη φύση με χρυσή βροχή

Μετάλλιον ανδρείας

metlion

Οι λέξεις στολίζουν τη γελοία σιωπή του έρωτά μας
Σαν αθλήτριες ιδρωμένες
Με το αλατάκι να σμίγει κοντά στα φρύδια
Και τα τρυφερά στόματα

Ανδραγάθησα στη μάχη
Έλαβα μετάλλιον ανδρείας
Από γλώσσες ομορφονιές

Ένας άκακος άνθρωπος υπήρξα
Βρήκα ενδιαφέρον στα μουσκίδια μόνο μέσα
Τα χαράματα
Σκύλος και γλείφτης
Με όσα ψυχικά προσόντα απαιτεί η θαρραλέα τέχνη

Τού να καυλώνεις δίχως υπεκφυγές
Σαν θάνατος

Πεδία μαχών και κρεβάτια

rx_image_39

Αναγνωρίζω στον καθρέφτη το άνθισμα
της ομορφιάς. Είναι δικός μου αυτός ο βαρύς λυγμός.
Μπρούμυτα σε περιμένω. Δίχως λέξεις και δίχως ρούχα.
Με την άκρη του ματιού
βλέπω στην τηλεόραση μανούλες
κάτω απ’ τις κοιλιές των βομβαρδιστικών.
Το βυζί πασαλειμμένο με σάλιο και αίμα.

Στη λαμπρή μοναξιά των ποιητών
πλάι πλάι στη βραδύτητα των συλλογισμών για την ανθρωπότητα
ακούγεται μια πορδή.

Κάμποσοι γέροι είναι
φαρμακόγλωσσοι και χαρούμενα σαρκοβόρα.
Γράφουν άρθρα για τη Γαλλία και τους γερμανούς.
Τις πείνες και τη μπομπότα.
Την εκδίκηση του πολιτισμού. Τα οδοφράγματα
και το ηθικό σθένος.

Οι μύγες κάθονται πάνω στα κατρουλιά του ουρανού.
Οι μύγες
που αγαπούν τον ήλιο και οι μύγες
που φχαριστιούνται τα φρέσκα σκατά. Το σπέρμα
της ανθρώπινης καρδιάς.

Τώρα πηγαίνω εκεί που τα κοιμισμένα μάτια γλιστρούν στο θαύμα.
Οι νύμφες φροντίζουν τα κοπάδια. Ο άνεμος
κι αυτός από γέλια ξεδοντιασμένα. Τα κοριτσάκια
κι αυτά γαλατένια.

Κυλιέμαι κι ανατριχιάζω.
Πεδία μαχών και κρεβάτια. Υμένων
που κρυφά απ’ όλους πασαλείβουν τις δονούμενες σχισμές.

Κινίνα Εξαρχείων

exarxeia

Αυτή η περιοχή ήταν κάποτε γεμάτη ρωμαλέα παιδιά. Το γυναικείο Σώμα έβρισκε εδώ μια καυτερή πιπεριά για να τρίψει στις ρόγες του.

Η λαϊκή του Σαββάτου, σχεδόν με μιαν αφέλεια παιδική, διατηρούσε τα σεξουαλικά υπονοούμενα των βλάχων που ροβολούσαν απ’ της Λαρίσης το ποτάμι και τα γλυκά αγγουράκια των Θηβών.

Η οδός Καλλιδρομίου μύριζε γιασεμί και πληθυντικό ευγενείας.

Τα ερωτικά παγοθραυστικά της επαρχίας πρόσφεραν τα ερωτικά τους όργανα σε λογοτέχνες και μπακάληδες, χωρίς υπεροψία αλλά βουτηγμένα στη μέθη, ανωνύμως πάντα, χοροστατούντων κάποιων μητροπολιτών, μεταμφιεσμένων σε κορίτσια με πονηρούς σκοπούς.

Οι κρανοφόροι δεν είχαν αγοράσει ακόμα γκαρσονιέρα στην περιοχή και ο λόφος του Στρέφη ήτο γεμάτος ανωμάλους λογίους και βρετανικό LSD, ενισχύοντας τα φωναχτά ή αντιθετικά χρώματα της μικροαστικής πλήξης.

Η αναρχία ήταν περισσότερο ποίηση και στύση του αυθορμητισμού.

Οι βρικόλακες αγόραζαν τα ρετιρέ τους έχοντας άλλοθι καλλιτεχνικόν και λεφτά στην άκρη για δεύτερη μπριζόλα.

Κάτι γκαρσόνια με χιούμορ αφήναν χρυσόσκονη πάνω στους τοκετούς της διανόησης που φλίπαρε ανάμεσα σε ούζα και χαβαλέ, ψάχνοντας καινούργιες χορηγίες Φορντ και ευκαιρίες στα μεταχειρισμένα αυτοκινητάκια που κουβαλούσαν κάθε Κυριακή οι μαντράδες στο Σχιστό.

Η ακολασία διαβιούσε σιδερωμένη και κολλαριστή, λίγο πριν φτάσουν τα καράβια με την πρέζα και την κάνουν αγνώριστη.

Η Τρικούπη και η Σόλωνος άρχισαν να οριοθετούν ένα ερωτικό ντελίριο του πεζοδρομίου. Πιάτσες τού μέσα κόσμου που εβγάζαν το μέγα και αόρατον ηθικόν τους στον ήλιο, που, τον έκρυβε η νύχτα των ντροπαλών αρσενικών.

Όμορφοι επαρχιώτες αθεράπευτα νυμφομανείς, αφήναν πίσω τη μανούλα και τα χωράφια για να κερδίσουν λίγη αιωνιότητα, σχηματίζοντας ένα μοχθηρό πρόσωπο μέσα στη ζούγκλα του ανταγωνισμού, σαν πιθήκου, χαραγμένο με μίσος, κακία και απόγνωση στα ανήλιαγα στενά από κάτουρα και αμμωνιακή σήψη.

Εκδότες και πιστολάδες μέσα σε σουβλατζίδικα που θεράπευαν λοξούς γόηδες απ’ το ξενύχτι.

Επαναστάτες αγκιστρωμένοι στο θαυμασμό τού εαυτού τους πετούσαν τις μπροσούρες τους στον ακάλυπτο, σουρωμένοι και δυστυχισμένοι που δε γεννήθηκαν στην Αμερική.

Το Rock έγινε το κινίνο για όλες τις παθήσεις μαζεύοντας Τάταρους της Κριμαίας και πιστολάδες του Τέξας σε γιαπιά, γιορτάζοντας τα κούλουμα της αναρχίας που γινόταν καθεστωτική και αφόρητη αφού με τα πρώτα φράγκα δραπέτευε στην οδό Σκουφά και στα Κολωνάκια με όση αυτοδηλητηρίαση και αυτοσαρκασμό απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Οι υγιείς δραπέτευαν στα νησιά κάνοντας τον αντικομφορμισμό τους ιδεολογία απλώνοντας πάνω στο εθνικό πτώμα το έμπλαστρο της πολιτικής οικολογίας.

Οι έμποροι ναρκωτικών άλλαξαν μάσκα, αγκαλιάζοντας τον Καστοριάδη και τον Στίνα, φυτεύοντας ολλανδική μαριχουάνα στους φαντασιακούς ντενεκέδες τού καπιταλιστικού παραδείσου.

Οι χιπστεράδες αγόραζαν με τα λεφτά τού μπαμπά ξύλινα σπαθιά κυνηγώντας ψυχεδελικές πεταλούδες στα ρουμάνια της Ζωοδόχου πηγής, σκορπώντας την τέφρα φιλελεύθερων ραβίνων στα μουστάκια νεαρών παιδιών που τα ξεπάστρεψε η πατρική αγάπη.

Τώρα σήμερα εδώ οι αναρχίζοντες αστοί χτυπάνε τα κουταλοπίρουνά τους στα πιάτα, με τον κυνισμό τού επίτιμου πράκτορα της περιοχής, περιμένοντας τα ψίχουλα της αμερικάνικης πρεσβείας για τα τελευταία πληρωμένα άρθρα στην εφημερίδα των συντακτών, κατατροπώνοντας τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, δίπλα σε υπόγεια με μισότρελους πρόσφυγες, αποθεώνοντας τη φολκλόρ ιδεολογία τους που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Τα γλυκομίλητα κορίτσια μπροστά στο θεό

laven

Με τις νύμφες τρέχω στο γαλανό κοχύλι μέσα.
Τους κουβαλώ νερό, ψωμί, τυρί και φρούτα.
Καμιά φαντασία στο μάκρος των ποδιών τους.
Ο ήλιος που μας κοιτά σκυλί χαμένο στην έρημο.

Κι ο θάνατος της παρθενιάς όμορφο ζώο. Σφαγμένο
με μάτια τρελά στων φτωχών ανθρώπων μέσα τα σπίτια.
Λουσμένος εκεί, ο λαός, από δέρμα και λαμπρή μοναξιά.
Κι εγώ ανόητος, όλο τσίμπλα και χείλη τόσο κόκκινα
από αγάπη, όσο τα Ιεροσόλυμα από παπαδίστικη πουστιά.

Μια τούφα τρίχες αγαπώ και μια καρδιά αναμαλλιασμένη.
Ποθώ το λόξυγκα της έγερσης του έρωτα. Τον ήχο
της ψωλής που την παντρολογούν οι ποιητές με την νεότητα.
Κοριτσάκια μέσα στα τσόφλια τού Ιερώνυμου Μπος και
γυμνά τρυφερά στόματα. Βλέφαρα που σκεπάζουν μια
φλαμουριά λίγο πριν κόψει αλυσίδα στα χέρια σου
η δική μου πάλλουσα καρδιά.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο

946194_rx_Witkin_WITJP10667-300

Θα σου δείξω πως έχασα το δρόμο μου για το λαβύρινθο.
Πάντα με τα αιδοία γαντζωμένα
στη διθυραμβική γκριμάτσα του οργασμού.
Όλο εργασία και χαρά. Και τέτοια που λεν τα βούρλα.

Τολμώ και κάνω θλιβερές σκέψεις. Αν πέσω
ξέρω πως θα μου εκφωνήσουν τον πιο συμβατικό επικήδειο.
Βάλτος από χρυσάφι και ηδονές
ομολογημένες απέναντι στην οργανωμένη βλακεία.
Τέλμα εκεί που κατουρά μιαν όμορφη το ηλιοβασίλεμα.

Δεν περιμένω τίποτε άλλο. Η ποίηση
είναι όλο συμβατικότητες. Οι ποιητές είναι φιλαλήθεις ψεύτες.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο, ανέκραξε
το μουνί της φοράδας.

Οι ποιητές δεν απογοητεύονται
απ’ τις μικροέγνοιες. Άλλοι απαγγέλουν
τις πελώρια ηλίθιες σκέψεις τους. Άλλοι αγοράζουν κλουβί
για να στριμώξουν το διεφθαρμένο άπειρο
που χορεύει το χορό της κοιλιάς.

Δεν είμαι πια εγώ αυτός που κλαίει.
Βλέπω.
Στρατιώτες-ποιητές που διεξάγουν έναν ψευτοπόλεμο.
Ώσπου να ρθούν εν μια νυκτί. Σύζυγοι.
Τέκνα. Συγγενείς. Σηκώνοντας το καπάκι της χέστρας.
Πετώντας μες στη καταβόθρα συλλογές ποιητικές,
εκθέσεις και φιλόδοξα δοκίμια.

Γράμματα, ημερολόγια και κασέτες με ερωτικά αναφιλητά.
Απ’ τα παλιά ξεχασμένα πηγάδια.

Φροϊδικό ιντερμέδιο

Bernard Buffet

χάρισμα εις τον Bernard Buffet

Θα μιλούσα γι’ αυτές τις ψηλοπόδαρες αδυναμίες μου.
Το χιόνι και τον άνεμο. Τα βλέμματα των φτωχών
που τρυπώνουν σ’ ένα κομμάτι μυρωδάτο κρέας. Τις θηλές
που δεν τις έπιασε στη γλώσσα του κανένα στόμα.
Τις κοπελίτσες που τραντάζουν τις νύχτες τους με το δάχτυλο.

Θα μιλούσα αλλά δεν είμαι πλέον εγώ. Αναρωτιέμαι
ποιος είναι αυτός ο Εγώ κι ποιος αυτός ο Εσύ.
Μα ακόμη και τα ζώα και ο Μπετόβεν κι εγώ
νιώθουμε στον ύπνο μας να γλιστρούμε στον ίδιο γκρεμό.

Το παίζω συχνά μηχανικός προβολής των ψυχών. Μα η ψυχή
γουργουρίζει μέσα στην κοιλιά και τους όρχεις μου. Φασίστρια
πολυτελείας. Ο ανοιξιάτικος κώλος της απομακρύνεται
ποδηλατώντας. Και τον βλέπω.

Αχ! αυτή η ψυχή που δραπετεύει στους αγρούς.
Είναι η ψυχή μου.

Απ’ τον καιρό της εφηβείας είμαι ο τσαρλατάνος των οργασμών.
Μουσκεύει ακόμα το βρακί μου. Μα οι ψυχαναλυτές
το κάνουν με βραδύτητα. Σε αυνανίζουν όχι με έπαινο
αλλά με το θριαμβευτικό μακρινάρι της σιωπής.

Ω ναι. Βλέπω τώρα την κωλοχαράδρα σου ψυχή μου.
Και πόσο άτρωτος είμαι.

Σκέφτομαι. Όταν θα ξεκαθαρίσει το πράμα με τις στάχτες
τα σκουλήκια και τα χώματα. Δεν θα’ μαι πια το μικρό αγόρι
που κατεβάζει το βλέμμα του στο μουνί σου μπροστά
γλυκιά μου μανούλα.

Δέηση την Αυγή

deisis

Κάνω τις ευχές μου πλάι στην όμορφη θάλασσα.
Τώρα με θέλγουν κλαψιάρικα αλλήθωρα ηλιοβασιλέματα.
Οι Κινέζοι έμποροι που επέστρεψαν στο στρατόπεδο της Ευρώπης.
Στα μαυσωλεία επιπλωμένων σπιτιών με άσπρο χρώμα.
Και δράκους πεσμένους στα γόνατα που μαθαίνουν αγγλικά.

Δεν ξεχνώ τις καυτερές πιπεριές και τους συναγερμούς.
Τα κολιέ που έβγαζαν απ’ τις στάχτες οι Γάλλοι διανοητές.
Στις αποικίες. Το αίμα στα εξώφυλλα. Λεκέδες της υπεραξίας
κι ενός αρχιδούκα που ψιθύριζε πάνω απ’ τους χάρτες. Για

το Κονγκό που δε θα το ταξιδέψω ποτέ. Γράφω.
Για τη Σενεγάλη που έχωσε το δάχτυλο στον πρωκτό του θεού.
Τους κανίβαλους που λατρεύουν την παναγία.
Στα μεταλλεία χρυσού. Στα πιθάρια μέσα που μεταφέρουν
βγαλμένα μάτια ανταρτών Αγίων. Έκφυλων.

Κοριτσιών που ονειρεύτηκαν παντρολογήματα και καταιγίδες
φιλιών. Και το ιερό ελάφι της θεάς στραγγαλισμένο
στο σαφάρι Ελβετών γιατρών. Στα κουζινάκια από χώμα
που δε γρυλίζει ο Ταρζάν και τ’ αφεντικό
παραμονεύει με τα χρυσά του δόντια το φαί του κόσμου.

Ο δρόμος προς το Ποίημα

odro

Όταν ο πόνος αφήνει τη σύζυγό του. Την ηδονή.
Ελεύθερη με τον κάθε τυχόντα. Ακόμα και τα βούρλα
αγαπούν. Κι όχι ψεύτικα. Όταν βγάζεις την κάλτσα
είναι αδύνατο σχεδόν να μην τρέμω.
Να μην ονειρεύομαι ανάμεσα στο λίγο κενό

ως λόγιος ή ως καυλωμένος που γεύεται μυστικές
σταγόνες αθέατες
απ’ τα χαρτομάντιλα και τις ατασθαλίες της νηφαλιότητας.
Πρωκτικός ή στοματικός
στις ακαριαίες ψυχρολουσίες της ανίας
στο χρόνο που χάνουμε μακριά
απ’ τις αγκαλιές και το γλυκό γαμήσι.

Στο χρόνο. Που ελεύθερο σε αφήνει να σουτάρεις.
Να εκτεθείς απέραντος
στην παλαβομάρα της εκσπερμάτωσης.
Φεγγάρι ψυχρό και πολυάσχολο κάνοντας κύκλους
πάνω απ’ τον παράδεισο. Μοιράζοντας φυλλάδια
προπαγάνδας. Λιπαντικά ασφαλούς διείσδυσης στον πεθαμό.

Τη στιγμή που λες Πεθαίνω και η πεθαμάρα είναι καύλα.
Ο σπασμένος άξονας των φόβων.
Τόσο που ακόμα και τα κατρουλιά σού φαίνονται
όπως φαίνονται στα πρόβατα και στα γουρούνια
και στις κότες που χωνεύουν το φαγάκι τους και γαμούν
ασχέτως συνθηκών. Σβέλτα. Ή πλάι σε φωτιές
οι αδέσποτοι σκύλοι.

Χαζεμένοι. Από αλητεία. Και πολλές φορές από πείνα
όταν μένει μια κρύα καρδιά στο δρόμο προς εσένα.

 

Τραγούδι της χθεσινής βροχής

auti

Ο ήχος της βροχής είναι παλιά φιλενάδα.
Στα τέσσερα.
Σαν πολεμώ τα ζόρια.
Κάτω απ’ το φόρεμά της απόθεσαν οι εγωμανιακοί
τα σκήπτρα τους. Ένα σεμνότυφο χείλι. Δαγκωμένο.

Τις συγχωρούσα όλες σαν ξάπλωναν ανάσκελα σαν ερπετά.
Σαύρες που βαστήχτηκα απ’ την κομμένη τους ουρά.
Ποτέ μου δεν υπήρξα ακέραιος νους. Οι ειδήμονες
το μυρίστηκαν απ’ τα χνώτα.

Χασομέρηδες εραστές στεγνοί και φωτισμένοι.
Με όση θεία φώτιση έκρυβαν στο πικρό χιούμορ.
Τις κόκκινες σάλτσες που πάλευαν να νοστιμίσουν οι αγαπητικιές.
Τα ωραία ζιβάγκο για τους λιγνούς ακαδημαϊκούς λαιμούς
που με κρύβουν απ’ τις τσούπες.
Αυτές που σπουδάζουν τις μπαλάντες στα κάτεργα
για να πάρουν μισθό και πτυχίο.

Ύστερα πάντα τα συμπόσια επιστρέφουν τα κλοπιμαία
στις κοιλιές των μικρών μαθητών. Στο λήθαργο.
Που αφήνει ένα ωραίο ζεστό κατούρημα το ξημέρωμα.
Λίγο πριν πρόωρα πεθάνει ο ύπνος.

Υπάρχω. Κι όσο υπάρχω δεν ξέρω τι θα πει αυτό.

Η κυρά Σαρακοστή

kirasarakosti

Η κυρά Σαρακοστή με τα εφτά της πόδια
κρύβει κάτω απ’ τη φούστα της
έξι μουνάκια ερωτιάρικα ορθόδοξα
υγρά λαχανιασμένα. Πλήθος συρρέουν
οι πιστοί, οι θάνατοι και τα ωραία φαντάσματα
αγίων, σε τούτη την πολυεύσπλαχνη γυνή
που διαθέτει δυο βυζιά ένα αφαλό και έξι κλειτορίδες.
Μα, έξι ψωλές όλο γι’ αυτόν
τον γδούπο της αγάπης χάνονται.
Χύνουν κι οι έξι τους μαζί ή εκ περιτροπής
κάθε φορά κι έπειτα άλλοι έξι παίρνουνε σειρά.
Είναι φλεβάρης κουτσοφλέβαρος που περιμένει
οργασμούς κάτω απ’ τη φούστα της κυρά Σαρακοστής.
Απ’ τα μεγάφωνα ο σεβάσμιος παππούλης
μην σπρώχνεστε αδερφοί! αναφωνεί
για σας φροντίζει ο θεός που είναι απέραντα καλός
φτιάχνοντας μηχανές του σεξ ορθόδοξες
μεγαλομάτες παιχνιδιάρικες ζεστές
Κι εσείς τεκνά που διαμαρτύρεστε
πως είναι η σούφρα της σφιχτή, να ξέρετε
πως, με σάλιο και υπομονή κι ο κώλος γίνεται μουνί
Ω! μες στα εράσμια λιβάνια ακούγονται
οι πορδίτσες της κυρά Σαρακοστής
-σεξτέτο ουράνιων πνευστών-
αρωματίζοντας τη γαμησονηστεία που απαιτεί σωστή διατροφή
σαλάτες καλαμάρια και σουπιές
χταπόδια φασολάκια και λουκούμι Συριανό

Η ισορροπία γεννάει τέρατα

Taina B

Η ισορροπία γεννάει τέρατα.
Σαν κάποιος ανώμαλος θεατής
που ξόδεψε όλα του τα χρήματα για να ψωνίσει ενοχές.
Οι τύψεις και τα γερατειά. Ισχύς εν αχρηστία.

Σε λατρεύω αφότου χάθηκες.
Μετράω τις χάντρες της Ανατολής και τις σεξουαλικές προτάσεις
της εβδομάδας. Σαν έρθει η ώρα θα πω Τετέλεσται.
Κι ίσως κλάψω αφήνοντας στη διαθήκη μου τη στιλπνότητα των
διδαγμάτων όσων μου έμαθες.

Οι ψυχίατροι αντιμάχονται το λευκό σου στήθος.
Ωχρά μπούτια. Και αχόρταγος.
Από νεύρα και νεκρανάσταση.
Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως είμαι μεγαλόψυχος και ικανός άντρας
με βαρβάτη στύση. Και κάθε μουνί που παρεισφρέει στο ποίημα
είναι για να τρομάζει μόνο και να παρηγορεί.

Ω ναι, ανακάλυψα αυτό το άνθισμα στην καρδιά μου κουρδίζοντας την
αποχαύνωση. Του φιδιού το ψυχρό σώμα στο λιοπύρι.
Μα διαθέτω μια ζεστή καρδιά. Μεζέ.
Για τις μέγαιρες που μου δείχνουν τα δόντια τους.
Για τους υπαλλήλους του θεού.
Για τις κοπέλες που αποψιλώνουν τη μάταιη κατοικία τους.

Τρυφερά πάντα θέλουμε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που μας δίνεται.
Βόμβες ίσως πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Και μετά αδέξια αβέρτα φιλολογικά νεκρόδειπνα.

Η Θεά και ο Βοσκός

pnevma

Επειδή οι εραστές πιστεύουν στην πραγματικότητα αυτού τού ζωτικού ψεύδους που τούς κάνει να γενιούνται ξανά και ξανά, ξεχνώντας για λίγο το θάνατο και την επιστροφή στη λάσπη, φτάνουν πιο γοργά στην αλήθεια.

Η τέλεια ανθρωπιά τους διαθέτει έναν τερατώδη τόνο.

Χοντρές γριές με κίτρινα φουστάνια και σχισμένα καλσόν λικνίζονται πάνω από τριαντάφυλλα που λάμπουν.

Μνήμες απ’ το χάδι της σμίλης του δημιουργού που περνά πάνω απ’ τις μορφές όπως τα χείλη που ακραγγίζουν έναν κλειστό κάλυκα.

Όταν εμείς, οι δια παντός θνητοί, γίνόμαστε εραστές δηλαδή δημιουργοί χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθιά και να ψάξουμε στα σκοτεινά πηγάδια του εαυτού μας τον αντίλαλο των βουβών εκμηστηρεύσεων του Άλλου.

Διότι δίχως τον Άλλο δεν μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί.

Να γράψουμε και να ξεγράψουμε ύμνους στις προστυχιές που μας γέννησαν.

Να στήψουμε πάνω απ’ το φόβο το μελάνι που πετάγεται στους τοίχους και την ανία τού ζην που σκεπάζει αργά αργά τις καρδιές μας μέσα στη μοναξιά τού ουρανού των ηδονών που μοιράζονται απλόχερα στους μελλοθάνατους.

Η επιστήμη της ηδονής, η θρησκεία του έρωτα, η απελπισία του και η ανάγκη του για αιωνιότητα, αυτή η πελώρια βοή των υγρών και των σάλιων βρίσκεται ολόκληρη στην πνοή της σάρκας που βγάζει ο σπασμός τού μουνιού όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Όταν τα στόματα δεν ομιλούν αλλά συνευρίσκονται για να γεννήσουν καινούργιες λέξεις και ποιήματα.

Καύλες που τα δεσμά των ομφαλών τους λύνονται σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες. Αφήνοντας μες στο σύμπαν τις σεξουαλικές σαύρες να τρυπώνουν με την ακατανόητη δεξιότητά τους στα μυαλά των ανθρώπων.

Εκεί που γεννήθηκε ο έρωτας, στις πρώτες λέξεις που χαράχτηκαν πάνω στους βράχους και στην υγρασία που άφηνε ο χρόνος πάνω στην πέτσα της λάβας.

Εκεί που ένας βοσκός Σουμέριος έλεγε: Ας πλέξει σε τραγούδι ο ποιητής αυτό που θα διηγηθώ. Τον έρωτά μου με μια θεά. Το ζευγάρωμα μιας θεάς και ενός βοσκού.

Της θεάς που αγάπησε εκείνη τη νύχτα σα να ήταν θνητή και του βοσκού που έγινε αθάνατος όσο κράτησε η νύχτα.