ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Ηλίου φαεινότερον

barka

Ω! το θαύμα του φωτός
Με παίρνει απ’ το χέρι ο ήλιος και με πάει
σ’ ένα αργό αυθόρμητο ποίημα
Γράψε μου λέει
με το μαγικό σου το ραβδί
πάνω στην έξοχη μήτρα του Αυγούστου
Κάνε να γίνει παγκόσμιος ο πόλεμος της ηδονής
Βάλε τα δάχτυλα καλογριάς
μες στο θνητό της τριαντάφυλλο
Τη γουρουνίσια αδύναμη ευτυχία μας
Το πάθος για τη λάσπη
Κάνε αυτή την πεισματάρα φύση να τραβήξει
μαχαίρι και περίστροφο
Πονά ο άνθρωπος βαθειά
μα ο θάνατος ξεκαρδίζεται στα γέλια
Το ζάρι μες στη χούφτα του ζεστό
και τα παπάρια του νεκρού τα γλείφει η μύγα
Γράψε μου λέει
Αρσενικό γλοιώδες ερωτόπληκτο λαρύγγι
Μ’ ένα απαλό φύσημα
θα σβήσει ο κόσμος απ’ τα μάτια σου
Χωρίς ν’ ακούσεις σάλπιγγα ή τρομπέτα

Ανατομία λέξεων και φιλιών

kim_sung_jin

Θέλω να μάθω τα χείλη σου να με διαβάζουν
Τον αψηλάφητο βολβό του ματιού σου
να κοιτά κρυφά όλα τα κέρδη του έρωτα
Βαθιά θαμμένος κάτω από βαθιά χάδια
Λέξεις του κυκλοδίωκτου σπασμού
Μέχρι να φτάσει ο εγχώριος δαίμονας των υγρών σου
στον καβάλο μου
Και η λέξη να μείνει χωρίς τα οστά της
Να φτάσει το δάχτυλο στην καρδιά και στα έγκατα
Το χιλιοκολασμένο σου αιδοίο
να το μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά
η λιπόθυμη στύση μου
Κορίτσι εσύ, που ξέρεις να υποφέρεις
επάνω στα ωραία σου λείψανα θα βλαστήσουν οι πόλεις
Θα μπλεχτώ στο στόμα σου
να με μασήσεις με τα δόντια
Να θρέψεις τα βυζιά σου από ωμό κρέας
που με παλαβώνουν
Ο οργασμός είναι δυνατότερος απ’ όλες τις κυβερνήσεις
Ο οργασμός σκάει στα γέλια
Σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι

Το γυμνό σώμα ολομόναχο

george-grosz-book-cover

Το γυμνό σώμα ολομόναχο. Τίποτε δεν το ταράζει γιατί δεν κατέχει τίποτε. Αποτελείται μονάχα από μια καλή και μιαν ανάποδη όψη. Όπως ένα νόμισμα με δυο σχέδια, από ένα στην κάθε πλευρά του, που δεν μπορούν να χωρίσουν ούτε να κοιτάξουν το ένα το άλλο.

Η Ζωίτσα και ο λεοντόκαρδος Θανατούλης

laskari.jpeg

Ο παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν ούτε παλιός ούτε καλός. Ήταν απλά αντιδραστικός.

Τα μετεμφυλιακά δόγματα της κομμουνιστοφάγου δεξιάς έλαβαν σάρκα και οστά στο σινεμά που πιπίλιζε την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μεγαλεία.

Καρικατούρες ανθρώπων, σπίτια με δούλες και υπηρέτες, αφεντικά δύστροπα αλλά με κρυμμένη ανθρωπιά και ευαισθησίες, σεμνοκαυλωμένες κοπέλες και άλλα σημεία και τέρατα της εποχής.

Στο πανί έπαιζε δράμα ή κωμωδία μα στο διπλανό δρόμο γινόταν μια δολοφονία. Ο λαός γελούσε ή έκλαιγε, διασκεδάζοντας την φτώχεια του με λατέρνα και φιλότιμο μα στην ασφάλεια βασάνιζαν ανθρώπους.

Ήταν η εποχή που το πρωτόγονο λάιφ στάιλ με τους χασάπηδες παραγωγούς και τους παρδαλούς σκηνοθέτες τρύπωνε μια και καλή στη λαβυρινθώδη λαϊκή συνείδηση που δεν μπορούσε να συνέλθει απ’ τις φονικές σφαλιάρες και τη βαρβαρότητα των πολέμων.

Ο κόσμος και ο κοσμάκης ξαναγινόταν νοικοκύρης και το πρότυπο του πρωτευουσιάνου μεσουρανούσε στον καθημερινό μπερντέ κάτω απ’ τον οποίο κάποιοι έκρυβαν και ξέπλεναν τα εγκλήματά τους.

Έκτατα στρατοδικεία και πολιτικές δολοφονίες, φτώχεια και κακομοιριά. Χωριά παρατημένα στους χίτες κι ένας κρατικός μηχανισμός παραδομένος στην αναίσχυντη ελληνική αστική τάξη.

Ο φτωχός, πλην τίμιος νέος, που με τη δουλειά θα προχωρήσει μπροστά. Ο καλός και ο κακός. Ο όμορφος και ο άσχημος. Τα δίπολα της συμφοράς και της χαζοχαρούμενης αμερικανιάς που φυσούσαν μέσα απ’ τα κλιματιζόμενα επιχορηγούμενα πάνσεπτα δώματα.

Χορηγίες και ιδρύματα που ο θείος Σαμ με άκρως χειρουργικό τρόπο διακονούσε στην ελληνική μπανανία.

Το δολάριο και τα ναυτάκια. Η πουτανιά σε όλο της το μεγαλείο. Οικογένειες, παπάδες και χωροφύλακες.

Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε το κινίνο του λαού στα χρόνια της χούντας. Το μεγάλο σχολείο που έθρεψε γενιές νεοελλήνων που τα’ χουν παντελώς χαμένα. Τέκνα της κλαδικής του πασόκ, νοσταλγοί του Μεταξά, αριστεροί που αυτομόλησαν στο κέντρο, κεντρώοι που γέμισαν τη μπάκα τους και έγιναν στρατιώτες της ελεύθερης αγοράς, σάπιοι διανοούμενοι νεοορθόδοξοι έτοιμοι να πουλήσουν τη μάνα τους για τα μαγαρισμένα φράγκα.

Σαββόπουλοι και λοιποί που πουλούσαν με την οκά επαναστατικό ρομαντισμό σε νέους που νόμιζαν επανάσταση το να μη φοράς σουτιέν.

Σαββόπουλοι και Δοξιάδηδες που μπορούσαν εν μια νυκτί να εκτελέσουν καλλιτεχνικά και ηθικά μια Φρίντα Λιάπα ή ένα Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Μα στο τέλος, οι εργάτες αυτού του σινεμά ξεψυχούν μες στα καθιστικά μας.

Ζωίτσες πρησμένες απ’ τα μπότοξ, Αλίκες βυθισμένες στην κατάθλιψη, Δημήτρηδες αλκοολικοί κι οι Μπάρκουλοι εκμηδενισμένοι, μακριά απ’ τα κορίτσια, ξερνάνε μέσα στην χέστρα της τηλεόρασης όλη τους την κακοζωία και όλους τους κλασμένους μύθους και τα παραμύθια της παραμυθιασμένης μας ζωής.

American dream

trumpusa

Τα θαύματα κοστίζουν. Κοστίζουν σε ζωή, σε ομορφιά, σε νιότη, σε αθωότητα, σε χαρά και ελπίδα.

Οι επαγγελματίες θαυματοποιοί ξέρουν πόση εργατική δύναμη χρειάζεται για την υπέρβαση των ορίων. Για να φτάσεις το θαύμα πρέπει να λιώσεις την τάξη εκείνη που δεν έχει συνείδηση της δύναμής της.

Τα οικονομικά, τα πνευματικά και τα άλλα λοιπά θαύματα έχουν πόνο και αίμα. Στηρίζονται πάνω σε μια νοσηρή αντίληψη περί ανθρωπισμού και σε μια ηθικολογία της στάνης.

Πόσα τράβηξε άραγε ο άνθρωπος στο όνομα του ανθρωπισμού απ’ τους ανθρώπους, ανατινάζοντας πολλές φορές το Είναι του μέσα σ’ ένα ανυποχώρητο και αμείλιχτο σπάραγμα, όπου, χάνει τον έλεγχο του μυαλού και του κορμιού του σφαδάζοντας και ουρλιάζοντας!

Πόσες φορές οι βρωμερές θρησκείες δεν εξέθρεψαν απέχθεια για τη σεξουαλικότητα, εκφυλίζοντας την ανθρώπινη φύση, φτιάχνοντας μηχανές παραγωγής θαυμάτων και υπάκουους καταναλωτές μεταφυσικής βλακείας!

Μα όταν ο κοινωνικός εμφύλιος φτάνει στο αποκορύφωμά του, διαπιστώνει κανείς, πως, η πλειοψηφία δεν τον ήθελε.

Η πλειοψηφία είναι βουβή. Σμιλεμένη απ’ τους θαυματοποιούς του τηλεοπτικού άμβωνος. Πολίτες που έχουν υποστεί λοβοτομή κάθονται μέσα στα οικογενειακά ενδιαιτήματα εγκλεισμού παρακολουθώντας άλλους ανθρώπους, αλλού, μέσα σε κελάρια, ενώ οι βόμβες μεταμορφώνουν τις πόλεις σε ωκεανούς φωτιάς.

Ο Φύρερ που δεν απέκρυβε τους σκοπούς του μιλούσε για μια γιγαντιαία πάλη που δεν έχει υπάρξει ποτέ άλλοτε.

Οι καπιταλιστές ξέρουν πως τα μεγάλα εργαλεία πολέμου και οι υποκινητές του ολέθρου αναδύονται μέσα από θριαμβευτικές πλειοψηφίες με εκλογές και δημοκρατίες. Και στον επίλογο γράφονται οι ιστορίες και οι λογοτεχνίες.

Μελωμένα δράματα των λεγόμενων αθώων πολιτών που θα διαβάζονται αργότερα στην παραλία.

Εκεί όπου θα λούονται οι απόγονοι των νικητών και των νικημένων.

Μόνο κάποιες γυναίκες θα μένουν πίσω, αβοήθητες, αναζητώντας στα ερείπια μια χούφτα αλεύρι και λίγες πατάτες. Γέροι που σκαλίζουν τα αποκαΐδια των σπιτιών τους. Άντρες εξαντλημένοι, σαν τα σαλιγκάρια που έχασαν τον προορισμό τους και θάβουν τώρα μέσα στους υγρούς λάκκους τους νεκρούς τους.

Το περιβόλι της Παναγίας Ή Ο οργασμός είναι γλυκύτερος απ’ το θάνατο

hieronymus-bosch-touched-by-the-devil-review

Όλες οι μανούλες που χαϊδεύτηκαν απ’ τον θεσπέσια καταναγκαστικό ολοκληρωτισμό της αγάπης, πιστεύοντας το κήρυγμα ως το καρπώδες προϊόν της αλήθειας μες στην αδυσώπητη αξίωση του χρόνου για αναπαραγωγή και μόνο, τώρα, δεν μπορούν να κόψουν ούτε ένα φυλλαράκι δυόσμου απ’ το περιβόλι της Παναγίας.

Η μεγαλύτερη απρέπεια και η μεγαλύτερη προσβολή της χούντας των αντρών είναι η απαγόρευση που επιβλήθηκε στα όντα αυτά που φέρουν σχισμή και αλλόκοτα υπερφυή μύστακα.

Η σχισμή των γυναικών ήτο πάντα επικίνδυνη αφού απ’ αυτήν ξεμπουκάρουν εν αφθονία, όντα που δεν γουστάρουν τις απαγορεύσεις και όντα που χαίρονται τα κορμάκια και τα μυαλά τους.

Ο τράγος δυνάστης του κατηχητικού και της ανθρώπινης αγωνίας έχει φτιάξει μια σιδερόφραχτη περιφέρεια γύρω απ’ την κτήση που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας για τις δουλικές του υπηρεσίες.

Έφτιαξε έναν τόπο του θεού απ’ τον οποίο απαγόρευσε το θεό.

Δεχόμεθα εδώ, λένε οι βιβλικοί ατσίδες της μόνωσης και της προσευχής, δολοφόνους, καταδότες, αεριτζήδες, αλλά δε δεχόμεθα γυναίκες.

Όποιο ανθρώπινο ον έχει μουνί είναι εξ’ ορισμού εξόριστο κι ανεπιθύμητο εδώ εις την παριά των φληναφημάτων της δήθεν κοινής ζωής και συμβίωσης.

Η παρείσακτη γυνή δεν αναγνωρίζεται ως άνθρωπος στην κοινωνία των μαϊμούδων του ιερατείου που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η υγεία του σφιγκτήρα της.

Σπαταλημένες ανεμώνες και καμένα χωράφια, ηλιοτρόπια και παραβολές, Άδης ατέρμων για τα αδρά στήθια της μητρότητας.

Ο ευνούχος μιλά από άμβωνος για τη συνουσία. Ο αέρας και το νερό γίνονται συστατικά ενός κατά παραγγελία θαύματος. Λύπη και πόνος.

Με όλο τον ποιητικό ντετερμινισμό της μεταφυσικής η θρησκεία χώρεσε τους πλούσιους και τους φτωχούς στον ίδιο ντενεκέ ηθικού βίου και συνύπαρξης.

Μαγάρισε τις λέξεις και το ψωμί που δαγκώνεις όταν λες τη λέξη ψωμί. Απέβαλε τη γυναίκα απ’ την αποστειρωμένη αντρική κυριαρχία κι αντί το περιβόλι της Παναγίας να γίνει τόπος του θεού, δηλαδή τόπος ερωτικός και μακάρια οργασμικός, έγινε τόπος δολοπλόκων γερόντων και ακραίως ψυχικά νοσούντων υπάρξεων, μαζί πάντα, με τις φαλλικές κεφαλές που φέρουν αυτοκρατορικές μήτρες και χρυσά μολυσμένα κτερίσματα απ’ τις αποικίες που βεβήλωσε ο σταυροφόρος.

Μια σπουδαία εκδήλωση αγάπης προς το θεό θα ήταν η μαζική εισβολή γυμνών γυναικών στην χερσόνησο του Άθω.

Να μπούμε όλοι εκεί και να εισβάλουμε μαζί τους, ως ζεύγη και ζευγολάτες της ερωτικής χαράς.

Να δούμε τι είδους μουσική γεννούν τα κορμιά μας μέσα στον παράδεισο από λουλούδια και πεταλούδες.

Να ψάλουμε την αιώνια κίνηση απ’ τα ιερά των νυμφών. Την τρομερή θεϊκή ορμή του σπερματόσπορου μέσα στην γόνιμη θηλυκή γη.

Το στόμα των νυμφών

stomaton

Μας κρατά στη ζωή η πίστη στα ερείπια των εμπειριών μας. Φανταζόμαστε το ποίημα σαν το αίθριο μάτι ενός Κύκλωπα, που μετρά συνεχώς την απόσταση ως τον εαυτό του. Η ευτυχία μας διατηρεί την αταραξία της αφού φέρει εικοσιπέντε αιώνων ποιητικό χάρισμα. Ακούω την πάντα μουχλιασμένη και ρυθμική προσευχή όσων έχασαν τον εαυτό τους, αφήνοντας απρόσμενα αλύτρωτη τη μια και μοναδική τους ζωή. Οι ερωτήσεις περί νοήματος κοστίζουν. Οι κοσμοθεωρίες δεν εμπιστεύονται η μια την άλλη. Οι νύμφες που έρχονται στο κρεβάτι μου μένουν για πάντα σιωπηλές. Μάλλον οι λέξεις μου τις τρόμαξαν. Κι εγώ που έχω τις λέξεις για ψωμί και αγαπώ να σπαταλώ τις ώρες μου μαζί τους, πιστεύω από αφέλεια πως κάποιες απ’ αυτές που βγαίνουν διαρκώς από το στόμα μου θα πέσουν στο δικό τους και θα φυτρώσουν μια για πάντα εκεί.

Μαριονέτες και κατοικίδια

kefalia

Η ποίηση είναι η γενετήσια ορμή της γλώσσας. Τα θλιπτά όρια μεταξύ γλώσσας και πράξης. Η πιο κρυφή αλήθεια που φανερώνεται μέσα στις ανθρώπινες επαναστάσεις, των οποίων, το φυτίλι, πυροδοτεί ο ποιητικός λόγος.

Οι επαναστάσεις στηρίζονται στο Λόγο διότι μόνο ο λόγος είναι ικανός να οργανώσει την ανατροπή μιας δομημένης εξουσίας. Απ’ την άλλη, η εξουσία αναπτύσσεται και τείνει πάντοτε να δρα εκτός Λόγου.

Η εξουσία δεν είναι μόνο κάτοχος της δύναμης, δεν παριστά μόνο την απτόητη βούληση που υπερασπίζει τα συμφέροντά της με κάθε μέσο, αλλά μπορεί όλα τούτα και τα κρύβει κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου.

Ιστορικά φαντάσματα, σύμβολα, θρησκευτικοί δογματισμοί, περιδινούνται όλα ώστε να σχηματίσουν στο τέλος μια δύναμη που υποδύεται χίλιες μορφές και εκφράζεται με αναρίθμητους τρόπους.

Ότι δεν μπορεί να ξεριζώσει ή να το αλλοιώσει η εξουσία το κάνει όργανό της.

Η εξουσία όμως σαγηνεύει και σαγηνεύεται. Χρειάζεται απαραίτητα ένα ιδεολόγημα που θεωρεί τις πολύχρωμες αποχρώσεις της επιφάνειας πιο σημαντικές απ’ την ουσία που κρύβεται στο βάθος των πραγμάτων.

Προτιμά να συναγελάζεται με ηθοποιούς, χορευτές, μάγους της επικοινωνίας και του θεάματος, καλλιτέχνες γενικότερα, επειδή της αρέσουν πάντα τα σκληρά παιχνίδια.

Όσο για τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους στοχαστές που αντλούν απ’ τον πολτό των ανθρώπινων αδυναμιών, ένοχοι πάντα μιας παρεξηγημένης ευαισθησίας, η εξουσία γνωρίζει καλύτερα απ’ αυτούς ότι η διανοητική σκέψη και τα παρελκόμενά της είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός της και την τρέμει όπως ο διάολος το λιβάνι.

Απ’ την άλλη, οι ποιητές ιδίως στην σημερινή εποχή της τρεχάλας και της φρενόπλυσης, υποτιμούν συνήθως, την μακροπρόθεσμη δύναμη της γλώσσας τους και γι’ αυτό έχουν την τάση να συγκατανεύουν και να παλινδρομούν.

Η εξουσιαστική γλώσσα παρότι διαθέτει αρκετές σειρήνες σημαίνει αναποφεύκτως την αποδυνάμωση και την εξουδετέρωση του ποιητή.

Όπως στον ψυχισμό του ανθρώπου υπάρχει η παρόρμηση του θανάτου, ως αντανάκλαση της φυσικής φθοράς που συντελείται γύρω του, έτσι και η εξουσία μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον μαγνητίζεται και τελικά ταυτίζεται με τον θάνατο και την καταστροφή.

Η εξουσία κατέστησε τους καταραμένους ποιητές παιδιά της. Έφτιαξε μύθους και έστησε μουσεία. Παραχάραξε το ποιητικό θαρραλέο Εγώ, όσων κατάπιε το μαύρο σκοτάδι, κάνοντάς το αδύναμο τυφλοπόντικα κρυμμένο στα υπόγεια του περιθωρίου.

Έφτιαξε τους δήθεν προνομιούχους, οι οποίοι ομφαλοσκοπούν και ομφαλοσκοπούνται, έχοντας το ρόλο του θεατή, παίζοντας με την υστερική τους τύφλωση μέσα στα στεγανά της ψευδούς μαρτυρίας και της αυταπάτης που προσφέρουν παντοιοτρόπως οι τυραννίες και τα δεινά κάθε πίστης.

Αν η μόνη πίστη ήταν η έρευνα, τότε η πίστη θα ήταν απελευθερωτική και η ποιητές τους οποίους μουμιοποιεί το κατεστημένο ως προφήτες του θα ήταν σπερματόσποροι του δαίμονα της αλλαγής.

Της αλλαγής που πλανιέται σαν λυσσασμένο κόκκινο φάντασμα, όχι πάνω απ’ τη γηραιά και κουρασμένη Ευρώπη, αλλά πάνω απ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Στίλβοντος Αυγούστου και Εξάψεων

stilovontow

Ώρα μηδέν, εδώ, για κάθε τίποτα
Οι λύκοι στα βουνά με αίμα άγνωστο
διαβαίνουν στολισμένοι
Κότες και πρόβατα για τα μαμόθρεφτα στομάχια μας
Ριζίδια της αλάλητης παρθενίας

Μας ξέρουν οι βασίλισσες
απέξω κι ανακατωτά
Η λάβρα τους χολερική
Ορμά ο τριφηλός φορτηγατζής της ηδονής
Πετάει σαν πετριά την υποβάρβαρη γλυκιά του επιθυμία
Σπάει το παστέλι στα καπούλια της
Και γλείφει
Ως κάτω του καταγκρεμνού τις ασωτίες
Ως το μεταίχμιο των λάκκων

Ω ναι! ξαμοληθείτε σπερματόσποροι
Ως τα δαφνοστεφή μηλίγγια σκορπιστείτε
Σκίστε το πέπλο λυρισμού να βγει το αιματάκι
Να ξεπροβάλει ανυποψίαστη η τέρψη της Λαϊδος
Να καταπιεί τα βερονάλ του οργασμού
Τα ερωτικά κινίνα

Υπέρ ενδόξου στύσεως πεσόντες
Υπέρ Μαρίας Μαγδαληνής
Υπέρ Ουρουγουάης

Νόμοι του σύμπαντος
Γουργουριστά σαρκία των προγόνων μες στο σπέρμα μου
Θα πασαλείψω τώρα βαζελίνη την ενδόμυχη δειλία της
Θα εισβάλω
Θα ουρλιάξει αυτή
Θα βγει το Αχ σαν δαίμονας
Θα εκραγεί το πιο ακροτελεύτιο φωνήεν
Τα Αχ και Ωχ θα βγάζουνε σπινθήρες
Η ηδονή κι ο πόνος
Η σφύρα και ο άκμων

Ας υπάρχει ο παράδεισος
κι ας είναι η θέση μας στην κόλαση, κορίτσια

Ανάσκελη Ή Πορτραίτο Αρραβώνος

IMG_20170723_230355

Τι ολοκαυτώματα βαρύτονα
Τι μπούτια Τρίκαλα
Θεσσαλικά υγρά
Τι Κορδιλιέρες Άνδεων και βάλε
Και τι αδένες
Ψίχα δηλαδή μιανής
που αιχμαλώτισε το φως
στο τέλειο σχήμα του κορμιού της
Αχ! δεν ξέρουν από γευστικές θηλές οι χωροφύλακες
Οι κάργιες που αποθνήσκουν στα Βελούχια
Δεν ξέρουν
Δείτε πως τρέχει να κρυφτεί το καβουράκι του οργασμού
κάτω απ’ την άμμο
Δείτε πόσο τανάλια η σάρκα
Πόσο μέγγενη
Και ο καθρέφτης πόσο σαρκοβόρος
Σχεδόν χίλια κομμάτια η Περσέπολις
Σπασμένα μονοσύλλαβα
Ωραία μαντολάτα
Τώρα που ονειρεύομαι γλειψιές στην αγιοσύνη σου
Στα τέμπλα σου καθώς
στάζουνε φασκόμηλα φιλιών
τα παρασάνταλα τα δάχτυλα
Η φλέβα η κατάπτυστη
Η μόνη μεσημβρία από χύσια
Η μόνη αλαφροΐσκιωτη ρωγμή
Καθώς ξαμώνει ο νεοσύλλεκτος σπασμός
Αθώο κοφτερό γυαλί
που αγγελοκρούει τη λάβρα των αδένων
Και το χαώδες το ξενύχτι κλειτορίδος
που ψιθυρίζει στα αυτάκια των ανέμων
Ω μνήσθητί μου καύλα!
Ω μνήσθητί μου βδέλλα υγρή!
Καθώς πλησιάζει ο αλαζόνας Αύγουστος στο τέλος του

Μεσημβρινό πορτραίτο ερωτομανούς

mesimbrino

Υπήρξα γητευτής
μες στη φυλλορροούσα δίνη των σκελιών σου
Όχι ένα ποίημα ακριβώς ερωτικό
Των γεγονότων ανασκάλεψα την ουσία
Για σένα για σένα για σένα
Τύλιξα το κορμί σου με το κορμί ενός άντρα
Αχ! οι ρίζες μας φτάνουν σε λάσπη πηχτή
Κι η λάσπη που είμαστε
από σπόρους και λουλούδια
από βροχούλες και σάλια
βαλσαμώνει τους νεκρούς
Μαζί αγκαλιάσαμε δέντρα και τάφους
Με στόματα πιο βιαστικά κι απ’ τα μάτια μας
καταβροχθίσαμε αυτό το αιώνιο ξενύχτι του κενού
Θέλω
να με ξυπνάει η γλώσσα σου
Εσύ η γλωσσοκοπάνα
την αυγή
να δοκιμάζεις του ασφόδελου τους πρώιμους καρπούς
Να σε μπουκώνει ο Όσιος Φαλλός
ως να παραδοθεί
στην αδιαλείπτως λειτουργούσα γκιλοτίνα των οδόντων σου

Μαξ και Ντόροθυ

majkai

Ο Μαξ Ερνστ με την γυναίκα του ζωγράφο Ντοροθέα Τάννινγκ

Την κόμη σου επρόβαλα στα ωδικά μου μάτια
Στων κανίβαλων σπλάχνων σου τη λαιμαργία παραστράτησα
Τον έρωτά σου έκαμα μπρελόκ ιθαγενών
γερόντων που φουντάρουνε στα βρωμερά σκατά
Κι είναι οι τόσες μουζικούλες μου που εξαγνίζουν
το εμπορικό πνεύμα του σεξ
Κι ένα σωρό ομορφιές τις ξετυλίγω σαν μετάξι
Και γίνομαι σερσέγκι στο τραγίσιο σου ρουθούνι
Ζωάκι αξιολύπητο μα θαυμαστός οργανισμός
Κι έχω στη μετέωρη φωλιά της αχανούς υπάρξεως
παρηγοριά τον κώλο σου
τον ξεροκέφαλο σπασμό της τούρλας σου
Αχ! κάτω απ’ την άδολη σχισμή πετάγεται
ο πιο μουνούχος ταύρος
Όσο μικρά κι αν είν’ τα κέρατά του
δεν κάνει πίσω

The show must go on!

saumast

Ο άντρας υπήρξε πάντα ο εγγυητής της ωμότητας. Πιο ισχυρές, απ’ όλα τα στρεβλωτήρια και τους τροχούς, υπήρξαν οι πράξεις του.

Δούλεψε την επιστήμη της Κυριαρχίας με σπουδή καταφέρνοντας να τσακίσει το θαύμα της προσωπικότητας.

Έφτιαξε τη γραμμή και την πειθαρχία, τον έλεγχο και το εύκολο χρήμα. Χωνεμένος από μια βρομερή πάστα δουλείας, τυραννίας, φετιχισμού, φόβου, ματαιοδοξίας -και άγνοιας.

Ο άντρας είναι το πολυκερματισμένο όν. Πάντα καταβυθίζεται, πάντα βουτάει εκεί, στην ανοιχτή πληγή. Στην κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Δουλικός και βλαμμένος. Κάνει αυτό τον τρελό πολιτισμό να μοιάζει με κρατήρα.

Όλα τα πεινασμένα, απεγνωσμένα πνεύματα που ξεφύτρωσαν απ’ τα αντρικά κορμιά ξεσηκώνοντας τους φτωχούς και τους καυλωμένους λύγισαν απ’ την άγρια κατάρα, τη βρισιά και την ηθική παράλυση.

Η ιστορία τού άντρα έχει τις ρίζες της στο μακελειό. Ο Ιησούς των εβραίων και των θρησκόληπτων σκλάβων ήταν άντρας. Ένας θεός σε απόγνωση, δηλαδή η απόγνωση του άντρα.

Αυτός που σταυρώθηκε απ’ τους άντρες γεννήτορές του μέσα σ’ έναν ήδη φθαρμένο και γυαλισμένο κόσμο, πεταμένο σαν το κρανίο ενός λεπρού στην έρημο της ανθρώπινης εγκατάλειψης.

Αυτός που δίδαξε την αγάπη που δεν διδάσκεται. Γιατί η αγάπη που σου δείχνει με το δάχτυλο ο ισχυρός ανήρ και ο τραγόμορφος κατηχητής μετατρέπεται σε χολή και ο ίδιος γίνεται μάστιγα και φραγγέλιο, απλώνοντας στην Αγορά όλων των συναντήσεών μας το πέπλο τού πένθους και της απαγόρευσης.

Κι είναι ο ισχυρός αυτός άντρας που έπλασε μέσα στους σκοτεινούς αιώνες τη γυναίκα. Το πιο βάναυσο απ’ τα υποδουλωμένα θηρία.

Ναι, βλέπω γυναίκες με χοντρούς εκδικητικούς πούτσους γύρω μου. Γυναίκες που ξέρασαν τα μουνιά τους απ’ το στόμα και άλλαξαν το φύλλο τους, γυναίκες σπουδαγμένες στην αντρική Κυριαρχία και την φθονερή μισανθρωπία τού « ἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων».

Γυναίκες που στέγνωσαν τη φύση τους στους κοινούς τόπους δουλείας με τον άντρα, ακούγοντας απ’ τα κοινωνικά μεγάφωνα ιαχές. Η ταχύτητα είναι εξουσία. Παίξτε το παιχνίδι. Κόψτε των παιδιών σας τα τσουτσουνάκια. Αντιστέκονται στον αέρα και την ταχύτητα. Στην αριστεία και στο κέρδος που σέρνει πίσω της. Παίξτε μανούλες το παιχνίδι των αντρών. The show must go on!

Rest in Peace

rest

Μόνο ένα πράγμα είναι τόσο ενθουσιαστικό σ’ αυτόν τον απαράμιλλα μάταιο κόσμο. Η επαφή με τις δυνατότητες του μυαλού.

Το αίσθημα της απέραντα σπλαχνικής ύπαρξής μας που διαπερνά τη συγκίνηση της γνώσης και φτάνει στη δράση. Εκεί που η ζωή και η συνείδηση ταυτίζονται απόλυτα κι λύκος κι η αρκούδα συμμετέχουν στο γίγνεσθαι όπως συμμετέχω κι εγώ.

Η σάρκα σας, Κυρίες μου, περιμένει πάντα σε μια υγρή ακτή από γέλιο και πόνο. Τον άρτο τον επιούσιο περιμένει και το σπασμό.

Θα με συντρέξετε εσείς ν’ απανθρακώσω τις λέξεις. Να βρω το νόημα που έχασα όπως η θλιμμένη κατσαρίδα βρίσει ένα αμύγδαλο και το μασουλά.

Είναι ο ουρανός που πρέπει να τον μάθουμε ψηλαφώντας με τα δάχτυλα την άοκνη απεραντοσύνη του και τ’ αποφάγια της χθεσινής νύχτας. Τους μετέωρους αστέρες που τυλίγω με το μαντηλάκι του θανάτου.

Ιδιότροπες πένες στο συμπαντικό μελανοδοχείο και λίγη σοκολάτα με κονιάκ για τη θλίψη που φτάνει στο μεδούλι.

Και διαβάζω με τα χείλη εσένα, θύελλα ζωντανό ζώο, ξέσπασμα της πιο χαζούλας ξανθιάς Αφροδίτης που κάνεις τη σκληρή μελλοντική γραφή μου αφρό πάνω στο στιλπνό δέρμα του κόσμου που ψάχνει το αληθινό του πρόσωπο.

Τα πάντα είναι στοιβαγμένα μέσα σε μια στιγμή. Όχι ένα άνυδρο πεδίο υγείας και ανέσεων, αλλά ένας γαλαξίας με γενναιόδωρα μεγαλιθικά μαστάρια που ταΐζει τις τρυφερές μας ψωλές για να σχηματίσουμε τον κόσμο μες στο μενεξεδένιο φως των άστρων, αναδίδοντας μιαν άγρια φιλήδονη φλόγα.

Ένα λυρισμό από αίμα και πύον.

Αγάπη για να συνάξεις τα κομμάτια των βασανισμένων, σφάζοντας μια για πάντα αυτό το ψευδόμενο μένος της αριστείας.

Κυρίες του καλού κόσμου και του παστρικού χαμού, στα πιο μύχια σωθικά σας εναπόθεσα την κακοφορμισμένη αισχρή φρίκη. Νόμους, κυβερνήσει, κώδικες, αρχές, τοτέμ, ταμπού, ορθοδοξίες.

Εγώ ξέρω σε πιο καθαρτήριο θα σας ξαναβρώ!

Κάτω απ’ τον ήλιο

venus

Στη γλωσσική μας δραστηριότητα υπάρχει μια παρόρμηση θανάτου, ή αλλιώς, μια σιωπηλή δύναμη η οποία διαρθρώνει τον παρορμητισμό μας προς έναν κώδικα κοινωνικώς αποδεκτό.

Οι μηχανισμοί αυτολογοκρισίας είναι δεμένοι στους τροχούς των αισθημάτων μας και στην τελειωτικά φθαρμένη μας φύση απ’ τον εκφυλισμό του σεξουαλικού ενστίχτου.

Οι αυτοαποκαλούμενοι ποιητές νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για το πώς θα αρέσουν κι όχι για το πώς θα ευχαριστήσουν ή για το πώς θα ευχαριστηθούν.

Η ηδονή αποστειρώθηκε με χειρουργικό τρόπο απ’ την ακαδημία και το κατεστημένο της βιομηχανίας του θεάματος.

Η καύλα θα εκφραστεί με αρλούμπες και θα πιαστεί στα δίχτυα μιας βίωσης αναμφισβήτητα αγχογόνου και καταθλιπτικής.

Οι λέξεις αντί να γίνουν πνοή για τα αγγελικά φλάουτα της συνουσίας και της βίας που έχουν ανάγκη τα κορμιά για να υπάρξουν, γίνονται φίμωτρα των συν-θλιμμένων και αποδιοπομπαίων ζωντανών.

Ο Βιτγκενστάιν τελειώνει το «Tructatus logico-philosophicus» με μιαν αντιδραστική αποστροφή που λέει: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει».

Όμως η επαναστατική σκέψη που μαθαίνει απ’ τη ζωή των μυρμηγκιών και των σκύλων, έχοντας μιαν άκρως φυσιοκρατική θέαση των πραγμάτων, λέει χωρίς περιστροφές: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς γι’ αυτά πρέπει να μιλάει».

Ο Βολταίρος μπορούσε να εκφράζει μερικές από τις πιο προχωρημένες ιδέες του στέλνοντας επιστολές στη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, τουτέστιν μιαν από τις πιο δυνητικές του αντιπάλους και φαντασιωτικές ή πραγματικές ενδεχομένως δημίους των απόψεών του και της ίδιας του της κεφαλής.

Ο Λένιν ανέπτυσσε εντατικές επαναστατικές δραστηριότητες στη Βέρνη της Ελβετίας, την πρωτεύουσα του διεθνούς καπιταλισμού, μέχρις ότου οι συνθήκες του επιτρέψουν δι’ ερυθρού τάπητος, να περάσει τα σύνορα της Φινλανδίας και να μετατρέψει την Αγία Πετρούπολη σε Λένινγκραντ.

Ο Αντρέας Εμπειρίκος κάτω απ’ τη μουσούδα του καθεστώτος των Σεφέρηδων έγραφε για ψωλίτσες και μουνάκια και παγκόσμια ερωτική δικαιοσύνη, χαράσσοντας πάνω στα φλεγόμενα όνειρα-που η σκουριά και η τεφρώδης άμμος του μεγάλου πολέμου κιτρίνιζε δια παντός-την ουτοπία του και την προσωπική του μυθολογία.

Και δεν πρέπει ακόμα να παραλείψω να πω, πως, τα πάντα σ’ αυτή την πόλη των ιδεών, της αποχαύνωσης και του καύσωνα, συμβάλουν στο να δώσουν στη λάμψη της κάτι το τόσο αισθησιακό ώστε, όταν περνούν απ’ τους πυρακτωμένους δρόμους τα κορίτσια, οι γυναίκες και τα θηλυκά, σαν κύκνοι που διασχίζουν τον αέρα, πολλές φορές βλέπουν τους πούτσους μας να σηκώνονται μες στα παντελόνια.

Η Χιονάτη τον Αύγουστο

xionati

Η γλώσσα που μιλάμε είναι η γλώσσα
της ύπαρξής μας. Ωστόσο η Χιονάτη
έκατσε στους εφτά νάνους για να την
οδηγήσουν στους εφτά ουρανούς.
Καθισμένη στα πόδια τους με μάτια
υγρά απ’ τα δάκρυα την έσφιγγαν και
τη φιλούσαν πίσω απ’ τα γόνατα και στο
μπούτι που ανάβλυζε γάλα και ωραία
λείψανα παραμυθιών που φιλονικούσαν
με την αιωνιότητα και τη συνουσία. Στην
αρχή περιορίστηκαν να της φιλούν τα
μάγουλα, τελικά όμως, μ’ ένα μεγάλο
σκίρτημα χαράς που δεν μπορούσαν να
τιθασεύσουν της άνοιξαν τα πόδια και
κόλλησαν τα χείλη τους στη σχισμή της
και στον κώλο της τον οποίο άρχισαν να
καταβροχθίζουν με μανία.

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα

strogila

Στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
Ένα ποίημα
για το ροχαλητό και τους απεγνωσμένους έρωτες
Ένα διάδημα ιδρώτα και αγωνίας
Η ζυγαριά και τα δεμένα μάτια της δικαιοσύνης
Κρύα πόδια και καυχησιά
Και καμιά χυσιά
Μονάχα η βαρεμάρα των έργων τους
Μια ζεστή ζωή για να τυλίξει τους κρύους κώλους
Και πως η ευωδιά από κολπικά γέλια και μαστούς
φυτρώνει στους κροτάφους μου

Μυρίζω τώρα, αυτό το ξερό ψωμί του Αυγούστου
Τους αγρούς με τα φρύγανα που ψήθηκαν
Το χώμα και τις πέτρες
Τους παραθεριστές μες στη γαλάζια κλινική του Αιγαίου
Λέπια και εντεράκια
από ξεσηκωμούς πολέμους ολοκαυτώματα

Θέλω να είμαι των παθών σας ο κακούργος ουρανός
Θέλω αλοιφή για τα σπυράκια
Και ξύγκι για τους Αγίους τόπους των φιλιών

Προσεύχομαι τώρα, μήτρα του μεσημεριού
στην αναμαλλιασμένη σου λυγεράδα
Στον χολερικό ιστό των ερώτων σου
Νωθρός σαν μουνόψειρα και φτωχούλης σαν ποντικός
Η καύλα πιλαλάει και ξεχύνεται
Παντού κορμιά βλασταίνουνε χαρούμενους στραγγαλισμούς
Χωρίς αλουμινόχαρτα και τάπερ

Κορμιά παντού και οι σφήκες γύρω
Ο θάνατος που τραγουδάει λυπημένος
και δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος
παρά στρογγυλά σαρκώδη δάχτυλα
κατά πάνω στις σχισμές της ψυχής

Τριβείον Ελαίου και Μούργας

trivion

-απόσπασμα –

Η σχισμή της ήτο έξαλλη και αινιγματική. Σχεδόν μια γεωμετρική πυράκτωση, που τα ούρα και οι τριχούλες αυτού του γλυπτού ερωτικού βούρκου, έμοιαζαν με σημείο σύμπτωσης της ζωής και του θανάτου.

Άμεσα αναγνωρίζω τη ζωή απ’ τις μυρουδιές της, χωρίς να υπάρχει μύηση ή φώτιση στο γυμνό ουρανό νιώθω την εσώτερη οδύνη και τη στύση μου να ψηλαφούν τις εσοχές και τα κειμήλια της αβύσσου.

Μέσα σε κείνη τη σχισμή είμαι ένα ον μοιρασμένο ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, ιδρωμένος δράκος ως το μεδούλι και ξαναμμένος, ένας μικρός θεός που όταν καθρεφτίζομαι στο μουνί της είμαι ο Μέγας Σατανάς αυτοπροσώπως και το πελώριο σεξουαλικό καντήλι που θα το σβήσει κάποτε το αεράκι της φθοράς.

Με σκέφτεται η σχισμή της κι ο κώλος της κοιμάται.

Αυτή η βλάσφημη τρύπα με το απέραντο σφρίγος της και τα λυρικά της τρυφερά μέρη γύρω απ’ το κρατήρα που τραντάζει τον κορμό της και με παροξυσμική παραφορά ταρακουνάει τον κόσμο ολόκληρο.

Αγάπη και μίσος, έλεος και οργή, αίμα και πύον. Σύνοδοι πλανητών και συνουσίες αδέσποτων σκύλων.

Τι είναι ο πόλεμος, η σφαγή, ο τρόμος όταν η νύχτα προβάλει πάνω στη μαύρη τσόχα της απεραντοσύνης την έκσταση μυριάδων ήλιων εκτυφλωτικών;

Και τι είναι το σάλιο που στάζει στον ύπνο μου και τα υγρά κι η ασυντόνιστος ρεύσις, αν όχι η ανάμνηση των σπειρωμάτων των άστρων που με εξώθησαν στη μουσούδα αυτής της σχισμής;

Αυτής της σχισμής που ακόμα κι όταν γίνει χαίνουσα πληγή, αποσχηματίζοντας την υγρασία του ερωτικού ενστίχτου, ακόμα κι αν δε γεννά τίποτε, παρά μόνο βατράχια, νυχτερίδες, σκότη και κατακλυσμούς.

Ωδή Στα Βυζιά

vdi

βυζιά γυμνά εξαίσια καταφύγια
στήθη ζεματιστά
σταθμοί αγρίων κορυδαλλών
φυλακισμένοι Διόσκουροι
βράχια
που πάνω σας χτυπούνε
οι γλώσσες σα χταπόδια

που πάνω σας χειροτονούμε
το φαλλό

βυζιά με τα χαντάκια σας
με τις υγρές χαράδρες σας
βυζιά
που σας ασπάζεται
το χώμα της πατρίδας

βυζιά θεσπέσια που μας τυφλώνετε
φανάρια αδυσώπητα
του τριαξονικού
του λυσσασμένου Scania
του πειραγμένου
που έρχεται
βολίδα καταπάνω μας

ρόγες που μας καρφώνετε
λόχμες
που μας βγάζετε τα μάτια
τινάζεται ο πλόκαμος
κραυγάζει ο φαλλός μας
σα γιαταγάνι που πετά
πυρακτωμένες σπίθες

κι από τον τάφο μου θα βγώ
κι από τα χίλια άστρα
πίσω θα γυρίσω
κι απ’ τα λυγρά σκουλήκια
θα ξεφύγω
για νάρθω πάλι ψαύοντας με τα δάχτυλα
τους χτύπους της καρδιάς
τα φλογερά εσάς βυζιά
να με κατασπαράξουν

βυζιά λαχταριστά
που έλκετε
προσκυνητές εις το γκρεμνό
καθώς τα χείλη κορασίδας
πιπιλίζουν το λυκόφως
ωσάν γρανίτα φράουλα
καθώς ψυχορραγεί και στάζει
σαν τους τυφλούς που κατεβαίνουνε
στον Άδη τους μονάχοι
σαν τους αθίγγανους που η σάρκα τους
φεγγοβολάει
χίλια αναμμένα κάρβουνα

Terra Nuova

εμπειρικος-

στον Νάνο Βαλαωρίτη

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν, τις αλαβάστρινες πύλες της, διάφανες στο φως του ήλιου, τους κοραλλένιους της κίονες και τις γυάλινες κόγχες της, σαν ενυδρεία όπου κολυμπούν σκιές χορευτριών με τ’ ασημένια λέπια τους.

Βρήκε αθώα κοριτσάκια σε σχήμα μέδουσας και τυφλούς εραστές κάτω απ’ τις φούστες να ψάχνουν στ’ απόκοσμα ανάκτορα τη ρωγμή στη μέση του ματιού.

Βρήκε χρυσόδετα λεξικά της αρχαιότητος γεμάτα κώλους, βυζιά και μουνάκια.

Βρήκε στρατηγούς να μαλακίζονται με πτώματα και υγρά αγόρια να γαμούν τη μαμά τους.

Βρήκε επαύλεις Ρωμαίων και σκακιέρες με σπλήνες και συκώτια και σκατό με αίμα.

Βρήκε κυρίες της αυλής να ρουφάνε το τσάι τους στα σκοτεινά σπήλαια του οισοφάγου, όπως ρουφούσαν οι δούλες στις αποικίες το σπέρμα των γονιών τους.

Βρήκε ξύλα και βίδες για να φτιάξει την κιβωτό της λαγνείας και το πλοίο που θα μεταφέρει την άπληστη λειτουργία του γαμησιού στην αγκαλιά του θεού.

Βρήκε μαγνήτες για τις ερωτικές πυξίδες που οδηγούν τους αθώους στις αλμυρές Πλειάδες και βρήκε χείλη γυναικών δίθυρα, σχισμένα στα δύο σαν τους βολβούς που γλείφουν οι καυλωμένοι χοίροι στις Ακαρνανικές ακτές.

Βρήκε εικονίσματα του Στάλιν να τα κρατούν οι τρομαγμένοι σφιχτά για να περάσουν το βάλτο που οδηγεί στις στέπες.

Βρήκε το διάολο μες στις κοιλιές των γυναικών που ανακάτευαν τα χύσια των βιαστών τους όπως ο χτίστης ανακατώνει το γαρμπίλι του.

Βρήκε όλων των ειδών τα εγκλήματα κι ανακάλυψε πως κανείς άλλος δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνο εκείνοι που αγαπάμε.

Περνώντας το ποτάμι, ο Άγιος Αντρέας ο Εμπειρίκος, διαβαίνοντας το διάσελο, βρήκε ξαφνικά μπροστά του την πόλη Ελμπασάν και κατάλαβε κιόλας ότι πόλεις σαν κι αυτή έχουν και την ανάποδη όψη τους, που τη λεν Ουτοπία και παλαιόθεν Νεόκαστρον και Νόβιγκραντ και Terra Nuova.

Ερωτοτροφείον

erototrofion

Photo by Rimaldas Viksraitis

Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Οι ιστορίες που πιστεύουμε
είναι οι ιστορίες που φτιάχνουμε το πρωί
σκαλίζοντας τις στάχτες σου
Η κουζίνα μου βρίσκεται μέσα στην τρυφερή σου καρδιά
Η καρδιά σου
ακούει βραχνούς κόκορες να λαλούν στο σκοτάδι

Κόβω μια φέτα καρπούζι
και βλέπω τα χείλη και τα φρύδια σου
Τα μαύρα κουκούτσια σφηνωμένα
στο ζαχαρώδες κόκκινο κορμάκι σου
Τον ήλιο κρυμμένο ανάμεσα στις φασολιές και τα κολοκύθια
Τις κότες να περιμένουν τ’ αποφάγια τους
Τα παιδιά μου παρατημένα στους αγρούς
να τους φέρω χρυσά κέρματα με σοκολάτα
Τη γυναίκα μου
όμορφη σαν το υγρό μάτι της αγρύπνιας
να αναιρεί τη χαζή ανταρσία μου
να γράφω ποίηση
να θυσιάζω κατσίκες και τράγους για τοπικές Αγίες
να βγάζω λίγα λεφτά
ίσα ίσα για τις φακές
και το φόρο για τους αποικιοκράτες

Μπορεί να είμαι ο τρελός του χωριού
Μπορεί να είμαι ένας χαζός
που κρατά δυο κλωστές και δυο λέξεις
Μια μαύρη και μια λευκή
Μια μέρα και μια νύχτα
Περιμένοντας την αυγή για να τις ξεχωρίσω

Κοιτάζουμε τώρα ο ένας τον άλλο
χωρίς να βρίσκουμε λέξεις για τη δυστυχία που μας ενώνει
Είμαι ακόμα θαμμένος στην καρδιά σου
Ω νύχτα-Ya lail-
με το καλαμένιο σου φλάουτο!
Δεν ξέρω πια να αγαπώ
Ή μάλλον ξέχασα

Ο Αύγουστος και η Αυγούστα

august

Ας επανέλθουμε όμως στον μήνα Αύγουστο. Δεν εμπεριέχει άραγε μια ενδόμυχη ένδειξη αυτάρεσκης επαφής με τη σωματική μας ταυτότητα! Με τη γύμνια μας, ίσως, σε όλη την κλίμακα των πτήσεών της.

Κάνοντας τον ιερόσυλο σκεπτικισμό του φόβου τριμμένη πλαστική σακούλα υπό του καύσωνος τις μαγγανείες, τη φιλοσοφία και την ηθική ντροπαλές γεροντοκόρες που τρυπώνουν στις βίβλους των παντοειδών αδιεξόδων!

Πώς να μιλήσει ο λόγος εκεί που δεν μπορεί να πει πια τίποτε κανείς και πώς να ασκήσει την εξουσία της η ηθική εκεί όπου το σώμα δραπετεύει απ’ όλες τις προπατορικές κατηγορίες, υπακούοντας μονάχα στην ολοσχερή δαπάνη του;

Ετούτο το ακραίο όριο της φύσης μας πηγαίνει στις ακρότητες με τον πιο απόλυτο τρόπο.

Η άμμος και το πυρωμένο χώμα φουρνίζουν τη διάθεσή μας για τρυφερότητα. Θάνατος μαζί και αδυναμία θανάτου. Πλάσματα της ερήμου που γινόμαστε ένα με τη διάθεση του ήλιου και την ταντρική μας όσφρηση που ξαγρυπνά στο ερωτικό σαφάρι.

Στη σεξουαλική μας θρησκεία που αποκαλύπτεται επωάζοντας μες στα κορμιά την επικράτηση των αντίθετων δυνατοτήτων, που είναι οι δυνατότητες της ιεράς πορνείας, δηλαδή της ακατάσχετης προσφοράς μέχρις εσχάτων, μέχρι εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων που υπάρχουν μέσα μας για να ξοδεύονται ακατάσχετα.

Καυλώνουμε, τα ερωτικά μας όργανα δεν γονιμοποιούν αλλά πλάθουν και με αυτή την υπέροχα ζωώδη τους ορμή αλληλοσυγχαίρονται για το σμίξιμό τους.

Τρίψιμο, χάιδεμα, άγγιγμα. Νευρικές λειτουργίες που οδηγούν στο σπασμό ή τον οργασμό.

Πλάσματα που για να ολοκληρωθούμε πρέπει να δείξουμε ασμένως αυτό που είμαστε, εν ολίγοις να αυτοκαθοριστούμε.

Μπορεί άραγε κάτι άλλο έξω απ’ την ερωτική καθαρότητα να μας κάνει να συλλάβουμε την ταυτότητά μας, να την απαλλάξει από καθετί αλλότριο, να την καθαρίσει και να την ξεσκουριάσει;

Αυτός ο μήνας της παραβίασης των ορίων και των οργίλων μουγκρητών, των διαβόλων που τρώνε τα σύκα καβαλώντας τα μπράτσα της συκιάς που καταράστηκε ο άγαμος κύρης του σύμπαντος, είναι ο μήνας που οι αδένες μας καταβροχθίζουν νέκταρ απ’ τα ερωτικά καρδιοχτύπια για να αντέξουν τους καρκίνους της χειμερίας νάρκης του κορμιού που επιτάσσουν η κοινωνικότητα και η ντροπαλοσύνη του υλικού κόσμου που μας καταδυναστεύει με τα εξουσιαστικά του σύμβολα και τα ερείσματά τους.

Τώρα όμως, είναι τα εκκρίματα αυτά που μας αναλογούν.

Το δέρμα και τα κόκκαλα που διαλύονται απορροφώμενα μέσα σε όρχεις έτοιμους να εκραγούν.

Μια χρυσαλίδα προσκολλημένη σ’ ένα τεράστιο φαλλό με μια γιρλάντα από ηβικό τρίχωμα που όλο σφίγγει το ζεστό λαιμό του καλοκαιριού.

Ο Αύγουστος πριν ξεψυχήσει μες στο εξουθενωτικό παιχνίδι των αμοιβαίων καταχρήσεων θα μας χαρίσει κάτι απ’ την τερατωδία του.

Tο μουσείο των Xαμένων Eιδών

nioy

Θα ιδρύσουμε το μουσείο των χαμένων ειδών.
Είσοδος ελεύθερη. Το νόμισμα εδώ θα είναι
η ικανότητα να αντέχεις τον πόνο και τη θλίψη
να παρατηρείς τον αφανισμό σου. Όρνεα με
ψυχρό αίμα θα παίζουν τρελά με χελώνες.
Σαύρες τρυφερές σαν κουταβάκια. Υβρίδια
από λεμούριο και χταπόδι μέσα σε ήρεμους
πράσινους στροβίλους και δίνες. Άρχοντες
του πολέμου θα ξεπετάγονται. Προφήτες που
επέζησαν από την ασθένεια μεγαλομανίας
του Χριστού, θα κερδίζουν οπαδούς και θα
κηρύσσουν ιερούς πολέμους ενάντια σε άλλους
προφήτες και στον άπιστο πληθυσμό. Μαύρες
γυναίκες θα σπάνε τις κόνιδες πάνω στο τρυφερό
τους χνούδι. Θα σηκώνουν τα φουστάνια για να
δείξουν το βαθύ ετούτο ρόγχο του πρωτόπλαστου.
Τους βολβούς των ματιών όσων στοχάστηκαν
βασκανίες και οργασμούς, αμολημένοι γύρω
απ’ το φεγγάρι. Χορεύοντας το χορό της χαοσύνης
ακούγοντας τη μεγάλη μαύρη τρύπα του σύμπαντος
να κλάνει νέα είδη και νέες υπάρξεις, αψηλάφητες
ακόμα απ’ τα σκοτεινά δάχτυλα της γενετήσιας ορμής.

Παίγνια ερωτικής νυκτός

The Kiss 1967 by Pablo Picasso 1881-1973

Βλέπω την καταιγίδα από σάλια να έρχεται
Μια ζωή απερίγραπτα βρόμικη
έχει τη μυρουδιά από κάτουρα ανεκπλήρωτων ερώτων
Συντάγματα ηδονής και πόνου
Μυρουδιά του μπαρουτιού και μυρουδιά του κώλου
Υπήρξα δειλός καθώς έγδερνα με τα νύχια την ομορφιά σου
Τα χέρια ιδρωμένα τόσο
όσο να βρει κανείς τη λαγνεία της παιδικής ηλικίας
και να πιέσει τη σκανδάλη
να σκοτώσει με το δάχτυλο
η πυρωμένη κλειτορίς
τη φτιασιδωμένη θλίψη στα γυναικεία κρεβάτια
Αχ! νύφες με τρίχες σάρκα και λίπος
Γιατί τα δέκα μικρά σας δάχτυλα είναι και δικά μου
Σας καθοδηγώ τώρα στη ευτυχία
Βλαμμένα κορίτσια
Πληγωμένα από εραστές πους σας χάιδεψαν στα σκοτάδια
Να! δείτε τη μεγαλόπρεπη τρυφερότητά μου
Το βίο μου που τον αφιέρωσα στην πορδή σας
Μονάχος στο καλυβάκι του πόθου
Με τη θηλιά του οργασμού γύρω απ’ το λαιμό μου
Ω! ελάτε να με λυτρώσετε
Κλωτσήστε την καρέκλα κάτω απ’ τα πόδια μου
Θα βρείτε το σημείωμα του αυτόχειρα
στα ετοιμόλογα χείλη του μουνιού σας
Γύρη σκορπισμένη στο ξύγκι του αφαλού
Και σπερματόσπορο παντού

Θεογονία του Νότου

rto

pixography: Apollonia Saintclair

Είμαστε παιδιά του Νότου και της ντροπής
Από γεννησιμιού νοτισμένα όντα, υγρά
Η γη είναι η μητέρα μας
κι ο πατριός μας ράθυμο καναρίνι μέσα στην κάπνα
Χλωμά αρνάκια του εσταυρωμένου
ανεβαίνουν τα δύσβατα μονοπάτια
Θέλω μια νέγρα να μασουλήσω τα στήθια της
σαν ξεδιάντροπος πίθηκος
Θέλω για δόλωμα την ψυχή ενός γουρουνιού
Σβουνιές και γέλια στα μουστάκια των φίλων
Οι εχθροί καρακάξες πέρα στους πέρα κάμπους
Κι ο δαίμονάς μου γουργουρίζει ορφανός
Έχω καρδούλα φιλάργυρη σαν αχόρταγο έμβρυο
Μαύρα έντομα περιμένουν το θάνατο να βγει απ’ το λαρύγγι μου
Σε θέλω
Σε θέλω την ώρα που βγάζεις τη φούστα
Και πέφτει γυμνό μες στο πηγάδι το κολπικό σου φιλί
Και το ρουφάει το φίδι των αποκομισμένων νέγρικων σπλάχνων μου

The Sperm Harvesters

sperma

Lydia Holmes, The Sperm Harvesters, 2012. Graphite on paper, 51 x 55 cm.

Συνήθως, μετά την καταδίκη της δωδεκαετούς σχολικής εκπαιδεύσεως βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς.

Ασφαλώς μερικοί δραπετεύουν πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής. Ο στόχος πάντα είναι το φευγιό απ’ το σπίτι.

Όσοι έμειναν στα σπίτια τους-μεταφορικώς και κυριολεκτικώς-γερασμένοι πρόωρα από μια γενική και υποχρεωτική απολιθωμένη μόρφωση, που τους απορρόφησε πλήρως, δεν βρήκαν το χρόνο και το χώρο να μάθουν ενδελεχώς τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο σώμα τους κι απέναντι στο σώμα του άλλου.

Ασχολήθηκαν με τον κοινωνικό πόλεμο και τον θυμό και τις πομφόλυγες της οικογενειακής άρρωστης συνύπαρξης.

Έμαθαν από νωρίς να αγωνίζονται, δηλαδή να συναγωνίζονται και να ιδροκοπούν σε άθλιες δουλειές ή χρυσοποίκιλτα κάτεργα, ευνοώντας μέσα τους την ανάπτυξη του σαδισμού που είναι ο χειρότερος εχθρός του ερωτισμού.

Βουτηγμένοι μέσα στη λογική του πολέμου μαθαίνουν εύκολα να καθαρίζουν ένα πολυβόλο ή να λύνουν ένα μυδραλιοβόλο.

Κι αν κάποιος δυστυχής συγγραφέας τούς περιγράψει με λεπτομέρειες τις καμπύλες των γοφών μιας κυράς ή το μοναδικό εξαίσιο μουνί της, αποκαλύπτοντας συνάμα κάποιες ενδιαφέρουσες και δελεαστικές ιδιαιτερότητες της παρορμητικής ανατομίας του, τότε θα τον πάρουν απ’ τα μούτρα και θα του επιτεθούν.

Τα αρχιδάκια και τα μουνάκια είναι καταδικαστέα. Ο λαός μπορεί να χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητα μονάχα ως εκτόνωση μέσα στο ιδιωτικό του ενδιαίτημα, αλλά όχι ως πράξη ζωής και έκφρασης.

Γνωρίζω ανθρώπους που βρίσκονται στα πρόθυρα κύρωσης του ήπατος απ’ το άφθονο καθημερνό αλκοόλ γιατί δυσκολεύονται να δραπετεύσουν απ’ το μαντρί της μονογαμικής τους θαλπωρής που τους επέβαλε η θεοκρατία.

Κι άλλους που κάνουν τζούντο, βάδην, δίζυγο, κολύμπι, μόνο και μόνο για να εξαναγκάσουν το σώμα τους να ξεχάσει το γαμήσι.

Με την ηθική που επιβάλει στον άνθρωπο να υπηρετεί την παραγωγή-κι όχι στην παραγωγή να υπηρετεί τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την αξιοπρέπειά του.

Με τις θρησκείες- που το πρώτο μέλημά τους είναι πως θα φασκιώσουν τον άνθρωπο-το σώμα έχει χάσει την ιερότητά του.

Η κοινωνία του θεάματος και της υπεραξίας του ανθρώπινου κόπου, έχει δεσμεύσει το σώμα στις δικές της αναγκαιότητες.

Το σώμα προστατεύεται και αποστειρώνεται, αποκλείεται απ’ τους κινδύνους της σεξουαλικής παγανιάς με τελικό προορισμό τον ακρωτηριασμό του και τη μετατροπή του σε μια ενσαρκωμένη ανοησία που παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Ψυχολόγοι και κρίσεις πανικού και ψυχίατροι και χάπια και αλκοόλ και πρέζα νόμιμη και παστρικιά.

Κι όλα αυτά για να σπρώξει, κάτω απ’ το χαλί της πραγματικότητας, με το σκουπάκι της βιομηχανικής χημείας και της παντοδύναμης ψευτοεπιστήμης της ψυχής όλες τις σφοδρές λειτουργίες του σώματος.

Το χύσιμο του αίματος, του σπέρματος, των ούρων, των δακρύων, των σάλιων. Το λυγμό και το ερωτικό μουγκρητό. Το ουρλιαχτό, την παράκληση, τους χτύπους της καρδιάς, τις στύσεις και τα ξέφρενα χτυπήματα. Τις αισθήσεις και τις λιποθυμίες, τα δαγκώματα και τους τραυματισμούς, τα ερωτόλογα και τις βρισιές. Την ερωτική πράξη και τη φρενίτιδα των εντάσεων της καύλας.

Μια τακτοποιημένη, μετρημένη και σιγουρεμένη ζωή σε βολεύει πάντα σε κάποιο αυτοματισμό του μυαλού και του σώματος.

Γίνεσαι μοιραία ένα εκφυλισμένο πλάσμα που λογαριάζει τον ερωτισμό με όρους συμφέροντος, μη τολμώντας το παραμικρό μετέωρο βήμα στα ερωτικά σπλάχνα του κόσμου που ξεδιπλώνεται γύρω σου.

Περιορίζεσαι φιλάρεσκα σε ρητορείες και διακηρύξεις, που είναι η χειρότερη μορφή σεξουαλικού και πνευματικού θανάτου.

Κι ύστερα ξεπέφτεις στην αγχωμένη μαλακία και στο αγχωμένο γαμήσι και σε μια ευχαρίστηση του καθήκοντος, εγκεκριμένη απ’ την Κακαδημία Αθηνών και την Μητρόπολη των Τράγων.

Πρόσκληση σε γεύμα

8022351215_9e527c90c6_b

Διατί δεν περνάτε απ’ τα μέρη μας
να σας φιλέψουμε μπομπότα;
Ο καθείς βρίσκει το βάρος της ψυχής του όταν χορτάσει.
Εάν απόψεις διαθέτετε και κύρος
εβάλτε τα στο μελανιασμένο σας κωλίον.
Οι μύγες εδώ του βασιλείου μου
είναι κορίτσια της παντρειάς. Τώρα
αλήθεια καθρεφτίζομαι σε ευωδιές της ωμοπλάτης,
σβουνιές από λυσσασμένους πρωκτούς.
Τώρα αλήθεια σας λέω χωρίς να είμαι ειλικρινής.
Ειλικρίνεια δεν διαθέτω αλλιώς δεν θα έγραφα γρι
και οι εφιάλτες αλλόφρονες θα διάβαιναν στα έντερά μου
και στα δάχτυλα μου που εξόχως εξυμνούν
τα μυστικά περάσματα από έρωτα σε έρωτα.
Από τρύπα σε τρύπα, βιασμούς γλυκούς
στο καταχρυσωμένο της ποίησης τοπίο.
Βλέπω στον καθρέφτη μου το δράκο.
Περάστε απ’ τα μέρη μου να σας φιλέψω
ανάσα φλογερή απ’ τα έγκατα.
Στίχους ψημένους καλά στο λίπος τους.
Αν πιστέψετε πως δεν υπάρχει ελπίδα θα σωθείτε.

Ο σκύλος που κατουράει το γρασίδι του γκολφ

skilos

Υπάρχει ένας σκύλος ο οποίος τυχαίνει να διαθέτει τη μαγική ιδιαιτερότητα να αντλεί από κάθε πηγή, ακόμα κι απ’ τη δίψα του.

Κι είναι αλήθεια πως αυτός ο σκύλος έχει μια προτίμηση προς το παράλογο και το ακραίο. Το περίεργο, το ασυνήθιστο, το απαγορευμένο.

Είναι αισθησιακός και νοητικός. Σχεδόν αλυσοδεμένος στη βουλησιαρχία των παθών του, αλλά οι αλυσίδες του είναι τα σύρματα της πλήξης όσων τον εκδίωξαν απ’ την κατοικίδια μοναξιά στην αδέσποτη χαρά της τυχαίας συναναστροφής.

Γαυγίζει όταν οσφραίνεται γύρω του τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, αναμιγνύοντας με όση αναισχυντία διακρίνει ένα τετράποδο του δρόμου, τον Έρωτα με τον Θάνατο.

Ψηλαφεί και χαϊδεύει και χαϊδεύεται. Δεν έχει σκύλα δική του, ιδιοκτησία, συγγενείς και έρωτα ενταγμένο στους κώδικες της αναπαραγωγής. Αν συναντήσει στο δρόμο του ένα αδέσποτο μουνί θα το μυρίσει έως παροξυσμού με όλη τη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό και τη λαγνεία. Στο λεσβιασμό, στο βίτσιο, στη διαστροφή.

Τρώει όταν έχει όρεξη και κοιμάται όταν νυστάζει. Τρώει όταν βρίσκει να φάει και κοιμάται όταν χορταίνει απ’ τις φιλοζωίες και τις κλοπές.

Ο σκύλος αυτός κατάφερε να βρει την τρύπα στο φράχτη του πλούτου.

Τις νύχτες τρυπώνει εκεί ψάχνοντας στα σκουπίδια τους κόκαλα με πολύ κρέας και μεζέδες απείραχτους.

Απ’ τους ζεστούς λασπωμένους λάκκους πίνει νερό κι ευχαριστιέται το τρίψιμο και το κατούρημα στο γρασίδι του γκολφ.

Περιαυτολογίες για το Σώμα

soma

Σώμα μόνο και γυμνό
Πάλι μου έδειξες και πάλι είδα
τον τραγανό λυγμό στο λαιμό σου
τους ώμους που ανθούν και κλαίνε
τους νευρικούς κύκλωπες που έφυγαν στην επαρχία
Σώμα σπάω αυγά για σένα
Ετοιμάζω την ομελέτα για τα γαστρικά σου υγρά
Σώμα ξεχάσου σε μπάνια γάλακτος και αμνησίες
Σώμα δίχως ρούχα
Ο ζηλιάρης ήλιος θα φτάσει στις πιο απόκοσμες σχισμές
Μονάχα τα καθρεφτάκια των κολπικών υγρών
θα σπάσει το κύμα της ηδονής
Κι όλα αλαφρωμένα μετά
Για πάντα

Άγρια είναι η ύπαρξη

kooning

Τόση φύση απονενοημένη
όλο ψύχρα και εκατόμβες
Μύγες και χωράφια και θάλασσα
Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας
Ανέσπερος από ηλικία
Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί
γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση
Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο

Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι
κι ούτε που ακούω τα καμώματα της ψωλής μου-απόψε-
μόνο της πεινασμένης μοναξιάς μου
το ιερό γουργουρητό

Έργα και ημέρες των ατίθασων κοριτσιών

erga

Όλα τα περιστατικά εναντίον μας
Κάτω απ’ τη νυχτικιά σου διακρίνω
το βλέμμα των δεκαέξι χρόνων σου
σφιχτό και στρογγυλεμένο
Παλεύω την εκφυλισμένη ζέβρα του νόμου
Κόλλες άδειες ριγωτές και τεθωρακισμένα
Της καμπούρας γριάς υπεραξίας τη φρεσκάδα
Τη μάχη της ηδονής με την κοιλιά
Το χλομό λογχισμένο αστεράκι
Ω Μάτι του προσκυνητή που το μασουλά ο ήλιος
Αιδοίο λιωμένο στα νυχτερινά του σάλια
Να, παραμονεύει η ομορφούλα το ψωλόχυμα
Τόση στύση αρσενικοθήλυκη
Λίγο άγουρη οργή γεμάτη χύσι και αίμα
Να, παραμονεύει το άδειο φωτισμένο παράθυρο
Μια τετράγωνη τρύπα που διαπερνά τη θεοσκότεινη νύχτα
Ξανοίγοντας στα ρημαγμένα μάτια μας
ένα κόσμο πλασμένο από κεραυνό και λυκαυγές

Anatomy of love Ή πρόχειρο σχεδίασμα θανατογραφίας

anatomy of love

Την τριχωτή τους τρυφερότητα
απολαμβάνουν απόψε οι γραφειοκράτες
Η γλώσσα τους πάντα στα δόντια του θηρίου
-Γαϊδουράκια αλλήθωρα από μανιώδη γαλήνη-
Στη θέση της καρδιάς φύση παχύδερμη παραχαϊδεμένη
Λόξυγκες από βυζάκια αέρας κοπανιστός
Ξαπλώνω μπρούμυτα και χαϊδολογιέμαι
Ότι γράφεται, λέει, κοιτάξτε με μονάχα απ’ την κλειδαρότρυπα
Λίγδα γλυκιά στων ετοιμοθάνατων τον ιδρώτα
Και τα πουλιά στα δόντια της γάτας
Στην καρδιά χτυπημένα και στις σάπιες φτερούγες
Ξυλιασμένα απ’ το κρύο σπέρμα της χαοσύνης
κι απ’ τον αφρώδη φόβο της πτώσης
Παχύ καθρεφτισμένο κήτος στα μεγάλα δάχτυλα της σιωπής
Μετρώντας νεκρούς στα ανάπηρα ροχαλητά τους
Μαύρες πουτάνες του πυρακτωμένου μυαλού
Μουνιά που τηγανίζουν τη φαλακρή θλίψη
Σβησμένα σε γαλλική σαμπάνια και παστρικό κλύσμα
Τις μωρουδίσιες μέλισσες με το θολωμένο μάτι
Σωριάζοντας δαντελωτή γύρη στον ερημότοπο
Κάτουρα του θεού στη σιωπή της νύχτας με τις ανοιχτές γάμπες
Αγάπη στα μπούτια
Πριν το φεγγάρι σκίσει τη φούστα του ουρανού
Ξηλώνοντας την ατέλειωτη νύχτα απ’ το γέλιο του τρελού
Τους άντρες αφήνοντας στο κλουβί τους
Νευρικούς λόγιους με ξιπασμένα χείλη
Αίμα των γάμων στα κρυφά νυφικά της νύχτας
Κοιτάζοντας πως ροκανίζουν ευπρέπεια
Σύζυγοι που εξαγοράζουν τις πενιχρές τους ατασθαλίες με υποταγή
Θάνατοι και μύγες που ξαλαφρώνουν
μες στο μαύρο ρουθούνι του δαίμονα

Voyage Privé

boyagiaz

Δουλεύουμε ή εργαζόμαστε για να καταφέρουμε να αποκτήσουμε μονάδες εξαργύρωσης κόπου και μόχθου ώστε να χαρούμε τον αχαρτογράφητο χωροχρόνο της τεμπελιάς.

Για να κατακτήσουμε όλο και περισσότερο χρόνο ελευθερίας, δηλαδή μια πιο ερωτική ζωή, αφού εμείς θα είμαστε οι κύριοί της και όχι το ωράριο, η κοινωνία, ο καπιταλιστής, το καθήκον.

Η έκφραση Εργασία και Χαρά είναι επιλεγμένη με άκρα δολιότητα και υστεροβουλία με σκοπό να μας οδηγεί κάθε φορά ανώδυνα σ’ έναν απογοητευτικό βίο. Σ’ έναν βίο δίχως τεμπελιά.

Διότι, αν χαθεί η χαρά απ’ την αγκαλιά της τεμπελιάς και τρυπώσει στην αγκαλιά της εργασίας το εκφυλισμένο νέο είδος θα κάνει στο μέλλον τα γενέθλιά του σε ψυχιατρικές κλινικές.

Η ταλαιπωρία του σώματος και του μυαλού επί οχταώρου και βάλε, είχε πάντοτε κάτι το άσεμνο και το προγραμματικά δουλικό.

Η προγραμματισμένη δουλεία της εργασίας είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φύση που αν καταντήσει να ψάχνει το νόημα αποκλειστικά και μόνο στην εργασία θα χάσει το νόημα της ζωής.

Η τεμπελιά δεν αναγνωρίζει αποστάσεις από την ευχαρίστηση της ζωής αλλά προικίζει την έλκουσα μάζα των νέων στιγμών με δύναμη και ομορφιά.

Φανερώνει την βουβή κλεψύδρα του χρόνου και μαζί της την έσχατη ωχρότητα των διωγμένων εικόνων που ανακαλεί η μνήμη.

Το χρήμα δεν είναι παρά μια επιταγή εξαργύρωσης στιγμών τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα διαθέτεις τόσο περισσότερο χαίρεσαι την ευδαιμονία της χαλαρής ζωής.

Οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι τάξεις, είναι αποτέλεσμα της σφοδρής ανάγκης της ανθρώπινης φύσης για τεμπελιά. Μα πάντα κάποιοι απαιτούσαν το δικαίωμα στην τεμπελιά αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς.

Το κατώτερο είδος-δηλαδή οι άνθρωποι της δουλειάς και της εργασίας-δεν έχει δικαιώματα πάνω στην τεμπελιά. Η τεμπελιά του είναι ανάλογη της περίσσιας που επιτρέπει η μισθωτή σκλαβιά ή το κρατικό επίδομα ελεημοσύνης.

Η συσσώρευση πλούτου ως εγγύηση τεμπελιάς για το μέλλον πέρασε από τα παλάτια στις φτωχές κάμαρες και στα κουζινάκια που παλεύουν μέρα παρά μέρα με την πείνα.

Ο φτωχός αποταμιεύει για να τεμπελιάσει κάποτε στο μέλλον. Ο πλούσιος ζει απ’ τη σπατάλη και τις αποταμιεύσεις των φτωχών, ο πλούσιος έχει κάνει σπουδή την τεμπελιά.

Ο πλούσιος δεν τρώει σε φαστ φούντ και δεν γαμεί αγχωμένος και δεν στριμώχνεται ιδρωμένος σε άθλια ρούμς του λετ εκτίοντας την ποινή των διακοπών.

Η μεγάλη επανάσταση των φτωχών ήταν πάντα η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα κορμιά των πλουσίων.

Η κλοπή όλων όσων οφείλει να δώσει στον εαυτό του ένα ανθρώπινο πλάσμα που πατάει το χώμα αυτού του πλανήτη. Διότι μόνο η κλοπή της τεμπελιάς απ’ τα σεντούκια όσων την κατέχουν θα ενορχηστρώσει τους κραδασμούς της ανθρώπινης ύπαρξης με το σύμπαν, κάνοντας εμάς, τα πλάσματα από εκκρίσεις αστρικής ύλης, να εργαζόμαστε πυρετωδώς πάνω σε μια παρτιτούρα αποσιωπημένης αρμονίας.

Η Οδός Καρυωτάκη Στην Πρέβεζα

kariot

Κάθετη στο λιμάνι εκεί που έδενε η γραμμή
Πρέβεζα-Άκτιο. Κι ο Κώστας δεν ήτο Ζορμπάς
αλλά υπάλληλος. Εφέγγριζε εκεί γυρνώντας
απ’ τις βόλτες. Έχοντας υπό μάλης αλληλογραφία
σκότους. Λαμπρά στοχαστικός και αμφίρροπος.
Να ασκητέψει πήγαινε. Είρων, χλευαστικός
όχι σεμνός και φαύλος νοικοκύρης. Ηδονιστής
της παρακμής. Όχι ακροκέραμο, τέκνο της
παλιγγενεσίας, μα μπουρδελιάρης, πετεινός
ακροτελεύτιος του Αμβρακικού. Εκδότης κάποιας
Γάμπας. Τέτοιος που έβγαζε θειάφι απ’ τα χάδια του.
Τέτοιος που αχόρταγος υπήρξε με τις λέξεις. Πάντα
απ’ τη χλομάδα μιας Μαρίας νικημένος. Πάντα
κομούνι αγύριστο σ’ αιώνιους άμμους ψηλαφώντας
άνθη λευκά του πρωινού και συριγμό αβύσσου.

Φυσιολατρικόν

fisiola

Τρέχει ποτάμι ο ιδρώτας μου
Η νύχτα υγρή κι απληροφόρητη
Αγαπητή μου ο λαός κλούβιασε
Κουβάρια βιασμών στις γωνιές της τρέλας
Κοριτσάκια μαλλιαρά κι ανύποπτα
Υμνούν τα γερασμένα σπλάχνα των γονιών τους
Μου γράφουν πώς να τις βοσκήσω
Ο κώλος τους πεινασμένος και στοχαστικός
Μάτια αυτιά δόντια μηνίγγια
Όλα τραγανά και ξεχαρβαλωμένα
Θέλουν να δοκιμάσουν το μέλι του γάμου
Τα ερωτικά σκαθάρια τους στη σκιερή ωχράδα του φιλιού
Όλο σάλια και νοστιμιές
Της παρθενίας τον υμέναιο να κάψουν
μαζί με φούστες κάλτσες και σουτιέν
Βρακάκια δίχτυα έσχατα φρύγανα ονειρώξεων
Αυτά τα κομματάκια ευσπλαχνικού χυμού
Αυτά της νεροφίδας τα καμώματα καθώς γλιστρά
σ’ ένα λιμνίσιο ύπνο
γεμάτο ατέλειωτους οργασμούς

Δαγκωνιές και λέξεις μάγου

odini

Αφού σε προκαλούν τα μυστικά μου
και το άρωμα ετούτο της ψυχής που λυσσομανάει
Αφού το κλαψιάρικο δάχτυλό σου με σκλάβωσε
Παραμύθια αχνίζοντας ανάσας δίχως ρούχα
Δίχως σπίτι και δίχως σκυλί ξεμωραμένο από αλητεία
Αγκάλιασε την ανώμαλη ελαφίνα μου
Κι εγώ θα φωτίσω τις γάμπες σου με αναπτήρα
Σου υπόσχομαι ξιπασμένα δαγκώματα στις ρόγες
Θα σε λέω κήτος από σάρκες που οργάζονται
Δαγκωνιές και λέξεις μάγου
Θα σε λέω κάτω απ’ τη φούστα σου θρήσκα τρυφερή καρδιά
Άφησε τις χοντροκώλες τύψεις στα κρυφά παιχνίδια τους
Άφησε τα μερμηγκάκια να ξεχαρβαλώνουν τη ρουτίνα σου
Άφησε το στόμα τσίτσιδο εκεί κάτω να με νταντέψει
Να πεις στο θάνατο
Κοιμήσου μες στο στόμα μου πρίγκιπα της στύσης

Σημείωμα για τον Άσγκερ Γιόρν

γιορν

Η απροσδόκητη, άγρια έλευση της διάθεσης για τέχνη συμβαίνει πάντα με όρους καταστροφής.

Υπάρχει ένα αξίωμα ανθρωπολογικής κοπής που λέει, πως, δεν θα σκοτωθούμε πριν δοκιμάσουμε τα πάντα.

Ο Γκυ Ντεμπόρ κραυγάζει με τον πιο ψιθυριστό τρόπο: Όμορφα παιδιά, η περιπέτεια πέθανε, καταγγέλλοντας τη γλώσσα σαν ερμαφρόδιτη χώρα του ανθρώπινου Είναι.

Ότι νομίζαμε αινιγματικό αποκάλυψε μια πλαστή ταυτότητα. Ακολούθησε η αγιοποίηση των καταραμένων. Κανείς δεν βρέθηκε να ανατινάξει τον Παρθενώνα, μόνο ίσως να χαράξει με μια πρόκα τ’ όνομά του πάνω στο μάρμαρο.

Ένα παιδί που η αθωότητά του γίνεται βεβήλωση της τερατόμορφης ιερότητας ενός παρελθόντος που έπνιξε την ανάσα του μέσα στους ψυχεδελικούς μας κήπους.

Η σχέση της τέχνης με τα προβλήματα του ανθρώπου είναι σχέση τρόμου, την οποία δεχόμαστε με αγαλλίαση και βουλιμική αγωνία, αφού κατά βάθος είναι σχέση ποιητική.

Η ποιητική της καταστροφής του παρελθόντος για να βιώσουμε το παρόν με όρους χαράς και ελευθερίας.

Ολικοί αρνητές στράτευσης σε αυταπάτες και αιματόβρεχτες θεολογίες.

Ηριάννα σ’ αγαπώ, φιλάω σταυρό

tsip

Την εποχή που το κυνήγι των μαγισσών βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, από τα τέλη του 16ου μέχρι και τον 17ο αιώνα, δεκάδες χιλιάδες θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά, ως επί το πλείστον γυναίκες.

Το ένα διάταγμα τυπωνόταν μετά το άλλο και οι καρδινάλιοι με τους πάπες έβγαζαν τις ψείρες απ’ τα φτερά των αγγέλων με τη χριστιανική λαβίδα τους.

Οι επίδοξοι κυνηγοί μαγισσών είχαν στα χέρια τους σπουδαία εγχειρίδια, θεωρημένα απ’ τους επιθεωρητές της ηθικής, που ήξεραν καλά από μαγείες και διαβόλους.

Η καύση των ασεβών έγινε παράδοση και ο λαός απολάμβανε το θέαμα με την ήσυχη κοιλιά του και τον ήσυχο κώλο του.

Ο παραδειγματισμός-αυτό το αρχαίο εφεύρημα-λειτουργούσε ως καταπέλτης κάθε αντίστασης, ορθώνοντας μπροστά στα μάτια των νοικοκυραίων την αγωνία των βασανισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν σωρηδόν στις μεγαλόπρεπες πύλες της νοσηρότητας που η θρησκευτική και πολιτική συμμορία είχαν θεσμοθετήσει.

Ανατριχιαστικές και ρεαλιστικές λεπτομέρειες των διαταγμάτων περιγράφαν όλη τη διαδικασία έκδυσης και εξευτελισμού.

Την εξέταση, την ανάκριση, το βασανισμό και την εκτέλεση, μαζί με βοηθητικά σχόλια για τους δικαστές ως προς τον τρόπο που θα απευθύνονται στους φυλακισμένους.

Οι δικαστές ήταν πάντα ακριβοπληρωμένοι υπηρέτες της εξουσίας που έκαναν το καθήκον τους. Ψυχροί και αμερόληπτοι, στηριγμένοι πάνω στα νομικά δεκανίκια, ουραγοί της διαφθοράς των αρχόντων που κατοικοέδρευαν στο μέγαρο Μαξίμου και το προεδρικό μέγαρο της εποχής.

Μια μέρα, ο πάπας Ιννοκέντιος μάζεψε απ’ τους δρόμους μια μικρή και τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα, κόρη μιας μάγισσας που κάηκε στην πυρά γιατί δεν πίστευε στο θεό.

Την κλείδωσε σ’ ένα πολύ στενό και τυφλό χοιροστάσιο, όπου αυτή κυλίστηκε με το βρακί σ’ ένα βούρκο από κατρουλιά αφού σύρθηκε κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρύλιζαν. Μόλις η πόρτα έκλεισε ένας καθολικός καυλωμένος διάκος, την άρπαξε και την έστησε μπροστά στην πόρτα, και τη γάμησε πολλές φορές, ενώ έπεφτε μια ψιλή βροχή κι ο Ιννοκέντιος τραβούσε μαλακία.

Ο ανθρωπολόγος Μάρβιν Χάρις στο βιβλίο του Αγελάδες, γουρούνια, πόλεμοι και μάγισσες, γράφει πως, η εκκλησία και το κράτος ενθάρρυναν με ορμητική χαρά και πάθος την ευρωπαϊκή μανία κατά των λεγόμενων μαγισσών, με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή της τάξης των χωρικών από την πραγματικότητα της μεσαιωνικής πολιτικής.

Καλύτερα ο κόσμος να ρίχνει το φταίξιμο σε κακόβουλες μάγισσες και έφηβους ερασιτέχνες τρομοκράτες για τα κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, αντί να στρέψει την προσοχή του σε διεφθαρμένους επισκόπους και ανίκανους πρίγκιπες.

Στην τάξη που νυχθημερόν ξεσκατίζει δουλικά, με σέβας και υποταγή.

Καλοκαίρι με τη Μάτση

empeirikos-matsh-3

Εκείνη όμως
κατουρούσε σ’ ένα αρχαίο πήλινο ουροδοχείο
Σωριάζονταν στο πάτωμα και το κατάβρεχε ακατάσχετα
με τα ούρα της
Ύστερα ο ανήρ της ακολασίας τη φωτογράφιζε στο κρεβάτι
Μέρα και νύχτα αλαφιασμένες κόνιδες παραφύλαγαν
Το αιδοίο της ξεμωραμένο τόσο
Ο Αντρέας άνοιγε το φακό για να βρει το υγρό χνούδι
Δυνατοί λυγμοί και μια συστάδα τσουκνίδες
σ’ αυτόν τον πένθιμο πύργο της ηδονής
Η νήσος Άνδρος φαλλική και σκανδαλώδης
Σπυράκια στην ωμοπλάτη
Ο εραστής κανίβαλος έδιωχνε τα κακά όνειρα και τις μύγες
Τριχωτή αλλόκοτη στύση
Ονόματα νυμφών που τα χάρισε όλα στους ανέμους
Άνθιζαν τ’ αχαμνά του στα χείλη της
Ο φωτοφράχτης ύφαινε βολβούς
Το αρρωστημένο μάτι του θεού έφτανε στο μεδούλι της
Μετά λίγοι στίχοι, πλήξη και απεριτίφ
και πράσινο σαπούνι για τις μασχάλες

Δέησις Αγίου Φανουρίου

picaso

Επλατάγιζαν τα ρουθούνια σου πάνω στην Άγια Τράπεζα
Ο άγιος Φανούριος μάς έραινε με ιερό ηλεκτρισμό
Ο κόλπος σου από χείλη κόκκινα και υγρά οικεία
Η καρδιά σου από χαλίκια και πυρίτιδα
Η γλώσσα
ευλογούσε του εσταυρωμένου αλαζόνα το ατάραχο βλέμμα
Ήτο δέηση ενός καταπιόνα και μιας βουνοκορφής
Ήτο φυσίγγια σπερματόζωα της εφηβείας
Λίπος λιωμένο χνούδι και νύχια που γδέρνουν
Μέσα εκεί στο ιερό αγκαλιασμένα
τα μέλλοντα κουφάρια μας
Ένα πηχτός ζελές από αρετές αηδιασμένων αγγέλων
Βάραθρα κορδωμένα
Τα χέρια γαντζωμένα στα καπούλια
που θα φιλονικήσουν κάποτε με τη σήψη
Τα πόδια σταθερά πάνω στο καυτό τσιμέντο της πατρίδας
Άγρια σκυλιά ιδρωμένα
Ανάψαμε δυο κεράκια στον Άγιο
Στην αιώνια ερημιά του αποθέσαμε σπέρμα ζεστό
Μακριά απ’ το θριαμβευτικό σάλιο του νεωκόρου
Μακριά απ’ τις σαγιονάρες του καλοκαιριού
Ο χυμός μας μόνο εκσφενδονίσθη
Μπροστά στων αόρατων πιστών τα κομμένα λαρύγγια
Και τα ανάπηρα καυλιά από ατελείωτη ταπείνωση
Μόνο οι λόξυγκες του οργασμού
Μόνο το αλογάκι της Παναγίας ξαπλωμένο στο άσπιλο μπορντέλο του
Καρβουνάκια και χαρτοπετσέτες με σπέρμα

έως λίκνου

Σύνδρομο Susac Ή Αναφορά στο Γκόγια

gogia

ω! ευτυχία
το μπουρζουάδικο χαμόγελό σου
θα το συντρίψει κάποτε η τερηδόνα

Η προσευχή του απίστου

gonatis

δεν έχω σε τι να γονατίσω
μα σκέφτομαι πόσες φορές γονάτισα
μπροστά σε κάτι κυρίες που το εκτίμησαν δεόντως
αφήνοντάς με να προβώ σε ερωτικές ωμότητες
με ότι πρόχειρο διαθέτει το κορμάκι ενός απίστου
χείλη γλώσσα δάχτυλα
καυλοπυρέσσων πύον απ’ τα έγκατα

Αχινούλα

axinoyla

Την είδα την Αχινούλα, την είδα ψες αργά
στον ύπνο μου να έρχεται με αγκαθάκια υγρά.
Είχε σχισμούλα κόκκινη ωσάν τυφώνας
τρυφηλός, χειλάκια ριψοκίνδυνα, είχε κι
ο τράχηλος παραφορά και ίλιγγο. Αχ! η Αγία
μοίραζε κινίνα ερωτικά, ο νεωκόρος σάλια.
Εξ’ ευωνύμων χώνευε μια πέρδικα τη γύμνια
των ανέμων, αλλά, όλα ήσαν του ιδρώτος και
του καύσωνος, οι ανεμιστήρες εδούλευαν στο
φουλ, εδώδιμη αγεωμέτρητη ηδονή, οι
έλικες αποκεφάλιζαν τα φλάουτα του ύπνου.
Τα δάχτυλα ντουφέκια στους κροτάφους μου.
Μα έβγαλα το σλιπ τόσο ευέλικτα κι ο αχινός της
άνοιξε ως είθιστε. Περίμεν’ ο κοσμάκης ελελεύ
και στύσεις θρησκευόμενου αρτίστα. Λυγμούς
και νοσταλγίες, κολάσεις, παραδείσους και
καθρέφτες. Μα αλύχτησα ξανά ξανά ξανά
όπως αλυχτά το άπειρο στα σπλάχνα μιας
παιδούλας. Σου γράφω τώρα απ’ την καλύβα μου
Αχινούλα, χαϊδεύοντας τα τρυφερά σου αγκαθάκια.
Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.
Κι η ματαιότης μαζί.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος

apago

Αναζητούμε το αναπόδεικτο και το σκοτεινό. Γι’ αυτό βουτάμε μέσα στην ασυνέχεια της ερωτικής νύχτας, στα δώματα όπου εξαγνίζεται η ακροβασία και ο αγγελικός οίστρος των αιμοβόρων νοσοκόμων που περιθάλπουν τα σεξουαλικά μας οράματα.

Απ’ τους βακχεμένους σπηλαιώνες της Ελλάδας μέχρι τα ρήγματα και τις πλάνες της ερμηνείας ορμούν οι πράξεις που διαλαλούν μια ποίηση εξόχως καταστασιακή.

Μια ποίηση όπου η περηφάνια ταυτίζεται με τη δόξα, την πιο συναρπαστική από τις ψυχικές μας λειτουργίες, την πιο μυστηριώδη ακόμα κι απ’ τη μνήμη, την ηθική, την λήθη και οποιοδήποτε μηχανισμό άμυνας ή καταστροφής.

Αγαπώ τα λυμένα χείλη και τους λυμένους αφαλούς και τους αφρούς από τις λέξεις που στάζουν στ’ αυτιά μας καθώς καταργούμε τις διαστάσεις δίνοντας νόημα στις μορφές που τις κατοικούν.

Απαγορεύεται στους ποιητές ο θάνατος, καθώς η γραφή αναδεύει όλες τις επιθυμίες και πρώτα απ’ όλα την άρνησή τους.

Τα ζεματιστά κορμάκια παραδίδουν τους αδένες τους σ’ αυτό το εικονογραφικό μακελειό μιας τέλειας οιδιπόδειας διευθέτησης.

Αγροί και κρεβάτια πέρα απ’ την καταγωγή του αισθήματος του Κακού.

Λαγνεία εξορισμένη απ’ τις σκαμμένες κοιλιές της δυσπιστίας για τη σαρκική επαφή.

Το ερωτικό ποιηματάκι αν δεν είναι τροφοδότης της ερωτικής πράξης τότε είναι αέρας κοπανιστός και οι ποιητές καταλήγουν ακριβοπουλημένα τομάρια και αποθηκάριοι συναισθημάτων.

Ω! καύσωνα δίπλα σε άδεια τσόφλια καρύδας, τράπουλα του καλοκαιριού και γάμπες κοριτσιών, περιοχές πλημυρισμένες απ’ το διαβολικό ζουμάκι που ποτίζει την κρύα γη, όλο ρωτώ τους απυρόβλητους αμάχους γύρω μου.

Εγώ είμαι που συντηρώ τα φίλτρα του εγκεφάλου σας, αυτά που περιέχουν πολύ σεξ και παράγωγα της πυράς και της βίας.

Εγώ είμαι και ομολογώ πόσο αγαπώ τα στήθη και την αγκαλιά.

Γράφω καυλιάρικα ποιήματα, εξελίσσω τις ερωτογενείς μου ζώνες.

Στοματική, πρωκτική, γενετική. Όλες αυτές τις νοστιμιές και τις άδολες μιζέριες του παιδικού ερωτισμού.

Κάθομαι στα κλαδάκια των ερωτικών συνειρμών κι αγναντεύω τον πληθυντικό οργασμό της ομορφιάς ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη τραγωδία, όπου εγώ ο μικρός Οιδίπους, θα πάω να συναντήσω τη μοίρα μου.

Εις μνήμη λογίαν

daxt

Θυμήσου μνήμη πως σκορπίστηκες εκεί
που ίδρωνε αγίασμα η οσία Αμαρτία, σαν
φανελάκι που ελλοχεύει στο βρεγμένο
της κορμί και σαν βυθός που περιμένει
τα σκυλόψαρα να τα καταβροχθίσει.

Αχ! νυχτόβια πουλιά περαστικές κοπέλες
οι ονειροκρίτες όλοι της γραικίας δεν
σας αναφέρουν πουθενά, μα εγώ που
τόσο αλιτήριος υπήρξα σας κρύβω μες
στο ποιηματάκι μου όπως κρυβόμουνα
μικρός κάτω απ’ τη φούστα της μαμάς.

Ανατομία ερωτικού συμφέροντος

anatomia

Κοίτα πως σε σημαδεύω στο μεσόφρυδο
ξόβεργες στήνοντας
στον ποταμό που κατεβαίνει ετοιμοπόλεμος
στα αιδοία των Βακχών.
Αχ! το δάχτυλο απρεπώς πετροβολά τη λέξη υγρασία.
Υπήρξα κάποτε ηλεκτρικός ποιητής
Μάζεψα τσάι και ρίγανη σε φονικούς γκρεμούς
Πέρασα όλα τα χαντάκια σου με άριστα
Στο δρόμο για τη Δαμασκό
Σπούδασα
Ερωτική ανατομία και έρεβος
Όλα τα αχανή γλυκάδια της καρδιάς σου

Σκέψεις πάνω στην αισιόδοξη ανθρωπολογία

skefis

Ξορκίζουμε τον έρωτα που μας παραφυλά.
Απάτη είναι η ποίησις και αναφυλαξία.
Ρωτήστε τους παλιούς καλούς μαστόρους
τον έκφυλο σπασμό που μας ορίζει, καθώς
περνά η σιωπή με το μαχαίρι και θερίζει.

Γιατί η σιωπή και γιατί ο χρυσός

giati

Κρύφτηκα για με βρίσκουν εύκολα τ’ αδέρφια μου
Ακούω τις νότες του θεού που με ονειρεύεται
Ο αφαλός μου σε κανένα ουρανό δεν είδε φως
Το χωριό που δεν υπάρχει στο χάρτη ψάχνω
Τη μάνα μου, που άφησε το χέρι μου και χάθηκα
Εδώ όπου σμίγουν όλες οι σιωπές
μόνο ο δικός μου θόρυβος ακούγεται

2 ευρώ την ώρα, το ξεσκάτισμα στις αμμουδιές του Ομήρου

2eyr

Υπάρχει μιαν αισχρότητα στο να δουλεύεις για κάποιον άλλο. Το υπαλληλίκι στον ιδιώτη, που πλέον είναι δουλεία νόμιμη και παστρική, άπτεται του ψυχαναλυτικού διαφορισμού.

Οι καθαρίστριες στα ξενοδοχεία του Αγρινίου, της Καλαμάτας, της Λευκάδας, του Πλαταμώνα αλλά και κάθε φανταχτερής πλαστικοποιημένης λουτρόπολης, πληρώνονται με δυο ευρώ την ώρα, άνευ συμβάσεως και γραπτής συμφωνίας.

Το να ξεσκατίζεις τους κυρίους στις μέρες μας για δυο ευρώ είναι κοινωνική κατάκτηση μιας αριστεράς που αναθεώρησε την επιστημονική επαναστατική σκέψη κρατώντας μόνο στο προσκήνιο τον υποχθόνιο ναρκισσισμό της.

Τη θέση του Εμείς καταλαμβάνει μια τερατώδη αντίληψη του Εγώ, ενός ατομικού Εγώ χωρίς Κόσμο και χωρίς Έρωτα, δηλαδή χωρίς ερώτηση και ερώτημα για την πορεία της κοινής μας μοίρας.

Τα δυο πρόσωπα του διαλόγου διαφοροποιούνται. Αντί για πρόσωπα έχουμε απρόσωπες φιγούρες, εκπροσώπους και διαπραγματευτές, αρνούμαστε δηλαδή τη συνταύτιση του διαλόγου και της αγάπης. Κατάσταση που έχει δημιουργήσει η δύναμη και η ισχύς.

Ο ισχυρός όταν μιλάμε μαζί στο ίδιο τραπέζι ξέρει πως η ισχύς του είναι ο λόγος του και ο λόγος αυτός κηδεμονεύει την κοινωνία που συγκεντρώνει όλες τις δυνατότητες του άγχους και της εμπιστοσύνης, σε μια δύναμη του ξυπνήματος και της αγρύπνιας, δηλαδή στη φροντίδα που θεμελιώνει την Αγορά όλων των συναντήσεών μας.

Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ξαναγίνουν σκλάβοι γιατί έπαψαν να συναντιούνται ουσιαστικά.

Οι συναντήσεις των ανθρώπων συμβαίνουν στον Οργουελικό κόσμο όπου λειτουργεί η παλιμπαιδική εικονογράφηση της πραγματικότητας και η αντιστροφή της σημασίας των λέξεων και των φράσεων.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν συναντηθούν κάτω απ’ τον ουρανό της κοινής τους γλώσσας, δηλαδή των συμφερόντων τους, είναι ήδη αμετάκλητα καταδικασμένοι.

Αν οι σύγχρονοι δούλοι δεν κατανοήσουν πως η ιστορία τους δεν είναι η ιστορία των κυρίων τους αλλά η δικής τους και πως δεν θεωρείται εργασία το να ξεσκατίζεις μεσοαστούς που απολαμβάνουν τη μίζερη καλοζωία τους ή να μεταφέρεις με το μηχανάκι-κινδυνεύοντας να σκοτωθείς- σουβλάκια και καφέδες σε δίποδα γουρούνια, τότε είναι ήδη αργά.

Περικοπές ερωτικού ευαγγελίου

TTT

Σου έδωσα το κορμί μου, επανάσταση
Και τώρα μου έμεινε αυτό το μουδιασμένο στόμα
Μετέωρο
Παίρνω τους δρόμους που είναι πάντα ένας δρόμος
Αυτός που βγάζει ξανά και ξανά εδώ στο μηδέν
Με κερνάνε γλυκόπιοτο θάνατο οι ποιητές της γενιάς μου
Ακούω συλλαβιστά τραπεζώματα στην εξουσία
Ακούω γουργουριστούς επαίνους των σοφιστών
Άνεμοι και χίμαιρες
Γραφεία καταδόσεως ερωτικής επαφής
Γραφεία καταγγελίας λαγνείας
Με τα χίλια μάτια του αίματος η ανθρωπότητα με κοιτά
Μαύρο μεθυσμένο ζουζούνι εγώ κάτω απ’ τη φούστα σου

Είσαι η άβυσσός μου
Η θαυμάσια όψη της σάρκας που γλεντάει την πληγή της
Είσαι η χαρά της ζωής που φωτογραφίζεται για να με καυλώσει
Είσαι εσύ που μούσκεψες το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο
Ζουμιά και αίματα
Βυζάκια και σχισμές για τις ερωτικές μου ιώσεις

Κορίτσι του κόκκινου στρατού των οργασμών
Που είσαι ολόκληρη ένα σφυροδρέπανο
Από την ήβη ως τις μασχάλες

Σ’ αγαπώ τόσο που ξέρω πως δεν υπάρχει ελπίδα
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν έχω διάθεση να σου πω σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ τόσο που δεν θέλω να πεθάνω για σένα
Σ’ αγαπώ τόσο νηστικός που είμαι για αγάπη
Μα η αγάπη ήταν πάντα ένας αδέσποτος σκύλος
στο κατώφλι ενός κόσμου που θα χαθεί στους αφρούς και τα νέφη
Η αγάπη σμιλεύει με τα δάκρυά της την ηδονή
Η αγάπη πυρπολεί την αγάπη
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Μέχρι να μάθω να ’μαι η αγάπη