ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

Ήταν χθες, ήταν αύριο

eklici

Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο για τη νήσο της Ηδονής. Τη νήσο Νυχτέρι των χαροκαμένων και τη νήσο Σπλάχνα μιας Σούλας κομμώτριας πεταμένα σε κάδο. Κι εσείς φαρμακόγλωσσοι, να ξέρετε, μόλις που ανασαίνω. Μόλις που ψιθυρίζω στα κορίτσια λαδερά φαγητά και λαδερά λόγια. Ταξιδεύω πάνω σ’ ένα πλοίο. Το πλοίο είναι η κατεξοχήν ετεροτοπία. Στους πολιτισμούς δίχως πλοία στερεύουν τα όνειρα. Η κατασκοπεία αντικαθιστά την περιπέτεια και ο καταναλωτισμός αντικαθιστά την ηδονοβλεψία. Η αστυνομία αντικαθιστά τους πειρατές και ο στρατός τους ιχνηλάτες. Βρίσκομαι στο χωριό Χελιδώνα, εδώ που προσάραξε το πλοίο μου την εποχή του κατακλυσμού. Ακροκέραμα στη βαθιά κρήνη λιωμένα απ’ τα άλατα των βουνών. Σπαθιά γυαλισμένα με λάδι κρεμασμένα στην ψησταριά του χωριού. Γυαλισμένα κορμιά. Εις έσχατον όριο. Διψασμένα για αίμα. Λάμες. Ζόφος των νικητών. Συνουσία. Αγάπη. Μέτρον άριστον. Καραβάνια τρελών πιερότων με αφράτα σαρίκια μες στο πένθος της σκόνης ενός χαμού δίχως τέλος. Μαύρη σελήνη ξανά και τοπία θολά με διαβάτες. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος τρόπαιο Φλωρινιώτη ζωγράφου. Αγαπούμε δια τού βλέμματος τις ολόγυμνες που δεν έχουν ονόματα. Οι χλοερές μασχάλες μάς συγκινούν. Κι η σωτηρία παραμένει πάντα μια σκοτεινή πόρτα, αφού η ελπίδα κατέστη το δέλεαρ της αδράνειας.

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

lastlet
Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου
Τον Οκτώβρη του 17
Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια
Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας
Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια
Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες
Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά
Σαν λύκος μες’ τη νύχτα
Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα
Ο άνεμος κι η θύελλα
Γλείφοντας του κόσμου το κορμί
Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του
Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος
Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού
Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη
Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.
Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει
Νέος ακόμα στο κορμί
Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα
Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του
Φεύγω και
Χαιρετίζω τις γυναίκες
που μέλλονται να γεννηθούν
για να στοιχειώσουνε
τον ύπνο των αρσενικών.
Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις
του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,
των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.
Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με
με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

1992

Ελαιώνες

Αγριοπερίστερα νεκρά που τα γλύφουν ποντίκια.
Αυτή είναι η πόλη μας.
Με τα μπαρ και τα εγκλωβισμένα της θηρία.
Και τα θερινά της σινεμά
που ξεφυτρώνουν σαν επιληπτικά πεδία
μέσα στο αχόρταγο καλοκαίρι.

 

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

 

Μεγάλη Παρασκευή Ή Μουνί με ακάνθινο στεφάνι

moniaknthod

Μη διστάζεις να αντιμετωπίσεις τα υγρά σου σαν μια αγέλη ζώα.

Ζούνε εντός σου σε άγρια κατάσταση.

Αλληλοσπαράσσονται, αυτοακρωτηριάζονται, πολλαπλασιάζονται στην τύχη.

Ποίμαινε το κοπάδι των υγρών σου.

Γίνε ποιμένας σ’ ένα κοπάδι ζώα που ζούσαν άσκοπα ως τώρα, σε αταξία.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να υποταχθούν στην ερωτική γνώση.

Χάρη στα μάγια σου κάντα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν, υπάρχουν σαν καθρέφτες τού εαυτού σου.

Κάθε ερωτική μπουκιά έχει τη γεύση των προγόνων μας.

Μουνί ονειροπόλο, αναρτημένο απ’ τα τσίνορα του ήλιου, με τα υγρά σου χείλη και τα τονωτικά σου χαμόγελα, γονιμοποίησε με το σπέρμα μου τη μήτρα του πυραχτωμένου σου μυαλού.

Ξεγέννα ένα βρέφος με τη μυρουδιά της ελευθερίας που είναι από αίμα και τη μυρουδιά της δικαιοσύνης που είναι από φρέσκο χώμα.

Ξεγέννα ένα βρέφος που θα είναι ο γιός και η κόρη μου, ευτυχισμένο μες στην απανθρωπιά των παιδιών.

Ξεγέννα ένα βρέφος απληροφόρητο από θάνατο και φρίκη, ωστόσο ζωντανό.

Ένα βρέφος που θα λαχταράει να ξαναγίνει άστρο και ασφόδελος.

Ηλίθιο χαμομήλι που κοιτάζει τον ήλιο καθώς ξεμπουκάρει μες απ’ τα κρανία όσων σακάτεψε η γλυκιά οιμωγή της φθοράς.

Αγκαλιά κάτω απ’ το ντουζ

ntoyz

Η φιλία και ο έρωτας είναι ετεροθαλή αδερφάκια. Όταν κάποτε ρώτησαν τον Breton και τους υπερρεαλιστές γιατί γράφουν, αυτοί απάντησαν «Γράφουμε για να βρούμε φίλους».

Το βέβαιο είναι πως όταν γράφεις βρίσκεις καινούργιους φίλους, μα αρκετές φορές χάνεις τους παλιούς.

Και είναι συνήθως αυτό το μέλημα για την ύπαρξη, που πολλές φορές γίνεται καθαρός πόνος και ζουλάπι που ενδίδει στην παράβαση για να βρει τη λύτρωση που δεν υπάρχει.

Αυτά τα μυστηριώδη υποκείμενα που τριγυρνούν ασκόπως στα θολά κοσμικά νερά της λαγνείας έχουν έναν κρυφό σκοπό. Να εξαπολύσουν τον έρωτα εκεί που καταπιέζεται, παραμερίζεται ή απλώς ετοιμάζεται να εκραγεί σ’ όλη του τη δόξα.

Η φιλία και ο έρωτας είναι το αντίβαρο της πραγματικότητας που οι ρομαντικοί το βάφτισαν ουτοπία.

Η φιλία και ο έρωτας για να βγάλουν ρίζα πρέπει να ποτιστούν απ’ τις ποιητικές ιδέες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται και μένουν ανοιχτές, μετέωρες, όπως η αρχέτυπη σπηλιά που η πόρτα της είναι μια μαύρη τρύπα, ένα αόρατο παραπέτασμα όπου όποιος μπαίνει πρέπει να γδυθεί από τις έτοιμες ιδέες και τις προκαταλήψεις και να οδεύσει γυμνός προς το σατανά, που όλα τα θέλει αλλιώτικα, στρεβλά, αλλαγμένα, υποψιασμένα και καταδιωγμένα.

Η φιλία και ο έρωτας σε οδηγούν από μια βαρετή καθημερινότητα σ’ έναν κόσμο θαυμάτων.

Μα είναι φορές που αυτός ο κόσμος των θαυμάτων κατρακυλά στην απόλυτη αποξένωση και στην αποστέρηση κάθε φυσικής ωραιότητας.

Αν δεις βαθιά το μεδούλι, κάτω απ’ το σπλάχνο της γραμματοσειράς, θα βρεις έναν εαυτό ψυχολογικά κλονισμένο, συναισθηματικά και πνευματικά ασταθή, που σχεδόν πάντα ταλαιπωρείται από υπαρξιακές και καλλιτεχνικές αγωνίες.

Θέλουμε να γίνουμε θεοί-γαμώ την παναγία σας- δηλαδή παντοδύναμοι σκύλοι.

Οι μυθικές φιγούρες των αρχαίων κυνικών που σουλατσάραν και πηδούσαν εδώ κι εκεί όπως τους έσκαγε στην κούτρα επιζητώντας τη συνουσία και το σκάνδαλο.

Ο σκύλος κοροϊδεύει τον πολιτισμό, αυτόν τον πολιτισμό που σκέφτεται με τα λεφτά του και γαμάει με τα λεφτά του κι απ’ την ευωδιά της ερωτικής κλίνης ξεπέφτει στο γρασάρισμα των μεντεσέδων του μπουρδέλου.

Όμως αυτός ο σκύλος, ο ανυπόταχτος, είναι επίσης και ένα ζώο που υποτάσσεται, εκγυμνάζεται, μαθαίνει να δίνει το χέρι.

Είναι το ζώο που κυρίως αγαπούν και κυρίως φοβούνται οι άνθρωποι, ταυτόχρονα.

Ο ποιητής είναι ο σκύλος που πότε δίνει το χέρι του και πότε δαγκώνει.

Υπάρχουν ποιητές σκυλάκια του καναπέ που πιπιλίζουν με τη γλωσσίτσα τους την ανία της άρχουσας τάξης και το τσουτσούνι του μεγάλου Ποσάδα των ποιητικών επετηρίδων περιμένοντας μιαν ανταμοιβή, ένα κόκκαλο με φιόγκο ή μιαν επιδότηση για να ανοίξουν μαγαζί πουλώντας τα πνευματικά περιττώματα των φίλων και των εραστών τους που αύριο θα είναι εχθροί τους.

Υπάρχουν ποιητές που ουρλιάζουν κλαίγοντας με αναφιλητά, που μέσα στον παροξυσμό τους ξεσπά πολλές φορές ένα γέλιο ασυγκράτητο.

Κι αυτό είναι που μας κάνει να ξαναβρίσκουμε το θάρρος μας.

Εραστές και φίλους, πληγωμένα πουλιά που ψάχνουν την αγκαλιά μας σ’ αυτόν τον αεροκρέμαστο κόσμο.

Ερωτική μηχανική πάνω και κάτω άκρων

dio

Ο άνθρωπος πουλάει το κορμί του για να αγοράσει χρόνο, γλώσσα, εργαλεία, όπλα, κυριαρχία.

Σ’ έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν επιτρέπει ανάπαυλα, η τεμπελιά δεν έχει καμία θέση. Και μένει εκείνη η μελαγχολία στη μνήμη του ματιού που πάντα λυσσάει από επιθυμία και για στιγμές έξω απ’ το χρόνο.

Μας εξαπατούν λέγοντάς μας πως για να χορτάσουμε πρέπει να καταβροχθίσουμε τη Φύση, μα καταβροχθίζοντας τη Φύση καταβροχθίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ανθρωπότητα εξαπατήθηκε από τις μάσκες των θεών που έφτιαξε για να τρομάζει το Χρόνο, πέφτοντας στην παγίδα.

Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις τα καλούπια. Μα δυο γυμνά κορμιά μπορούν να σπάσουν τα κούφια καλούπια.

Οι εξαρτημένοι πολιτικοί απ’ τα σκατούλια των πλουσίων, οι μαφίες, οι πράκτορες της δίωξης, η αστυνομία, οι εκκλησίες και τα μήντια δεν θέλουν ανθρώπους αλλά εργαλεία και πιστούς.

Οι λέξεις τους δεν μπορούν να πουν όσα λέει ένα σώμα.

Οι λέξεις τους είναι μαγαρισμένες από πετρέλαιο, απόδοση, αριστεία. Μα δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν περισσότερες λέξεις, τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο, αναγνωρίζοντας το μεγάλο και ρυθμιστικό χέρι της Φύσης που δεν έχει αρχές και εξουσίες, ανακαλύπτοντας ένα δράμα επιβίωσης όπου τίποτε δεν προκαθορίζεται.

Δυο γυμνά κορμιά γνωρίζουν ότι το πρόσωπο της Φύσης λάμπει από χαρά παρακολουθώντας τον αγώνα για επιβίωση, διασκεδάζοντας μπρος στις τόσες συσσωρευμένες αντιφάσεις.

Γνωρίζουν πως καμιά θεολογική ρύθμιση δεν καθορίζει τις πράξεις και το ήθος των ειδών, παρά μιαν αιωνίως ατέρμων μεταβολή ωθεί κάθε ζώο σε προσαρμογή, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό ή σε μεταμόρφωση.

Δυο γυμνά κορμιά λιώνουν μέσα στην ανακουφιστική σχάση της συνουσίας, αναγνωρίζοντας άφθονα νοητικά σπέρματα στα ερωτικά ήθη, χωρίς να πολυσκοτίζονται για την αρχέτυπη καταβολή τους.

Όπως η γλώσσα δεν σχεδιάστηκε για να μεταδίδει πληροφορίες έτσι και ο λόγος δεν δημιουργήθηκε για να φυλακίσει το ένστιχτο.

Το άνοιγμα ή η σχισμή ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο τόπος στον οποίο οδηγούμαστε τυφλά.

Εκεί θέλουμε να χώσουμε τη μουσούδα μας, βυθίζοντας όλο μας το Είναι κάθε φορά στα ερωτικά όργανα, που περιμένουν τη βουκέντρα τού βλέμματος για να ερεθίσουν και να ερεθιστούν.

Τώρα τραβάω μια χαρακιά, έναν μεσημβρινό πάνω στο φλοιό της γης, ανάμεσα σ’ αυτή τη σχισμή που χωρίζει τις δυο πλευρές του σώματος και το άνοιγμα που χωρίζει τη Μαδαγασκάρη απ’ την Αφρική.

Γράφω τις λέξεις που θα σπάσουν το κούφιο καλούπι, βυθισμένος στη μαγεμένη άχρονη αθωότητα που στέκεται απέναντι στην εκμετάλλευση και στη σκλαβιά.

Γράφω ανακαλύπτοντας τη μυστική τοπολογία των πραγμάτων.

Τα ψηλαφώ, τα χαϊδεύω, τα οδηγώ σε οργασμό.

Ξέρω πως δυο γυμνά κορμιά ενδίδουν στη σεξουαλική φρενίτιδα που διακλαδίζεται στον κανιβαλισμό, προκειμένου να διατυμπανίσουν πως είναι απαράδεκτος ο θάνατος.

 

Το Αρχαίο Ον

to arxaio on

Απ’ τη μέρα ετούτη θα βγάλω ζουμί.
Σε κρατώ γερά ήλιε. Τρέχουν τα σάλια μου.
Έγχορδα λαμπρά χαιρετούν εμένα. Το Αρχαίο Ον.
Ένα ύπουλο λευκό σύννεφο
κρύβει την κοριτσίστικη ευφυΐα σου.

Απλώνω πάνω στον κρόκο σου τις μνήμες.
Γουργουρίζει η κοιλιά όπως πάντα. Το πνεύμα
αχόρταγο καταπίνει το μπλε σου βασίλειο.
Οι εχθροί με εγκωμιάζουν.
Οι κρύες καρδιές γίνονται θερμές.

Κάνω σχέδια για το μέλλον σου. Ήλιε.
Μαθητευόμενος μάγος. Γλιστρώντας
απ’ τη ματαιοδοξία στην οργή της πιο έσχατης σκέψης.

Τώρα μπορώ να σε λέω μανούλα
που νανουρίζει το τέκνο της
από κόκκαλα και μυστικές σταλιές της ζωής.

Μπορώ να σε λέω γλυκό γαμήσι με κομμένη ανάσα.
Ποτίστρα τού μηδενός. Όλο πυώδη αποστήματα.
Ευτραφείς κοριούς ακρίδες κάμπιες μέλισσες και σφήκες.

Ήλιε σαρκοφάγο φυτό. Ήλιε που βαράς ντενεκέδες
κρατώντας το τέμπο. Ρίξε ένα γερό κλάμα για μένα.
Κάθομαι στο χορτάρι ο άγριος. Μουσκίδι.
Μου φαίνεσαι στρυφνός και ταραγμένος. Έλα
έχω την πιο τρελή τύχη με σένα.

Καύλωσα και πέθανα. Όπως σε κάθε ποίημα.

 

Ελαιώνες

Ποίηση-Αντώνης Αντωνάκος.
Μουσική, παραγωγή, κοντραμπάσο-Ηρακλής Ιωσηφίδης.
Mastering: Απόστολος Σιώπης.
Το εξώφυλλο είναι ένα κολάζ του Γιώργου Μπογιατζίδη.
Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά κοντραμπάσο, ηλεκτρικό και ακουστικό.
Από το άλμπουμ του 2018 «Ελαιώνες».
Download στο http://www.xeilialouloudia.gr/

Όλοι κάτι πουλάνε
Στις μέρες μας
Ελπίδα
Απελπισία
Ελεημοσύνη
Ύφος
Στυλ
Έργο σπουδαίο
Εργολαβίες
Αρετές
Εφιάλτες
Μα εγώ δεν αγοράζω τίποτε
Τον ήλιο μονάχα που καντηλιάζει
Τους ελαιώνες
Μοναχά με τα μάτια
Κι ας με τυφλώνει

iraklis

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι

mandalo

Στα κρυφά σταυροδρόμια της γλώσσας με τη φαντασία και την ηδονή, ξεπετάγονται τα αινίγματα.

Κλειδώνω, μανταλώνω μα ο κλέφτης μέσα είναι. Δεν σφίγγω τίποτε στη χούφτα μου, μα ιδού ο κλέφτης του Πύργου των ιδεών και των αχαμνών.

Ο αντίχειρ ως δαχτυλοσκόπος οραμάτων, το πέος και η βάλανος συνώνυμα του μάνδαλος.

Στο παιδικό παιχνίδι-αίνιγμα μπορείς να ανακαλύψεις πως ο Δούρειος Ίππος ήτο φοράδα της γειτονιάς, έτοιμη για την ιερή και θεία τέχνη της διείσδυσης.

Μπορείς να καταλάβεις τι εστί Μάνδαλα όταν βρεθείς στον κύκλο ή τη σφραγίδα που σε περιέχει, που είναι ασφαλώς ένα προγεννητικό ή θηλυκό αρχέτυπο ή κλείστρο.

Φίλημα μανδαλωτό, γινόμενον με τη γλώσσα προέχουσαν εις τις παρειές των οδόντων. Αιδοίον μέλος κατεγλωτισμένον και μανδαλωμένον.

Μες στη σαγήνη της επανάληψης, την τόσο αποχαυνωτικά ερωτική, μια τρύπα βουλώνει και ξεβουλώνει με διάφορους τρόπους.

Μια τρύπα όμως που ξεκλειδώθηκε σαν Λόγος, με την οντολογία που άρχισε απ’ τον Παρμενίδη και τους άσωτους υιούς, τους γραφομανείς που θέλαν να υπολογίσουν το εμβαδόν της ποίησης που χωρά στο κορμί.

Το αόριστο ολοκλήρωμα της ελληνικής γλώσσας και σκέψης, στην οποία δεν υπάρχει πολύς τόπος για μαγείες και μεταφυσικές, παρά ερωτήματα και αποκρίσεις, διαλεκτική, Έρως, Λόγος, Υγρά.

Σύμφωνα και φωνήεντα που οι χριστιανοί, οι γνωστικοί και οι ψυχαναλυτές τα μάντρωσαν στο παχνί της πίστης και της υποταγής.

Λέξεις που δε θα τις βρεις στα λεξικά, μονάχα στο σπασμό πάνω τού σώματος που τις γεννά.

Λέξεις όπλα από ήλιο στροβιλίζονται και η φωτιά θα καταπιεί τη φωτιά, δείχνοντας τον έσχατο δρόμο της επιθυμίας γεμάτο θηρία φυτά και πέτρες.

Θάλασσες από αλάτι και εκκλησιαστικά όργια, όντα που θα γεννήσουν τις θυγατέρες τους στο βυθό μέσω πέους και ορθού εντέρου, μέσω του ατέλειωτου αριθμού εξόδων του δέρματος, όπου ως δρόσος πρωινή μαζεύονται οι εμπύρετες σταγόνες, ο ιδρώτας της δουλειάς, η αγωνία κι οι ευωδιές του έρωτα που μας συνδέουν με τον κόσμο.

Κάτω απ’ το ακάθεκτο φως λύνουμε αινίγματα. Η άνοιξη είναι θανατηφόρα. Κανείς δεν της δίνει σημασία.

Ακόμα κι εγώ ο μισοκοιμισμένος μηχανικός, δειλός και βαρύς απ’ τον ύπνο μες στη χλωμή πρωινή αχλή με όσο πορνικό λυρισμό μου προσάπτουν οι γραφειοκράτες, καρφιτσώνω λέξεις στο υπερπέραν απ’ την άσκοπη περιπλάνησή μου στις μυρουδιές σου.

Στο μανταλωμένο σου μουνί, όπου μέλλων και παρελθών χρόνος αλλάζουν διαρκώς μορφή. Κι η ζωή συμμετέχει στην παράλογη μεταμφίεσή της, κι η λέξη διασπάται μες στην απατηλή μνήμη της και το άγνωστο σε κρατά απ’ το αυστηρό του χέρι και ο έρωτας σε ζαχαρώνει με τις υποσχέσεις του.

 

Γεμιστά με πλαστικό πιρούνι

gemista

Είμαι θυμωμένος. Έδωσα κλωτσιά σε μια κολοκύθα. Και σε μια γλάστρα που είχα κερδίσει σ’ ένα χορό του δρόμου. Άντε κι εσύ καριόλα είπα καθώς την κλωτσούσα.

Κωλοπράγματα άψυχα, δεν ξέρετε τι είναι να αγαπάς δίχως χορτασμό. Δεν είναι απελευθέρωση. Είναι σκλαβιά.

Γλέντησα και πήδηξα στη ζωή μου πάνω κάτω σαν μαϊμού. Κανένα όφελος μόνο το ξερό μου κεφάλι έσπασα.

Ντύθηκα από έρωτα γυναίκα για να τρυπώσω σ’ ένα γυναικωνίτη. Ξέχασα το θεό και τους ανθρώπους μπροστά στα γυμνά μπούτια. Πεθύμησα να τα φάω και να τα ξεπαρθενέψω.

Στον ύπνο μου ο διάολος έφερνε κεράσματα. Κοψίδια ορεχτικά του γάμου. Και κάποιες νεράιδες από σοκολάτα. Σχισμές όμορφες λογίων λογιών νόστιμες.

Τώρα βουρκώνω αφού μου κόστισε ακριβά η ομορφιά. Αλλά κατάφερα να τη φέρω μέχρι τα ρουθούνια και να την τρίψω με τα δάχτυλα πάνω στην άνθησή της.

Τώρα κάτι μαραμένες κυρίες μου φέρνουν φαγητό. Ωραία η λύπηση και την έχω συνηθίσει. Έχει το νόημα που έχει στην τραγωδία ο χορός. Αντί για απελπισία μου φέρνει χαρά.

Δεν θέλω να μ’ αγαπούν θέλω να με λυπούνται.

Τρώω τα γεμιστά με πλαστικό πιρούνι όπως τότε που ήμασταν δυο κι είχαμε μια καρδιά.

Δεν το εγκρίνουν οι άνθρωποι να κοιμάσαι κάτω από γέφυρες. Να πιάνει ψείρες το πουλί σου και ο κώλος σου ξεραμένα σκατά. Να τον παίζεις για να κοιμηθείς αφήνοντας σαν τ’ αποπλύματα λεπρών τα χύσια σου πάνω στις τρίχες. Και τις λίγδες απ’ τα ποδάρια μες στα χαρτόκουτα.

Οι ώριμες κυρίες που μου φέρνουν φαγητό δεν ζητάνε τίποτε από μένα.

Δε με φωνάζουν και δε με λένε τομάρι ψειριασμένο.

Και με ρωτούν όταν με βλέπουν λυσσάρικο και θυμωμένο να σπάω το νοικοκυριό μου που είναι όλο μισό μέτρο γύρω απ’ το στρώμα. Με ρωτούν τι γνώμη έχετε περί αμαρτίας; Α εγώ είμαι υπέρ κορίτσια τους λέω σαν μουλάρι που βγάζει αφρούς.

 

Κατάσταση πολιορκίας

xana

Αφού είσαι γυμνή και ουράνια λέξη
Γυναίκα απ’ το πλευρό τού ανδρός
Μάχιμη
Που τρυπάς σα το σερσέγγι τα βασίλεια
Αφού με καταβρόχθισες αφού
Με στόλισες νυχιές και κόλπα κολπικά
Το μάταιο ύπνο μου
Οδηγώντας στο ξημέρωμα
Της τέχνης μου τους εχθρούς
Έναν έναν σβέλτα λιανίζοντας
Είπα να ξεστομίσω
Τον ερχομό της ομορφιάς σου
Μια για πάντα
Κι απ’ τις έξι ξυπνώ
-Ελεεινός κι αξιαγάπητος-
Να γευτώ
Τις μυστικές σταλιές σου
Να μυρίσω
Μουνίλα και λυρισμό
Λίγο όπιο απ’ το μισοσβησμένο ήλιο

Χρυσανθίς Ή Χρονικόν πεοληχείας

xrisan

Πεθαίνει ο θεός σα μαδημένο ψάρι
Σπαράζει σπαρταρά σε ουράνια σκούρα
Μες στις ροές των άστρων δείχνει
Τ’ ατροφικά βυζιά του από τη σούρα

Το ευγενές εμπόριο των ηδονών ανθεί
Χτυπούνε οι καμπάνες που αγγάρεψες βαριές
Γελοία κορμιά καλοθρεμμένα ξεγεννούν
Οι μήτρες οι χρυσόδετες των θεωρητικών

Όμως με συμπονά ο ζηλιάρης έρωτάς σου
Ανοίγουνε οι μπουκαπόρτες του κορμιού
Ντελίριο χιλιοκολασμένο η γραφή
Η τόση ως το μεδούλι αχόρταστη αναρχία μου

Υπάρχω υπάρχω ανύπαρχτος υπάρχω

Το σπέρμα πέφτει άφωνο κι η δίψα
Τ’ αφήνει να γλιστρήσει στο λαρύγγι σου
Να φτάσει απ’ τις νταντέλες των χειλιών
Στ’ άσπλαχνα σπλάχνα

Μιαν άσκοπη ζαριά της ηδονής

Εκδρομή στον Κάτω κόσμο

ekdromi

Κάτω απ’ τη φούστα σου είμαι φίδι
Και στο μπούτι σου επάνω φυσιοδίφης οργασμός
Σκαλίζω στα τέμπλα σου την έκλειψη του ήλιου
Και θα πεθάνω αμετάλαβος ένα πένθιμο βράδυ
Θα χοχλάζει το κόλλυβο
-Η οργή ενάντια στην αδυναμία-
Θα με κλαίν οι ρέγκες
Και κάποιες όμορφες που δε με συνάντησαν
Θα με ποδοπατούν σα ζώο
Θα εποπτεύουν οι νοσοκόμες του Κάτω κόσμου
Τους γλυκούς χυμούς
Τα μαστάρια σου θα βελάζουν
Οι τριχούλες σου θα ουρλιάζουν κι αυτές
Τα ξαπλωμένα μας κορμιά θα βλασταίνουν
Τρελές τρελές σταγόνες χύσια
Θα πιλαλάει η καρδιά στον αλαζόνα δρόμο που πάει παντού
Θα σκαλίζει πάνω στα οστά η ηδονή
Τα τελευταία βλαστήμια
Το στόμα μπουκωμένο μαλλιά και αιδοία
Ανοιξιάτικη λάσπη ποντικάκια του αγρού
Και ανήσυχες κωλοφωτιές
Γύρω απ’ τη φιλάργυρή μου στύση
Και τα σαλιγκάρια ακόμα θα χουν κάτι από μένα
Και τα καυλωμένα γαϊδούρια θα με προσκυνούν
Κι οι λύκοι θα δαγκώνουν αρνιά
Κι οι μπολσεβίκοι θα γαμούν την τσαρίνα
Τ’ ανθισμένα μου έντερα
Θα τα βόσκουν οι κατσίκες τού γείτονα
Την ώρα που θα λιγοθυμούν τα φιλήδονα κοριτσάκια
Πάνω στο κατούρημα
Ποτίζοντας την ξεχαρβαλωμένη φύση με χρυσή βροχή

Μετάλλιον ανδρείας

metlion

Οι λέξεις στολίζουν τη γελοία σιωπή του έρωτά μας
Σαν αθλήτριες ιδρωμένες
Με το αλατάκι να σμίγει κοντά στα φρύδια
Και τα τρυφερά στόματα

Ανδραγάθησα στη μάχη
Έλαβα μετάλλιον ανδρείας
Από γλώσσες ομορφονιές

Ένας άκακος άνθρωπος υπήρξα
Βρήκα ενδιαφέρον στα μουσκίδια μόνο μέσα
Τα χαράματα
Σκύλος και γλείφτης
Με όσα ψυχικά προσόντα απαιτεί η θαρραλέα τέχνη

Τού να καυλώνεις δίχως υπεκφυγές
Σαν θάνατος

Πεδία μαχών και κρεβάτια

rx_image_39

Αναγνωρίζω στον καθρέφτη το άνθισμα
της ομορφιάς. Είναι δικός μου αυτός ο βαρύς λυγμός.
Μπρούμυτα σε περιμένω. Δίχως λέξεις και δίχως ρούχα.
Με την άκρη του ματιού
βλέπω στην τηλεόραση μανούλες
κάτω απ’ τις κοιλιές των βομβαρδιστικών.
Το βυζί πασαλειμμένο με σάλιο και αίμα.

Στη λαμπρή μοναξιά των ποιητών
πλάι πλάι στη βραδύτητα των συλλογισμών για την ανθρωπότητα
ακούγεται μια πορδή.

Κάμποσοι γέροι είναι
φαρμακόγλωσσοι και χαρούμενα σαρκοβόρα.
Γράφουν άρθρα για τη Γαλλία και τους γερμανούς.
Τις πείνες και τη μπομπότα.
Την εκδίκηση του πολιτισμού. Τα οδοφράγματα
και το ηθικό σθένος.

Οι μύγες κάθονται πάνω στα κατρουλιά του ουρανού.
Οι μύγες
που αγαπούν τον ήλιο και οι μύγες
που φχαριστιούνται τα φρέσκα σκατά. Το σπέρμα
της ανθρώπινης καρδιάς.

Τώρα πηγαίνω εκεί που τα κοιμισμένα μάτια γλιστρούν στο θαύμα.
Οι νύμφες φροντίζουν τα κοπάδια. Ο άνεμος
κι αυτός από γέλια ξεδοντιασμένα. Τα κοριτσάκια
κι αυτά γαλατένια.

Κυλιέμαι κι ανατριχιάζω.
Πεδία μαχών και κρεβάτια. Υμένων
που κρυφά απ’ όλους πασαλείβουν τις δονούμενες σχισμές.

Κινίνα Εξαρχείων

exarxeia

Αυτή η περιοχή ήταν κάποτε γεμάτη ρωμαλέα παιδιά. Το γυναικείο Σώμα έβρισκε εδώ μια καυτερή πιπεριά για να τρίψει στις ρόγες του.

Η λαϊκή του Σαββάτου, σχεδόν με μιαν αφέλεια παιδική, διατηρούσε τα σεξουαλικά υπονοούμενα των βλάχων που ροβολούσαν απ’ της Λαρίσης το ποτάμι και τα γλυκά αγγουράκια των Θηβών.

Η οδός Καλλιδρομίου μύριζε γιασεμί και πληθυντικό ευγενείας.

Τα ερωτικά παγοθραυστικά της επαρχίας πρόσφεραν τα ερωτικά τους όργανα σε λογοτέχνες και μπακάληδες, χωρίς υπεροψία αλλά βουτηγμένα στη μέθη, ανωνύμως πάντα, χοροστατούντων κάποιων μητροπολιτών, μεταμφιεσμένων σε κορίτσια με πονηρούς σκοπούς.

Οι κρανοφόροι δεν είχαν αγοράσει ακόμα γκαρσονιέρα στην περιοχή και ο λόφος του Στρέφη ήτο γεμάτος ανωμάλους λογίους και βρετανικό LSD, ενισχύοντας τα φωναχτά ή αντιθετικά χρώματα της μικροαστικής πλήξης.

Η αναρχία ήταν περισσότερο ποίηση και στύση του αυθορμητισμού.

Οι βρικόλακες αγόραζαν τα ρετιρέ τους έχοντας άλλοθι καλλιτεχνικόν και λεφτά στην άκρη για δεύτερη μπριζόλα.

Κάτι γκαρσόνια με χιούμορ αφήναν χρυσόσκονη πάνω στους τοκετούς της διανόησης που φλίπαρε ανάμεσα σε ούζα και χαβαλέ, ψάχνοντας καινούργιες χορηγίες Φορντ και ευκαιρίες στα μεταχειρισμένα αυτοκινητάκια που κουβαλούσαν κάθε Κυριακή οι μαντράδες στο Σχιστό.

Η ακολασία διαβιούσε σιδερωμένη και κολλαριστή, λίγο πριν φτάσουν τα καράβια με την πρέζα και την κάνουν αγνώριστη.

Η Τρικούπη και η Σόλωνος άρχισαν να οριοθετούν ένα ερωτικό ντελίριο του πεζοδρομίου. Πιάτσες τού μέσα κόσμου που εβγάζαν το μέγα και αόρατον ηθικόν τους στον ήλιο, που, τον έκρυβε η νύχτα των ντροπαλών αρσενικών.

Όμορφοι επαρχιώτες αθεράπευτα νυμφομανείς, αφήναν πίσω τη μανούλα και τα χωράφια για να κερδίσουν λίγη αιωνιότητα, σχηματίζοντας ένα μοχθηρό πρόσωπο μέσα στη ζούγκλα του ανταγωνισμού, σαν πιθήκου, χαραγμένο με μίσος, κακία και απόγνωση στα ανήλιαγα στενά από κάτουρα και αμμωνιακή σήψη.

Εκδότες και πιστολάδες μέσα σε σουβλατζίδικα που θεράπευαν λοξούς γόηδες απ’ το ξενύχτι.

Επαναστάτες αγκιστρωμένοι στο θαυμασμό τού εαυτού τους πετούσαν τις μπροσούρες τους στον ακάλυπτο, σουρωμένοι και δυστυχισμένοι που δε γεννήθηκαν στην Αμερική.

Το Rock έγινε το κινίνο για όλες τις παθήσεις μαζεύοντας Τάταρους της Κριμαίας και πιστολάδες του Τέξας σε γιαπιά, γιορτάζοντας τα κούλουμα της αναρχίας που γινόταν καθεστωτική και αφόρητη αφού με τα πρώτα φράγκα δραπέτευε στην οδό Σκουφά και στα Κολωνάκια με όση αυτοδηλητηρίαση και αυτοσαρκασμό απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Οι υγιείς δραπέτευαν στα νησιά κάνοντας τον αντικομφορμισμό τους ιδεολογία απλώνοντας πάνω στο εθνικό πτώμα το έμπλαστρο της πολιτικής οικολογίας.

Οι έμποροι ναρκωτικών άλλαξαν μάσκα, αγκαλιάζοντας τον Καστοριάδη και τον Στίνα, φυτεύοντας ολλανδική μαριχουάνα στους φαντασιακούς ντενεκέδες τού καπιταλιστικού παραδείσου.

Οι χιπστεράδες αγόραζαν με τα λεφτά τού μπαμπά ξύλινα σπαθιά κυνηγώντας ψυχεδελικές πεταλούδες στα ρουμάνια της Ζωοδόχου πηγής, σκορπώντας την τέφρα φιλελεύθερων ραβίνων στα μουστάκια νεαρών παιδιών που τα ξεπάστρεψε η πατρική αγάπη.

Τώρα σήμερα εδώ οι αναρχίζοντες αστοί χτυπάνε τα κουταλοπίρουνά τους στα πιάτα, με τον κυνισμό τού επίτιμου πράκτορα της περιοχής, περιμένοντας τα ψίχουλα της αμερικάνικης πρεσβείας για τα τελευταία πληρωμένα άρθρα στην εφημερίδα των συντακτών, κατατροπώνοντας τον Λένιν και τους μπολσεβίκους, δίπλα σε υπόγεια με μισότρελους πρόσφυγες, αποθεώνοντας τη φολκλόρ ιδεολογία τους που καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Τα γλυκομίλητα κορίτσια μπροστά στο θεό

laven

Με τις νύμφες τρέχω στο γαλανό κοχύλι μέσα.
Τους κουβαλώ νερό, ψωμί, τυρί και φρούτα.
Καμιά φαντασία στο μάκρος των ποδιών τους.
Ο ήλιος που μας κοιτά σκυλί χαμένο στην έρημο.

Κι ο θάνατος της παρθενιάς όμορφο ζώο. Σφαγμένο
με μάτια τρελά στων φτωχών ανθρώπων μέσα τα σπίτια.
Λουσμένος εκεί, ο λαός, από δέρμα και λαμπρή μοναξιά.
Κι εγώ ανόητος, όλο τσίμπλα και χείλη τόσο κόκκινα
από αγάπη, όσο τα Ιεροσόλυμα από παπαδίστικη πουστιά.

Μια τούφα τρίχες αγαπώ και μια καρδιά αναμαλλιασμένη.
Ποθώ το λόξυγκα της έγερσης του έρωτα. Τον ήχο
της ψωλής που την παντρολογούν οι ποιητές με την νεότητα.
Κοριτσάκια μέσα στα τσόφλια τού Ιερώνυμου Μπος και
γυμνά τρυφερά στόματα. Βλέφαρα που σκεπάζουν μια
φλαμουριά λίγο πριν κόψει αλυσίδα στα χέρια σου
η δική μου πάλλουσα καρδιά.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο

946194_rx_Witkin_WITJP10667-300

Θα σου δείξω πως έχασα το δρόμο μου για το λαβύρινθο.
Πάντα με τα αιδοία γαντζωμένα
στη διθυραμβική γκριμάτσα του οργασμού.
Όλο εργασία και χαρά. Και τέτοια που λεν τα βούρλα.

Τολμώ και κάνω θλιβερές σκέψεις. Αν πέσω
ξέρω πως θα μου εκφωνήσουν τον πιο συμβατικό επικήδειο.
Βάλτος από χρυσάφι και ηδονές
ομολογημένες απέναντι στην οργανωμένη βλακεία.
Τέλμα εκεί που κατουρά μιαν όμορφη το ηλιοβασίλεμα.

Δεν περιμένω τίποτε άλλο. Η ποίηση
είναι όλο συμβατικότητες. Οι ποιητές είναι φιλαλήθεις ψεύτες.

Το βασίλειό μου για ένα άλογο, ανέκραξε
το μουνί της φοράδας.

Οι ποιητές δεν απογοητεύονται
απ’ τις μικροέγνοιες. Άλλοι απαγγέλουν
τις πελώρια ηλίθιες σκέψεις τους. Άλλοι αγοράζουν κλουβί
για να στριμώξουν το διεφθαρμένο άπειρο
που χορεύει το χορό της κοιλιάς.

Δεν είμαι πια εγώ αυτός που κλαίει.
Βλέπω.
Στρατιώτες-ποιητές που διεξάγουν έναν ψευτοπόλεμο.
Ώσπου να ρθούν εν μια νυκτί. Σύζυγοι.
Τέκνα. Συγγενείς. Σηκώνοντας το καπάκι της χέστρας.
Πετώντας μες στη καταβόθρα συλλογές ποιητικές,
εκθέσεις και φιλόδοξα δοκίμια.

Γράμματα, ημερολόγια και κασέτες με ερωτικά αναφιλητά.
Απ’ τα παλιά ξεχασμένα πηγάδια.

Φροϊδικό ιντερμέδιο

Bernard Buffet

χάρισμα εις τον Bernard Buffet

Θα μιλούσα γι’ αυτές τις ψηλοπόδαρες αδυναμίες μου.
Το χιόνι και τον άνεμο. Τα βλέμματα των φτωχών
που τρυπώνουν σ’ ένα κομμάτι μυρωδάτο κρέας. Τις θηλές
που δεν τις έπιασε στη γλώσσα του κανένα στόμα.
Τις κοπελίτσες που τραντάζουν τις νύχτες τους με το δάχτυλο.

Θα μιλούσα αλλά δεν είμαι πλέον εγώ. Αναρωτιέμαι
ποιος είναι αυτός ο Εγώ κι ποιος αυτός ο Εσύ.
Μα ακόμη και τα ζώα και ο Μπετόβεν κι εγώ
νιώθουμε στον ύπνο μας να γλιστρούμε στον ίδιο γκρεμό.

Το παίζω συχνά μηχανικός προβολής των ψυχών. Μα η ψυχή
γουργουρίζει μέσα στην κοιλιά και τους όρχεις μου. Φασίστρια
πολυτελείας. Ο ανοιξιάτικος κώλος της απομακρύνεται
ποδηλατώντας. Και τον βλέπω.

Αχ! αυτή η ψυχή που δραπετεύει στους αγρούς.
Είναι η ψυχή μου.

Απ’ τον καιρό της εφηβείας είμαι ο τσαρλατάνος των οργασμών.
Μουσκεύει ακόμα το βρακί μου. Μα οι ψυχαναλυτές
το κάνουν με βραδύτητα. Σε αυνανίζουν όχι με έπαινο
αλλά με το θριαμβευτικό μακρινάρι της σιωπής.

Ω ναι. Βλέπω τώρα την κωλοχαράδρα σου ψυχή μου.
Και πόσο άτρωτος είμαι.

Σκέφτομαι. Όταν θα ξεκαθαρίσει το πράμα με τις στάχτες
τα σκουλήκια και τα χώματα. Δεν θα’ μαι πια το μικρό αγόρι
που κατεβάζει το βλέμμα του στο μουνί σου μπροστά
γλυκιά μου μανούλα.

Δέηση την Αυγή

deisis

Κάνω τις ευχές μου πλάι στην όμορφη θάλασσα.
Τώρα με θέλγουν κλαψιάρικα αλλήθωρα ηλιοβασιλέματα.
Οι Κινέζοι έμποροι που επέστρεψαν στο στρατόπεδο της Ευρώπης.
Στα μαυσωλεία επιπλωμένων σπιτιών με άσπρο χρώμα.
Και δράκους πεσμένους στα γόνατα που μαθαίνουν αγγλικά.

Δεν ξεχνώ τις καυτερές πιπεριές και τους συναγερμούς.
Τα κολιέ που έβγαζαν απ’ τις στάχτες οι Γάλλοι διανοητές.
Στις αποικίες. Το αίμα στα εξώφυλλα. Λεκέδες της υπεραξίας
κι ενός αρχιδούκα που ψιθύριζε πάνω απ’ τους χάρτες. Για

το Κονγκό που δε θα το ταξιδέψω ποτέ. Γράφω.
Για τη Σενεγάλη που έχωσε το δάχτυλο στον πρωκτό του θεού.
Τους κανίβαλους που λατρεύουν την παναγία.
Στα μεταλλεία χρυσού. Στα πιθάρια μέσα που μεταφέρουν
βγαλμένα μάτια ανταρτών Αγίων. Έκφυλων.

Κοριτσιών που ονειρεύτηκαν παντρολογήματα και καταιγίδες
φιλιών. Και το ιερό ελάφι της θεάς στραγγαλισμένο
στο σαφάρι Ελβετών γιατρών. Στα κουζινάκια από χώμα
που δε γρυλίζει ο Ταρζάν και τ’ αφεντικό
παραμονεύει με τα χρυσά του δόντια το φαί του κόσμου.

Ο δρόμος προς το Ποίημα

odro

Όταν ο πόνος αφήνει τη σύζυγό του. Την ηδονή.
Ελεύθερη με τον κάθε τυχόντα. Ακόμα και τα βούρλα
αγαπούν. Κι όχι ψεύτικα. Όταν βγάζεις την κάλτσα
είναι αδύνατο σχεδόν να μην τρέμω.
Να μην ονειρεύομαι ανάμεσα στο λίγο κενό

ως λόγιος ή ως καυλωμένος που γεύεται μυστικές
σταγόνες αθέατες
απ’ τα χαρτομάντιλα και τις ατασθαλίες της νηφαλιότητας.
Πρωκτικός ή στοματικός
στις ακαριαίες ψυχρολουσίες της ανίας
στο χρόνο που χάνουμε μακριά
απ’ τις αγκαλιές και το γλυκό γαμήσι.

Στο χρόνο. Που ελεύθερο σε αφήνει να σουτάρεις.
Να εκτεθείς απέραντος
στην παλαβομάρα της εκσπερμάτωσης.
Φεγγάρι ψυχρό και πολυάσχολο κάνοντας κύκλους
πάνω απ’ τον παράδεισο. Μοιράζοντας φυλλάδια
προπαγάνδας. Λιπαντικά ασφαλούς διείσδυσης στον πεθαμό.

Τη στιγμή που λες Πεθαίνω και η πεθαμάρα είναι καύλα.
Ο σπασμένος άξονας των φόβων.
Τόσο που ακόμα και τα κατρουλιά σού φαίνονται
όπως φαίνονται στα πρόβατα και στα γουρούνια
και στις κότες που χωνεύουν το φαγάκι τους και γαμούν
ασχέτως συνθηκών. Σβέλτα. Ή πλάι σε φωτιές
οι αδέσποτοι σκύλοι.

Χαζεμένοι. Από αλητεία. Και πολλές φορές από πείνα
όταν μένει μια κρύα καρδιά στο δρόμο προς εσένα.

 

Τραγούδι της χθεσινής βροχής

auti

Ο ήχος της βροχής είναι παλιά φιλενάδα.
Στα τέσσερα.
Σαν πολεμώ τα ζόρια.
Κάτω απ’ το φόρεμά της απόθεσαν οι εγωμανιακοί
τα σκήπτρα τους. Ένα σεμνότυφο χείλι. Δαγκωμένο.

Τις συγχωρούσα όλες σαν ξάπλωναν ανάσκελα σαν ερπετά.
Σαύρες που βαστήχτηκα απ’ την κομμένη τους ουρά.
Ποτέ μου δεν υπήρξα ακέραιος νους. Οι ειδήμονες
το μυρίστηκαν απ’ τα χνώτα.

Χασομέρηδες εραστές στεγνοί και φωτισμένοι.
Με όση θεία φώτιση έκρυβαν στο πικρό χιούμορ.
Τις κόκκινες σάλτσες που πάλευαν να νοστιμίσουν οι αγαπητικιές.
Τα ωραία ζιβάγκο για τους λιγνούς ακαδημαϊκούς λαιμούς
που με κρύβουν απ’ τις τσούπες.
Αυτές που σπουδάζουν τις μπαλάντες στα κάτεργα
για να πάρουν μισθό και πτυχίο.

Ύστερα πάντα τα συμπόσια επιστρέφουν τα κλοπιμαία
στις κοιλιές των μικρών μαθητών. Στο λήθαργο.
Που αφήνει ένα ωραίο ζεστό κατούρημα το ξημέρωμα.
Λίγο πριν πρόωρα πεθάνει ο ύπνος.

Υπάρχω. Κι όσο υπάρχω δεν ξέρω τι θα πει αυτό.

Η κυρά Σαρακοστή

kirasarakosti

Η κυρά Σαρακοστή με τα εφτά της πόδια
κρύβει κάτω απ’ τη φούστα της
έξι μουνάκια ερωτιάρικα ορθόδοξα
υγρά λαχανιασμένα. Πλήθος συρρέουν
οι πιστοί, οι θάνατοι και τα ωραία φαντάσματα
αγίων, σε τούτη την πολυεύσπλαχνη γυνή
που διαθέτει δυο βυζιά ένα αφαλό και έξι κλειτορίδες.
Μα, έξι ψωλές όλο γι’ αυτόν
τον γδούπο της αγάπης χάνονται.
Χύνουν κι οι έξι τους μαζί ή εκ περιτροπής
κάθε φορά κι έπειτα άλλοι έξι παίρνουνε σειρά.
Είναι φλεβάρης κουτσοφλέβαρος που περιμένει
οργασμούς κάτω απ’ τη φούστα της κυρά Σαρακοστής.
Απ’ τα μεγάφωνα ο σεβάσμιος παππούλης
μην σπρώχνεστε αδερφοί! αναφωνεί
για σας φροντίζει ο θεός που είναι απέραντα καλός
φτιάχνοντας μηχανές του σεξ ορθόδοξες
μεγαλομάτες παιχνιδιάρικες ζεστές
Κι εσείς τεκνά που διαμαρτύρεστε
πως είναι η σούφρα της σφιχτή, να ξέρετε
πως, με σάλιο και υπομονή κι ο κώλος γίνεται μουνί
Ω! μες στα εράσμια λιβάνια ακούγονται
οι πορδίτσες της κυρά Σαρακοστής
-σεξτέτο ουράνιων πνευστών-
αρωματίζοντας τη γαμησονηστεία που απαιτεί σωστή διατροφή
σαλάτες καλαμάρια και σουπιές
χταπόδια φασολάκια και λουκούμι Συριανό

Η ισορροπία γεννάει τέρατα

Taina B

Η ισορροπία γεννάει τέρατα.
Σαν κάποιος ανώμαλος θεατής
που ξόδεψε όλα του τα χρήματα για να ψωνίσει ενοχές.
Οι τύψεις και τα γερατειά. Ισχύς εν αχρηστία.

Σε λατρεύω αφότου χάθηκες.
Μετράω τις χάντρες της Ανατολής και τις σεξουαλικές προτάσεις
της εβδομάδας. Σαν έρθει η ώρα θα πω Τετέλεσται.
Κι ίσως κλάψω αφήνοντας στη διαθήκη μου τη στιλπνότητα των
διδαγμάτων όσων μου έμαθες.

Οι ψυχίατροι αντιμάχονται το λευκό σου στήθος.
Ωχρά μπούτια. Και αχόρταγος.
Από νεύρα και νεκρανάσταση.
Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως είμαι μεγαλόψυχος και ικανός άντρας
με βαρβάτη στύση. Και κάθε μουνί που παρεισφρέει στο ποίημα
είναι για να τρομάζει μόνο και να παρηγορεί.

Ω ναι, ανακάλυψα αυτό το άνθισμα στην καρδιά μου κουρδίζοντας την
αποχαύνωση. Του φιδιού το ψυχρό σώμα στο λιοπύρι.
Μα διαθέτω μια ζεστή καρδιά. Μεζέ.
Για τις μέγαιρες που μου δείχνουν τα δόντια τους.
Για τους υπαλλήλους του θεού.
Για τις κοπέλες που αποψιλώνουν τη μάταιη κατοικία τους.

Τρυφερά πάντα θέλουμε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που μας δίνεται.
Βόμβες ίσως πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Και μετά αδέξια αβέρτα φιλολογικά νεκρόδειπνα.

Η Θεά και ο Βοσκός

pnevma

Επειδή οι εραστές πιστεύουν στην πραγματικότητα αυτού τού ζωτικού ψεύδους που τούς κάνει να γενιούνται ξανά και ξανά, ξεχνώντας για λίγο το θάνατο και την επιστροφή στη λάσπη, φτάνουν πιο γοργά στην αλήθεια.

Η τέλεια ανθρωπιά τους διαθέτει έναν τερατώδη τόνο.

Χοντρές γριές με κίτρινα φουστάνια και σχισμένα καλσόν λικνίζονται πάνω από τριαντάφυλλα που λάμπουν.

Μνήμες απ’ το χάδι της σμίλης του δημιουργού που περνά πάνω απ’ τις μορφές όπως τα χείλη που ακραγγίζουν έναν κλειστό κάλυκα.

Όταν εμείς, οι δια παντός θνητοί, γίνόμαστε εραστές δηλαδή δημιουργοί χρειάζεται να κοιτάξουμε βαθιά και να ψάξουμε στα σκοτεινά πηγάδια του εαυτού μας τον αντίλαλο των βουβών εκμηστηρεύσεων του Άλλου.

Διότι δίχως τον Άλλο δεν μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί.

Να γράψουμε και να ξεγράψουμε ύμνους στις προστυχιές που μας γέννησαν.

Να στήψουμε πάνω απ’ το φόβο το μελάνι που πετάγεται στους τοίχους και την ανία τού ζην που σκεπάζει αργά αργά τις καρδιές μας μέσα στη μοναξιά τού ουρανού των ηδονών που μοιράζονται απλόχερα στους μελλοθάνατους.

Η επιστήμη της ηδονής, η θρησκεία του έρωτα, η απελπισία του και η ανάγκη του για αιωνιότητα, αυτή η πελώρια βοή των υγρών και των σάλιων βρίσκεται ολόκληρη στην πνοή της σάρκας που βγάζει ο σπασμός τού μουνιού όταν ανατέλλει ο ήλιος.

Όταν τα στόματα δεν ομιλούν αλλά συνευρίσκονται για να γεννήσουν καινούργιες λέξεις και ποιήματα.

Καύλες που τα δεσμά των ομφαλών τους λύνονται σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες. Αφήνοντας μες στο σύμπαν τις σεξουαλικές σαύρες να τρυπώνουν με την ακατανόητη δεξιότητά τους στα μυαλά των ανθρώπων.

Εκεί που γεννήθηκε ο έρωτας, στις πρώτες λέξεις που χαράχτηκαν πάνω στους βράχους και στην υγρασία που άφηνε ο χρόνος πάνω στην πέτσα της λάβας.

Εκεί που ένας βοσκός Σουμέριος έλεγε: Ας πλέξει σε τραγούδι ο ποιητής αυτό που θα διηγηθώ. Τον έρωτά μου με μια θεά. Το ζευγάρωμα μιας θεάς και ενός βοσκού.

Της θεάς που αγάπησε εκείνη τη νύχτα σα να ήταν θνητή και του βοσκού που έγινε αθάνατος όσο κράτησε η νύχτα.

Επαρχιακής πολίχνης ατέρμον πένθος ακολάστου Οσίου Βαλεντίνου

tol

Αυτή η πόλη με τους δύσκολους άντρες
και τα σκυλιά που σουλατσάρουν για το
ξεροκόμματο πέρα δώθε ξορκίζοντας τις
φριχτές αρρώστιες και τις ψείρες που
γλείφουν τα γεννητικά τους όργανα
Αυτή η πόλη με τις οσμές και τις μνήμες
που πνίγονται σε λεμονάδες και βραστά
αυγά που χοχλάζουν Αυτή η πόλη με τους
δόγηδες εμπειρίκους των άσεμνων ηδονών
και τους μικρούς άτακτους Ρώσους που
παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά και
κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση
Αυτή η πόλη που τρέχει στα τυφλά μες
στο σύμπαν και χτυπιέται στους τοίχους
της Άνοιξης κάθε πού ουρλιάζει ο Pound
μεσ’ απ’ το τρελάδικο βλαμμένος σαν
γραφομηχανή στο βυθό σαν μουνί σπλάχνο
τού Βαν Γκογκ Αυτή η πόλη που άκουσε
Μπραμς στο πένθος του χλωμού ινδιάνου
Το σκόρο να σαπίζει το κρέας τη σάρκα
το πουρί πριν τραβήξει η φθορά καζανάκι
Όσο θρεμμένο σκατό αργά αργά γαλαζόθρεφτο
λίπασμα μουρλά ποιήματα που τα ξεφόρτωσαν
οι τυφλοπόντικες Αυτή η πόλη που κρέμασε
στην κλειτορίδα της αντάρτες που ανάβλυσαν
κόκκινο φρέσκο μεδούλι ληστές και σάτυρους
και συν αυτώ θνητούς που μαλακίστηκαν σε
ασανσέρ σε μπαλκόνια επαρχιακά το καλοκαίρι
Αυτή η πόλη είναι η ψωλή μου τρελό πουτανάκι
που σε λένε ζωή ζώο ζουλάπι Εσείς τουαλέτες
ξέμπαρκες στο γαμήσι και στο θάνατο
που χάθηκα ξοπίσω σας.

Hannah Hoch and the Dadas

Hannah-Hoch-Self-portrait-in-Mirrors-1931-Image-via-artblastcom-770x466

Hannah Hoch in A Self-Portrait in Mirrors (1931)

 

Το μόνο που διαθέτουμε είναι το ύφος. Ύφος χαμαιλέοντα ή μικρής καμαριέρας.

Ύφος στεναγμού όταν ανοίγουμε το παράθυρο και δεν βλέπουμε τη θάλασσα.

Ύφος εξομολόγου που δρέπει δάφνες απ’ το λογοτεχνικό αφήγημα της αμαρτίας, που, αν δεν ειπωθεί θα γίνει καρκίνωμα στις ζωηρές φαντασίες των καλλιτεχνών.

Ο νοικοκύρης άνθρωπος πάει να γαμήσει πασαλειμμένος με μια παχιά λίγδα συμβόλων και παραγεμισμένος ως το μεδούλι με θεολογικά περιττώματα, μα και τούτος ο σκιτζής των ηδονών διαθέτει ύφος.

Εκείνος ο καλόγερος και θεατρίνος μπροστά σε κάθε δασύτριχο γεννητικό όργανο διαθέτει ύφος.

Είναι ο πιστός που αφουγράζεται τη συμπαιγνία των μαλθακών λέξεων, τη συμπλοκή αυτού τού ανείπωτα ερεθιστικού λόγου με τις ονειρώξεις και τα βαρβάτα περιστατικά οραμάτων τού βίου που πορεύεται εν σιωπή και φθόνω.

Ο έρωτας είναι η λοξή γραμμή, το τίμημα τού ύφους που υπηρέτησαν οι λέξεις και σου λένε κάποια στιγμή: Αφουγκράσου! ξανά και ξανά. Την όμορφη κοιλιά της και τα σπλάχνα της, τον ιδρώτα απ’ τη μασχάλη της και την ερωτική της ανατριχίλα που την κυβερνούν οι εστιάτορες και οι ποιητές.

Καιρό πολύ τώρα ξέρουμε για τον έρωτα σε κρεβάτια και τον έρωτα σε ντιβάνια.

Για την πελώρια γκρίζα πλαδαρή πλήξη του μυαλού, αφού δε μάθαμε να φυλαγόμαστε από τις λέξεις, κι έτσι έρχεται η συμφορά.

Το συμφέρον τού Εαυτού να στίψει ένα τρυφερό σεξουαλικό λεμόνι πάνω απ’ το μάταιο άνεμο των λέξεων και των λυγμών.

Σε κάθε ευαίσθητο σημείο που οδηγεί στο μηδέν τη στιγμή που μιλάει μέσα μας πλουσιοπάροχα και πριγκηπικά η αιωνιότητα τού χώρου και τού χρόνου, που όμως, κάποια στιμή δεν μας χωρά, γιατί γινόμαστε παλώριοι, πρησμένοι απ’ το εγκόσμιο άγχος της ενοχής.

Απ’ το πυρ το εξώτερο μιας παράβασης που κάνει τη γλώσσα ένα κομψό μυστρί που πασαλείβει σπέρμα και σάλια το βίο των καλών ανθρώπων που σφαδάζουν σαν τα πατημένα σκυλιά στην άσφαλτο.

Ποντικάκια που πάσχουν απο λεπτοσπείρωση και γουρουνάκια ηλίθια.

Ματιασμένες παρθένες με την υδραργιρική και ψυχρή παραφροσύνη τους, που θέλουν να καβαλήσουν πούτσους και συννεφάκια, που, θα τις οδηγήσουν στη συνουσία και στα χαντάκια βίου ανθόσπαρτου από απαγορεύσεις.

Ω ναι! διαθέτω ύφος και το ξετυλίγω.

Ήδη η ιερά σχισμή δεν κοιτάζει πια τη γη αλλά τον ουρανό, δηλαδή την Ουτοπία.

Σχολή Καβλών Τεχνών

sxoli

Υποκύπτουμε τελικά στο Χώρο και στο Χρόνο. Στις σωματικές μας ανάγκες που μας εξουσιάζουν.

Ακόμη και η πιο άναρχη εποχή, είναι πάντα μια συναρπαστική εποχή, γιατί τρέχει μέσα στην κίνηση της ζωής, της οποίας η γλώσσα του ανθρώπου είναι μόνο το ένδυμα.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πολύ περισσότερο μέσα στη φύση μας παρά στη φύση των πραγμάτων που μας περιβάλουν.

Το λεγόμενο πνεύμα είναι τόσο αλαφροίσκιωτο που αν το εμπιστευτείς αποκλειστικά γίνεσαι δέσμιος της υλιστικής Χίμαιρας που το θέλει εξουσιαστικό και αιμμοβόρο.

Όμως το Σώμα και μόνο αυτό μπορεί να συνομιλήσει απ’ ευθείας με την ύλη και την συμπαντική ουσία που πλάθεται ολοσχερώς απ’ τις μεγάλες ταχύτητες.

Τις σκληρές θεόρατες πέτρες που πλανούνται στο στερέωμα, γλυπτά σμιλεμένα στην αιώνια ζέστη και στο ατέρμον ψύχος, που θρύπτονται πάνω απ’ τις ασάλευτες πηγές και τα κοιμισμένα ζωάκια.

Πάνω απ’ τις λαμπερές κοιλιές και τα σκληρά στήθη που ανασαίνουν εκεί, ανάμεσα στους λευκούς βραχίονες και στα αραιά κοκκινόξανθα μαλλιά, μαζί με την ηρεμία μιας ορεινής παιδιάδας που κοιμάται ξαπλωμένη πάνω στο δέρμα του διαβόλου.

Του διαβόλου που κυβερνά την αταξία με τάξη, αλέθοντας κάθε τόσο πεποιθήσεις και πολιτισμούς με τα δόντια του.

Μα η αγνότητα ανήκει στα ζώα!

Grasp+18x22

Την αγνότητα μόνο να την κατακτήσεις μπορείς. Κανείς δεν γεννιέται αγνός και αμόλυντος και παρθένος. Γίνεσαι αγνός όταν πραγματικά απαλλαχτείς από κάθε δυστυχία που προκαλείς εσύ στον εαυτό σου και στους άλλους.

Η αγνότητα δεν επινοεί και δεν μπορεί να επινοήσει. Μόνο ξέρει να κάνει αφαίρεση και απλούστευση ως το ακρότατο δυνατό όριο της αφαίρεσης και της απλούστευσης.

Δανείζει στον άνθρωπο την πιο συνειδητή γλώσσα της βούλησης για να αποκτήσει τη μεγαλοπρέπεια και την ισχύ των μηδαμινών, που, είναι απαλλαγμένοι από κάθε φιλοδοξία.

Ίσως συμφιλιώνοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο με το υλικό των πραγμάτων που τον γέννησαν.

Με την ουσία που την ορίζεις σιγά σιγά κερδίζοντας απ’ τον πλούτο της φθοράς σου κι απ’ τη βαριά μητρότητα της ερωτικής κραιπάλης που ξεγεννά τα βλέμματα.

Αυτά που λατρεύουν την ομορφιά, κατορθώνοντας να αποσπάσουν απ’ το μυστήριο μια απ’ αυτές τις σκοτεινές αρμονίες που είναι αρχιτεκτονικά δομημένες σαν ένας ναός που αποκαλύπτει τη ζωή σ΄ όσους είναι άξιοι να την αγαπούν και να την λατρεύουν.

Hell-as(s) Ή η κωλοτρυπίδα της κολάσεως

helas

Σέβομαι ιδιαίτερα τους λαούς που δεν διαθέτουν ιστορία. Που τρώνε όταν πεινάνε και γαμιούνται όταν υγραίνονται. Που γυρνούν σχεδόν γυμνοί μέσα στις στέπες πιστεύοντας στις πέτρες και στον ήλιο, στο νερό και στο σπέρμα, στα βραστά μπιζέλια και στο ρυζόγαλο.

Λαούς που δεν έχουν αρχηγούς αλλά σοφούς φτωχούς γέρους που γιατρεύουν πληγές μες στη ζεστασιά της χειμωνιάτικης καλύβας.

Οι μύθοι τους μιλούν για σύννεφα και κορυδαλλούς, για βοσκοτόπια και μονοπάτια των μυρμηγκιών, για φεγγάρια και ομίχλες.

Τα δόντια τους τα ακονίζουν πάνω στο ουράνιο τόξο που μετά τη βροχή γέρνει τα λαμπρά καθαρά χρώματά του στον κόσμο.

Καμία ένδοξη νεκρόπολη. Καμιά Βεργίνα λουσμένη στο χρυσό αποδιοπομπαίο λήθαργο της σφαγής. Κανένας θάλαμος αερίων και κανένα εργοστάσιο όπλων. Καμιά πατρίδα, μονάχα ουρανός και γη. Καμία κτήση εκτός από ένα στρώμα και μια στέγη.

Κανένας ανθρωπόμορφος ιαγουάρος στο προεδρικό μέγαρο να παίρνει αποφάσεις τινάζοντας τις τελευταίες σταγόνες κάτουρο απ’ το πουλί του.

Οι λαοί που δεν διαθέτουν ιστορία κοιμούνται με ήσυχη συνείδηση. Τρώνε φρούτα και πίνουν γάλα, ακούγοντας το τραγούδι του κοκκινολαίμη. Δεν αλείφουν τον πόνο τους σ’ ένα βελούδινο ντιβάνι φλυαρώντας ακατάσχετα για να καταφέρουν κάποτε να ξεχάσουν. Δεν έχουν νευρώσεις και ζάναξ, καπότες και άλλους χρυσοποίκιλτους ζουρλομανδύες της ηδονής.

Είναι οι λαοί που διαθέτουν αληθινή σοφία αφού δεν τους ενδιαφέρει πόσο θα ζήσουν αλλά πως θα ζήσουν.

Είναι οι λαοί που αφήνουν ελεύθερα τα παιδιά τους να μάθουν παίζοντας και να καταλάβουν νιώθοντας.

Είναι οι λαοί που δε συσκευάζουν τα βότανα και τις ουσίες για να τα κάνουν ακριβά υπόθετα για ευκατάστατους κώλους.

Είναι οι λαοί που δεν διαθέτουν ψυχοθεραπευτές και γελοίους φιλόδοξους νέους. Αναρχικούς δεξιών αποκλίσεων που μυρίζουν την κλανιά τους σε σκοτεινά δωμάτια, γράφοντας και ξεγράφοντας για τα αιματόβρεχτα ποδοβολητά της ελευθερίας.

Δασκάλους δασκαλεμένους απ’ τον αποικιοκράτη και τον καπιταλιστή, που κρεμάν στα τσιγκέλια τις καύλες των εφήβων για να αφήσουν πίσω τους πετσιά καμωμένα από δουλοφροσύνη και σοβινισμό.

Πατριώτες γουρούνια με λιλιπούτειο μυαλό και βραχυκυκλωμένους ποιητές απ’ τα παχιά λόγια, τα βραβεία και τα κωλοδάχτυλα της εξουσίας.

Αν οι λαοί δεν δραπετεύσουν απ’ τις πόλεις και τα συμπλέγματα είναι χαμένοι από χέρι.

Αν οι λαοί δεν θάψουν την ένδοξη ιστορία τους που δεν είναι δική τους αλλά των αφεντάδων τους θα αργοπεθαίνουν βαυκαλισμένοι σ’ ένα γιοταχί ή σ’ ένα θλιβερό διαμέρισμα, απλώνοντας το χέρι στον καπιταλιστή για ένα επίδομα ή μια χορηγία παράτασης της μίζερης ζωής.

Οι λαοί που δεν γκρεμίζουν τους Μεγαλέξανδρους είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία.

Ω ναι! οι Αλβανοί θέλουν να φτάσουν στη Λακωνία. Οι Έλληνες θέλουν πίσω την αγιασοφιά. Οι Βούλγαροι θέλουν να βγουν στο Θερμαϊκό. Οι Τούρκοι θέλουν να κατακτήσουν το Αιγαίο. Οι Αμερικάνοι τα θέλουν όλα.

Ο πατριωτισμός είναι το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα. Μα, υπάρχουμε και μείς που δεν είμαστε πατριώτες. Εμείς που δε σεβόμαστε τις σκατωμένες σημαίες των κρατών αλλά τις πούτσες και τα μουνιά μας.

Ω ναι! κυρίες και κύριοι, σεβαστείτε τις πούτσες και τα μουνιά σας και τότε ο Φράγκος Φραγκούλης θα μπουκώσει το στόμα του με τ’ αρχίδια του Βουκεφάλα, θαμμένος για πάντα στο βόθρο της ιστορίας που τον γέννησε.

Κόκκινο ανάμεσα

podia

Τόσες ορφανές ηρωίδες της ηδονής γύρω, ξέρουν καλά, πως, αν υπάρχει ένα θαύμα αυτό το γνωρίζουν μόνο οι λουώμενες καλλονές. Αυτές που άνθισαν δίπλα στα τριαντάφυλλα και τους σκώρους.

Κατσίκες στο Άγιον Όρος που θα τις αρμέξουν οι καλόγεροι με τα αποτρόπαια δάχτυλα, τα σμιλεμένα από προσευχές και κρυφή μαλακία.

Κατορθώματα της ονείρωξης κυκλωμένα με κιμωλία, ροή της παιδικής αφέλειας, ρεύσις χαράς πάνω στην επιδερμίδα-την απροσδιόριστα μοχθηρή με τη χρυσόσκονη του ηδονοβλεψία τριμμένη πάνω στα κόκκαλα-.

Ερπετική. Σχεδόν γαλάζια.

Φλέβες του λαιμού φουσκωμένες γύρω απ’ το μήλο του Αδάμ και το μουνί της Εύας θυμωμένο, πρησμένο απ’ την αφθονία και τη στέρηση.

Αυτό το κόκκινο που σφηνώνεται και σκοτεινιάζει μες στη σφαγή κι αυτό το ρόδινο που γελάει σαρδόνια μέσα σ’ αυτές τις σκοτεινές τρίχες και το κυανό που μπαλώνει πάνω στις εξεγερμένες καρδιές τον αντικατοπτρισμό των παραδείσων.

Εδώ Συρία Ή Ο καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να είναι αφόρητος

gettyimages-458903556

Είναι που αρχίζει να ακούγεται το μουρμουρητό μιας πηγής, σα να τροχίζει μια γριά δράκαινα τα δόντια της πάνω στις πέτρες και οι αληθινοί ήρωες να παίρνουν θέση κάτω απ’ αυτό τον ουρανό που τον γαβγίζουν τα σκυλιά.

Η εμφάνισή τους δεν είναι ηρωική. Δεν εντυπωσιάζουν και δεν βγαίνουν ποτέ στην τηλεόραση.

Ο Ντοστογιέβσκι θα κοιτούσε με τις ώρες τα ερείπια. Θα κρατούσε σημειώσεις στο διαβολικό του στήθος για μια πόλη γεμάτη δρόμους και υπονόμους, γεμάτη καλώδια και σωρούς από λευκά ανθάκια πάνω απ’ την καταστροφή, ακούγοντας αυτό το περιπαθές τραγουδάκι τού αισιόδοξου μηδενιστή.

Μια πόλη γεμάτη μικρούς αόμματους αγίους. Αλήτες που κάνουν πλιάτσικο στα λατομεία, βίδες και σίδερα για να μοντάρουν μιαν αυτοσχέδια σκεπή, τακτοποιώντας τις πληγές τους.

Εργαστήρια αυτοσχέδια που βαλσαμώνουν με γύψο τους ανάπηρους ζωντανούς.

Μια γυναίκα που ψάχνει κουρέλια για πάνες.

Μικροί μελαμψοί σατανάδες που κόβουν απ’ τα λάστιχα με το μαχαίρι κομμάτια για να φτιάξουν παπούτσια και σόλες για τα ξυπόλητα τάγματα.

Οι λαθρέμποροι που φέρνουν τα καύσιμα κι ο ταχυδρόμος που ψάχνει αριθμούς στο μέσο της κόλασης.

Πόλη γεμάτη βροχές και αστραπές κι ανεμοθύελλες.

Πόλη κρεμασμένη ανάποδα απ’ τα ρολόγια των μελαγχολικών εραστών και ιστορίες αδάκρυτα σπαρακτικές που τις ξεκοκαλίζουν ηλίθιοι χοντροί εκδότες στα γκέτο της διανόησης της δύσης, τρέφοντας με κάλπικο εμπορικό συναίσθημα αυτά τα λεφούσια των γελοίων σμπαραλιασμένων αστών.

Μετά τις οδομαχίες καταφθάνουν οι τζαμάδες με τις πένσες και οι μανταρίστρες με τα βελόνια. Εφημερεύοντες γιατροί δουλεύουν μέρα νύχτα σε αυτοσχέδιες κλινικές για να σώσουν τους επιζώντες.

Σάρκες και βλέμματα ανασταίνονται αφού τα είχε αποσυνθέσει το θρησκευτικό φύραμα έπειτα απ’ τον εμφύλιο λήθαργο της σφαγής.

Φαίνεται πως κανείς δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό το χάος, μόνο μια γωνίτσα καθαρή, αφού ξέρουν ότι οι δολοφόνοι θα επανέλθουν την επόμενη δεκαετία ή την επόμενη βδομάδα.

Ακούν τα κορίτσια την ηχώ των ορέων και την ηχώ των ωραίων. Με τα σκέλια διπλωμένα στις ομοηχίες τού πολέμου και της ζωής, δίπλα σε κατουρημένους γέρους που τους βομβάρδισαν οι Αμερικάνοι και δίπλα σε βρέφη που τους δάγκωσε το τρυφερό κρέας ο Αλλάχ για να πάρει δύναμη.

Μα, ένα σμάρι από μικρούς σοφούς Σίσυφους θα ξαναχτίσει τη ζωή απ’ τα ερείπιά της.

θα ανέβουν απ’ το χώμα και τη σάρκα για να συναντηθούν στα μισά του δρόμου, εκεί, που η επιστήμη και η μεταφυσική σαν σιαμαία αδερφάκια διδάσκουν την απελπισία και το όργιο της σφαγής.

Θα καταφέρουν για λίγο να ρίξουν στα δεσμά τον χάροντα, θα καταφέρουν να κάνουν τις μήτρες γόνιμες και θα γράψουν ποιήματα για το θεό που ιππεύει γυμνός στους δρόμους σαν τη Λαίδη Γκοντίβα, με τα σκυλιά να τρέχουν πίσω γαυγίζοντας, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας την καμένη σημαία της Συρίας που την πυρπόλησε ο παρδαλός δράκος καπιταλιστής με τα χνώτα του.

Εγκώμιον Λειχίας

lixian

Ο Φαλλός σφαδάζει μέσα στο φαρδύ πνευματικό ιστό της διανόησης που έχασε όλα τα μονοπάτια της ψυχής της. Της διανόησης που συγκάηκε απ’ το εμπόρευμα και τα φώτα που ανάβουν για να δείξει λίγο το πουλί της στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Αν μπορώ εδώ να καυχηθώ για κάτι είναι πως η μνήμη μου θα σβηστεί απ’ τα μυαλά των ανθρώπων.

Η δειλία και η προχειρότητα με την οποία ξεγλίστρησα σ’ αυτόν τον κόσμο θα βγάζουν πάντα ένα άρωμα εξευγενισμένης τεμπελιάς, δηλαδή ποίηση ανυποχώρητη στην ερωτική φαντασία και στον πειναλέο οίστρο.

Η πραγματική ισότητα θα μας σκεπάσει με το λαμπρό της πέπλο μόνο όταν ελευθερώσουμε την ερωτική φαντασία απ’ τα ίδια της τα δεσμά.

Όταν αυτό το αυλάκι από αίμα και σπερματόσπορο θα υπάρχει μόνο και μόνο για να καλλιεργεί την τελειότητα των πιο ντελικάτων καμπυλών κι ο πόνος δε θα χρησιμεύει παρά για να κάνει να τρέμει το τρυφερό ρέλι των χειλιών και να λάμπει η γλώσσα μέσα στο στόμα αφήνοντας στο σάλιο μας τη γεύση απ’ τις άγριες θεότητες της γκάβλας που μας κρατάει ζωντανούς.

Οι κακογαμημένοι γίνονται κανίβαλοι της ζωής των άλλων και έμποροι τού πάθους τους που το κατασπάραξε ο ζαχαρώδης διαβήτης τού ανταγωνισμού και της αυτοπροβολής. Και πάντα με κείνη τη δήθεν φιλάνθρωπη πρόθεση συγκαλύπτουν μονοφωνικά τον ακρωτηριασμό τους με την παρηγοριά του.

Η αυτολύπηση και το ψυχορράγημά τους στα γκέτο της μιζέριας φωτογραφίζεται ως πειστήριο ευτυχίας, μα η ευτυχία δεν λογαριάζει τη ζωή με όρους δοσοληψίας και με όρους κέρδους και αποδόσεων, καταχωρώντας τους άθλους ή τις αθλιότητες τού καθενός στον λεξιακό κοπρώνα της κοινής χωματερής των φίλων που δεν είναι φίλοι αλλά κανίβαλοι και καλοθελητές.

Την αλήθεια την φτιάχνει η συνείδηση τού καθενός που θέλει να λάμψει αρτιμελής και σώος μέσα στην κοινότητα που ζει.

Όμως μιαν άρρωστη και παρασιτική κοινότητα μαγαρισμένη απ’ τον ολοκληρωτισμό της μπουρζουάδικης ατομικότητας, πότε πασπαλισμένη με φαντασιακό αμοραλισμό αλά Καστοριάδη και πότε με πληρωμένο αντικομουνισμό στις φυλλάδες των συντακτών και των ασύντακτων πρακτόρων, δεν στηρίζει παρά την ψευδαίσθηση της δύναμης τού δυνατού και την προσφυγή στην απάτη για να πουλήσει ένα αντίτυπο των σωθικών της σε μεσήλικες απαρηγόρητες υπάρξεις που δε γαμηθήκαν στην ώρα τους και τώρα καταδυναστεύουν τους άλλους με τη σοφία που αγόρασαν στα νιάτα τους στα Παρίσια και τις Λόντρες με τα λεφτά του μπαμπά.

Όξω από δω λοιπόν πνεύμα παλιόσκυλο. Φάε τη γλώσσα σου, μου φωνάζουν. Ξερίζωσε τον πούτσο σου βρωμερέ πορνογράφε για να φαίνονται μόνο τα απότομα τινάγματα της δικής μας ανικανότητας καταγραμμένα λεπρομερώς κι όχι το δικό σου χύσιμο στα μούτρα των πλασμάτων που θέλουν το φαλλό για θεό τους, αρνούμενα τα πλήκτρα μιας ταμειακής μηχανής που πουλά πανάκριβα τον πολτό της παρακμής στην πλατεία των Αχρείων.

Γράμμα στη Μούσα Ή η αθώα σχισμή

sxismi

Του ταραχώδους βίου ένα φθαρμένο παλίμψηστο.
Έτσι κερδίζουμε το θάνατο. Προσφέροντας σάρκα γυμνή.
Μόνον οι τάφοι είναι πραγματικοί. Ο Πετρόπουλος
δεν πρόλαβε να δει τα κοιμητήριά του να βγάζουν τη γλώσσα
στην κακομαθημένη ψυχή τού αστού.
Βρήκα τη γαλήνη κάτω απ’ τα φουστανάκια.
Με θαυμασμό και κατάπληξη ομιλούν οι ποιητές
για τα σκατά και τον ουρανό.
Ο Ούγκο Βόλφ έγραφε τα τραγούδια του τρώγοντας κρεμμύδια.
-Μες στην υγρή νύχτα λαξεμένη στην αόρατη ύλη η γύμνια σου-
Γράφω τώρα, πως σκαρφαλώνουν οι νύμφες στα κρεβάτια. Πως
γεμίζουν τα τρελάδικα κοπέλες που δεν τις έγλειψαν το μουνί.
Ηλιοτρόπια μαγαρισμένα.
Ρόγες ακονισμένες στο λεξιλόγιο των ιερέων.
Ο έρωτας είναι η αίρεσις του έρωτος.
Τα κουτορνίθια διαθέτουν αναμνήσεις
και παθαίνουν πνευματικές κράμπες.
Όμως, πάντα έχω στο προσκεφάλι μου ένα μουνί. Και πάντα
αποφεύγω να κατατεμαχίζω τα αισθήματα.
Τα ποιήματα τοξεύουν την ηθική των αστών.
Ξέρω τη Μούσα μου απέξω κι ανακατωτά. Κι όμως σιωπώ.
Ειδωλολατρικώς ανατέμνω
όσες γυμνές με άφησαν να αγαπώ την πατρίδα.
Να ρεμβάζω και να καρτερώ.
Ω! αιδοίον, που κλαίς για να σε φιλήσω.
Κάλεσέ με κοντά σου.

Αναμνήσεις ενός εξομολόγου

anamnisis

Εργαζόμουν ως εξομολόγος σ’ ένα χωριό στην επαρχία.

Τα κόκαλα και οι πέτρες τού τοπίου ήτο γυμνά και συφοριασμένα.

Οι χειμώνες έφταναν απ’ τη θάλασσα με το στόμα γεμάτο κρέας και οι νύχτες ήταν αχόρταστες και κακοφορμισμένες, όλο δαιμόνια και μισοκοιμισμένα καβούρια.

Τα καλοκαίρια όμως ήταν γεμάτα λυγμούς και κορμιά εκφυλισμένα απ’ τον πυρετό των ονειρώξεων και της τρέλας.

Ο καύσων της Μεσογείου τρυπά τις κοιλιές και σουβλίζει, σκοτώνει, γελά. Η λίγδα και το λίπος που φέρνει ο αέρας μοιάζουν αλειμμένα πάνω στις σάρκες, στίλβοντας κάθε βραδυφλεγή πόρο καθώς ίπτανται αυτές γυμνές στ’ απολιθωμένα όνειρά τους.

Πίθηκοι που αμαρτάνουν, φτωχοί και άμυαλοι, μέχρι ο μπόγιας να τους σπάσει το λαιμό.

Κάθε παραθαλάσσιο χωριό το θέρος μεταμορφώνεται σε παλλάδιον τού κήπου των ηδονών, με τη μυστηριώδη σημασία που αφήνουν οι ξερολιθιές με τα ξερόχορτα και τα αγκάθια στ’ αυλάκια τού κύκλου αυτού που οδηγεί στην αποχαύνωση και την αμαρτία.

Μες στο εξομολογητήριο στεκόμουν καθιστός με το κεφάλι σκυφτό και το μέτωπο ιδρωμένο, περιμένοντας να εκφωνήσω τον συμβατικό επικήδειο της συχώρεσης σε όντα φτιαγμένα από λάσπη και χρυσάφι, από τέλμα και αδιανόητες συμφορές.

Μα εκείνη τη μέρα έφτασε στο πένθιμο κουβούκλιό μου το πιο άσπιλο πλάσμα, ολόκληρο θηλυκό και παρθένο, με τη διαστροφή και τη βλασφημία σκορπισμένες μέσα στην αθωότητα που αναδίδει ζεστασιά και μαγεία.

Η ομορφιά ολόκληρη που τη νιώθεις να σκιρτά δίπλα σου εκεί ανάμεσα στο ξύλινο παραπέτασμα που χωρίζει την αγιότητα με τα γαμψά νύχια της τιμωρίας απ’ το χνούδι που ξεπροβάλει στις γενετήσιες σχισμές ανάμεσα απ’ την καρδιά και τα χείλη.

Ακουγόταν σχεδόν το βλέμμα της και τα μάτια της απρόσμενα μαύρα και γλυκά θαρρείς σα να θέλαν να δραπετεύσουν απ’ το καγκελόφραχτο παραθυράκι.

Πάντα η πρώτη στιγμή είναι σιωπή και μοναξιά μα ο εξομολόγος είναι ο οραματιστής που πρέπει να ξεκλειδώσει τα σεντούκια με τις θύελλες και τα πιθάρια με τους διαβόλους.

Η παιδούλα δίπλα μου φαινόταν συνεσταλμένη και ακόρεστη σαν άγγελος που κοίταξε κατάματα το θάνατο.

Ίσως γύρω η τόση σιωπή να με έκανε να ακούω ως και το αίμα στις φλέβες, τις κνήμες και τους μηρούς.

Άκουγα ήχους απ’ το κορμί της κι ένοιωθα τα νύχια της να θέλουν να χορέψουν μ’ ένα αρσενικό τέρας καμωμένο από ατσάλι και σπέρμα.

Άκουγα σιγά σιγά να χαϊδεύει τα μπούτια της και να κουνάει τα πόδια της. Τέντωνε δεξιά αριστερά τα γόνατα όλο και περισσότερο αφήνοντας αυτό τον ήχο που βγάζουν τα κόκαλα όταν χτυπούν στο κούφιο ξύλο.

Τα δάχτυλα σα να προχωρούσαν για να φτάσουν στα χρυσαφένια κρόσσια και την αρμονική τελειότητα τού υμένα που περιμένει κάποιο βράδυ για να ξηλωθεί και να ξεσχιστεί, αρχίζοντας το χορό του αίματος και του υπεροπτικού σφρίγους της νεότητας.

Ήμουν σιωπηλός σχεδόν με τη μισή ανάσα τού πλήθους που περιμένει στην αρένα τον ταύρο να σκίσει με τα κέρατα το παντελόνι τού ταυρομάχου.

Πλησίασα το μάτι εκεί στη μικρή τρύπα που μπορείς να δεις τα κομμάτια τού άλλου σπαρμένα εδώ κι εκεί στο ημίφως και είδα το κορίτσι να αυνανίζεται με το πρόσωπό της κολλημένο στο διχτυωτό πλάι μου και τα μέλη της όλα τεντωμένα και τα μπούτια της ανοιγμένα και τα δάχτυλα χωμένα βαθιά μέσα στο τρίχωμα να ψάχνουν.

Φαινόταν σα να μπορούσα να την αγγίξω κι έβλεπα πως λίγο λίγο ξεγύμνωνε τον κώλο της ψιθυρίζοντας με υγρή φωνή.

-Πάτερ μου, θέλω να σας πω τη μεγαλύτερη αμαρτία μου, αυτή που δε σας ψιθύρισα ακόμα.

Ακολούθησαν δευτερόλεπτα σιωπής, με το καρδιοχτύπι να σχοινοβατεί πάνω στο συρματόσχοινο της κοινής μας αμηχανίας.

Το κορίτσι σα να πρόσταξε σε μένα τον ηδονοβλεψία εξομολόγο ψυχών, λόγια που απαιτούν αγιοσύνη και βαραίνουν πάνω στα σαγόνια και τις χαρακιές της γης που κρατά στη ζωή το σάρκινο λουρί μας δεμένο στο ερωτικό σκίρτημα και στον καυτό άνεμο.

-Η μεγαλύτερη αμαρτία μου Πάτερ, είναι πως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ τραβάω μαλακία, έχω τα δάχτυλά μου στο μέλι αυτό που γεύονται οι γλώσσες των αντρών και των γυναικών, στο μουνί μου που δε θέλει σπόρους και βροχή μα δυνατά αλέτρια, δάχτυλα να οργώσουν όλα τα κύτταρα και τις αφρισμένες μου χαίτες, να τεντώσουν και να ξεχαρβαλώσουν το κορμί μου που θέλει να γίνει απέραντο και να απλωθεί μες στο βδελυρό τρούλο της αγκαλιά του θεού.

Πέρασαν τότε, ακόμα μερικές στιγμές με ψιθύρους και βογκητά και σαλεύοντας σα μια δαιμονισμένη που την εξάρθρωσαν ηδονές που αναβλύζουν και φιλονικούνε στην αιωνιότητα, σχεδόν με δυνατή και καθαρή φωνή όλο θέληση και υπεροψία μού είπε.

-Πάτερ, αν δε με πιστεύετε ελάτε να σας δείξω.

Κι αμέσως σηκώθηκε πλατσουρίζοντας μέσα στους γλυκούς χυμούς της ανθρώπινης ζωής, τραβώντας το μαύρο παραπέτασμα που μας χώριζε, ανοίγοντας τα σκέλια της μπροστά σε μένα τον Ιούδα, ενώ με χέρι σταθερό και γρήγορο μαλακιζόταν ακόμα συνεχίζοντας να κρεμάει στα τσιγκέλια των τρούλων οργασμούς σαν σφαγμένους πετεινούς, με το αίμα τους να στάζει πάνω στην αναισχυντία της στέρησης τόσων πιστών που φαρμακώνονται για να κοιμίσουν τη φύση μέσα τους.

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία

monaxilou

Ονομάζομαι Μοναχή Λουκρητία. Πρώην αμαζόνα!
Ω θεέ και διάολε, αραχνοΰφαντη είμαι.
Μυρίζω σαν κρυφή καρδιά που υποφέρει.
Στων αντρών τη θέα ανοίγω τα ψαλίδια μου.
Παίξτε ανοιχτά μαζί μου, εσείς
αρσενικά δρολάπια που θα με καταπιείτε.
Των κολπικών υγρών μου μαδήστε την καρδούλα.
Με το μεγάλο τού ποδιού σας δάχτυλο
αιφνιδίως ακροαστείτε τα σπλάχνα μου.
Η αιχμηρή σκληρότητα θα σας κάνει να λάμψετε.
Θα σας κάνει με χίλια σύγκρυα η αδρεναλίνη κομμάτια
κι αφήστε στο βαθύ λαρύγγι μου μέσα
τον τελευταίο λυγμό της λιπόθυμης στύσης σας.
Χύσια ελέω θεού ανελέητου. Λεφτά δεν παίρνω.
Στο τζάμπα. Μεδούλι και αίμα.

Holy Diver

holy

Ένοιωθα σα να με κυνηγούσαν οι όχλοι του Ιησού στον παράδεισο για να μου καρφώσουν στα πλευρά τα φτερά της αγνότητας. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα έτρεχα να κρυφτώ πάνω στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων του παραδείσου. Έριξα γύρω μια ματιά και τη στιγμή εκείνη είδα μια κοπέλα γυμνή να φεύγει τρέχοντας προς μια συστάδα τσουκνίδες. Κατέβηκα απ’ το δέντρο σαν βαθμούχος ευγενής, μα ήμουν ο βασιλέας και ο δαίμονας όλης της πλάσης κι ο εραστής ετούτης εδώ της κοπέλας που έτριβε τις τσουκνίδες στο μουνί της βγάζοντας δάκρυα πόνου αλλά όχι χαράς. Ποιητής ουρανού και γης. Ένα τέρας. Ένα πλάσμα διφορούμενο. Ένας θεός που κανείς δεν προσευχήθηκε σ’ αυτόν παρά μονάχα θηλυκές υπάρξεις με κάθε λογής θρασύτητα με τη γλώσσα και τα χείλη και το στόμα αφήνοντας πάνω μου σάλια, αφηνιασμένες ουρλιάζοντας-Δόξα τω θεώ-Δόξα τω θεώ. Με την καύλα να κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και στην ερημιά του θανάτου σε τούτον εδώ τον παράδεισο που φουσκώνουν τ’ αρχίδια μου κι ανεμίζουν οι όμορφες χρυσές κεντημένες πούλιες κι οι κορδέλες κάτω απ’ τα κοριτσίστικα γόνατα ανάσκελες καθώς τις βρίσκει ο σπερματόσπορος απ’ τους μηρούς στο υπογάστριο κι ο ήλιος απ’ άκρη σ’ άκρη σαν θεριό ανήμερο, ο μέγας εξεταστής ο κόκορας που ψιθυρίζει όπως ο μπέης της Αλγερίας στα κορίτσια ερωτόλογα και αινίγματα για την ολάνοιχτη εξοχή της σάρκας και τους αλλόφρονες εφιάλτες. Τη στέρηση που σε φτάνει στο έγκλημα και στον τάφο. Ωστόσο δια παντός θα ακτινοβολείτε κορίτσια ζέστα απ’ τα έγκατα και να ξέρετε πως έχει μια κρεατοελιά ο θάνατος στα κωλομέρια. Σφάξτε τον λοιπόν, την ώρα που σας γαμεί μες στη λάσπη της νύχτας κι ελάτε άσπιλες με τις οσμές σας στο δρόμο μου. Στο δρόμο του θεού. Εκδηλώσεις υποταγής δεν θέλω.

Πρελούδιο

bellissimo-1-900x900

Πάω να συναντήσω τα κυκλάμινα και τη Μούσα
που με θέλει γαντζωμένο στο αιδοίο της, μανούλα.
Στήθος με στήθος να συνθλίψουμε τις ρόγες μας.
Την περεστρόικα τραγανισμένων οργασμών αφού
τα υγρά κόποις κτώνται, στις εξοχές αβέρτα χύνοντας
ανάμεσα στις γάμπες, αναβλασταίνοντας της Οσίας
Παρθενίας τα βαρβάτα χαμομήλια. Δεν προσδοκώ
ανάσταση νεκρών μα στων γυμνωμένων γυναικών
τα λιβάδια ένα θάνατο γλυκό σαν μπακλαβά.

Ισπανική υποχώρηση Ή εγκάρδιος χαιρετισμός στη Betty Tompkins

betty

Τους συνετούς δεν συμπαθώ και της σύνεσης
την ψεύτρα ομορφιά. Γλώσσα τραχιά του πόθου,
σκλάβα που θα με συντροφέψει στην πτώση και
το θάνατο. Ενθυμούμε λυγμούς επικήδειους,
ωραία ζαρζαβατικά και πρωτοβρόχια. Εσένα
ως λαφίνα ραβδωτή με φουσκωτά οπίσθια
και το δάκρυ ως κάτω εκεί στο φύλλο σου.
Την αγένεια του κοινού ρυθμίζοντας, το οικείο
δράμα των καυλωμένων πούτσων, περιμένοντας
τη θεία στιγμή όπου ο ταύρος θα ξεσκίσει με τα
κέρατα τού ταυρομάχου το βρακί με τους ήλιους
και τα άστρα και τις ίριδες.

Η ηδονή άδεται μεγαλοφώνως

viks32

δεν μπορεί να είναι πιο χλωμά της ποιήσεως τα βάθη
τα δωρεάν λαίμαργα βυζάκια τα μεγάλα βρε και τα
μικρά και τα ψεύτικα που καλπάζουν προς τους ροδο-
κόκκινους τοκετούς τις νιφάδες και το λήθαργο της
αγρύπνιας χλευαστικών φιλιών στο νυχτόφως τροφή
των ποντικών και των αναμνήσεων γουρούνες όλο εγκώ-
μια αφόδευσης τού μέσα θεού που έγινε κοπριά και
ελεήμων καπιταλιστής χριστούλης στο εκτυφλωτικό
ηλεκτρόφως της σφαγής και στα διπλά λογιστικά βι-
βλία οργασμών που πέτρωσαν στις γιορτινές μας λαιμαργίες

Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου

135789682511january2013background

Σας δείχνω τα νεφρά μου
κούφια σαν το μεδούλι του γουρουνιού
Το χρήμα και τη φτώχεια να χαϊδεύουν
τη μαλλιαρή χαίτη του εβραίου
που μαδάει την καρδιά του σαν μαργαρίτα
Ένα Ισραήλ από σάπιο αίμα και αποτρίχωση
Σπαθιά φαλλικά ψημένα κάτω από άγουρες μασχάλες
και το βυζί της δασκάλας που γέρασε
με όλο το παιδικό μου σπέρμα πάνω στη ράχη της
από λεία κόκκαλα και προσευχές
Φιλανθρωπίες απ’ την κοιλιά του θηρίου δάχτυλα
όλο δάχτυλα παστωμένα αφρό και σαπούνι και σκατούλια
Σας δείχνω τα νεφρά μου
τα μαργαριταρένια απ’ τον πόθο
Σας δείχνω τον ευτράπελο ποιητικό μου κώλο
ένα μεζέ για τις οσμές της εφηβείας
Ηδονή κρυμμένη στις πέτρες
και στους τεφρούς μαστούς της ειμαρμένης
Βρέφος θα ξαναγίνω, μα τη μήτρα!
πεταλούδα που ξεμπουκάρει με όλη τη λίγδα
απ’ τα χύσια της έμπνευσης στα φτερά της
Αφήνω τώρα εδώ τη διαθήκη μου
μες στη ζοφώδη χλιαρότητα του αφρισμένου σου αιδοίου
Να με θάψουν εκεί που κουρνιάζουν οι μιγάδες
ωσάν ξελεπιασμένοι ήλιοι
γλείφοντας της παπαρούνας την μακάβρια κλειτορίδα
Κοιτάζοντας έναν λαό πεινασμένο
να καταβροχθίζει το σπέρμα του στην ξηρασία
Σας αφήνω το χορτάτο κορμί μου από λύσσα
Τη διαστημική ψυχούλα μου
Του απόδημου σκύλου τα βγαλμένα μάτια

 

Δείπνο εορταστικόν

marion fayolle

Marion Fayolle

 

Να πιπιλίζουν την πέτσα της βότκας τα χείλη.
Ο κουραμπιές δαγκώθηκε σωστά κι ότι πέρασε
επίσης πέρασε σωστά κατά Σεφέρη. Στην πίστα
θείες δυνατότητες. Η τίγρης αγκαλιά και η αμαζόνα.
Ευφραίνεσαι χορταίνεις. Θυμάσαι γάτες και
ποντίκια. Τον έφηβο παραβάτη μες στο χρυσό του κλουβί.
Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ που με βάζεις μαδημένο
του έρωτά μου μουνί! Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου
στη φάτνη. Σάπιος ευτυχισμένος χριστός. Να σβήσω
μες στη γελοία σιωπή των βυζιών σου, μητέρα,
των εξευτελισμών τη δυσωδία που έρχεται
και στης παρθενίας σου το μυρωμένο απόστημα
να σβήσω τα αχόρταγα σφιξίματα με μια Μαρία Μαγδαληνή
με μια Μαρία βελούδινη σαν κρέμα. Γονατιστή
με το ανοιχτό κοχύλι της απιθωμένο πάνω στους
τάφους των φτωχών που περιμένουν
στη μετά θάνατον ουρά συσσίτια ανίατου οργασμού
εις τους αιώνες των αιώνων

Ο ήλιος στη γυμνή πλάτη

sarkagimno

Μόνο όταν ένα κείμενο ενοχλεί πιάνει τόπο. Αλλιώς είναι άνευρο, άχρωμο, άχρηστο. Έτοιμο να το παρασύρουν τα νερά της συμπαντικής λήθης και τα απόνερα της ανθρώπινης κατάστασης.

Γιατί η καρδιά της αλήθειας χτυπά εκεί που οι άνθρωποι υποφέρουν, εκεί που στερούνται τη χαρά για να τη γεύονται σε περίσσια άλλοι δυνατοί μαστραπάδες γεμάτοι με όλη τη δύναμη της τσιφλικάδικης αριστείας.

Το μάντρωμα των ανθρώπων και η ανθρωποβοσκή που έπεσαν απ’ τον ουράνιο θόλο ως κληρονομικό δικαίωμα είναι κοινωνική συνθήκη και νόμος του συντάγματος.

Το κατηχητικό και η κερδοσκοπία συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα μα η ανυπακοή στο κακό είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της εμπορικής επιχείρησης που οι αστοί ονομάζουν δημοκρατία, κωλοτρίβοντας πάνω της μέχρι και τα τελευταία σιχαμένα μουνόπανα του ναζισμού.

Ο αιώνας που πέρασε όμως ρίζωσε για τα καλά μέσα στο γήινο ανθρώπινο κύτταρο το φαρμάκι που θα κάψει τα σπλάχνα του γραφειοκράτη, που είναι το στήριγμα και η θεραπαινίδα του καπιταλιστή.

Το φαρμάκι αυτό που είναι γραμμένο στα βιβλία και στις κοριτσίστικες θηλές.

Μα που βρίσκεται η πληγή σου;

andr

Η σκέψη και ο λόγος δεν μπορούν να χωρέσουν τα σωματικά υγρά και την αιχμηρή σκληρότητα του θανάτου που τα κάνει να λάμπουν.

Το Σώμα βρίσκεται εκτός λόγου, αφού η ένδοξη προστυχιά του παραδέρνει ανάμεσα στις εκκρίσεις και τις κρίσεις του.

Η ληθαργική μας φύση, πότε μαγεμένη απ’ την εκτυφλωτική γοητεία του ήλιου και πότε έκθετη στα μυρωδάτα σκοτάδια της διοχετεύει μέσα στον ιδιόρρυθμο κοσμικό πανζουρλισμό την αλήθεια της και τα μυστικά της.

Μιαν αλήθεια καμωμένη από σουβλερή γλώσσα και θριαμβευτικό σάλιο έτοιμη για το πιο διεστραμμένο τσαλαπάτημα, πάντα στοιχισμένη με την ποίηση που πορνεύεται και αιμάσσει όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και οι δολιότητες.

Όταν προσπαθούν να μας κλείσουν το στόμα τα κουτορνίθια και οι φασίστες, με όλη την αναισχυντία της βρωμερής τους φύσης για εξουσία, το Σώμα κυρτώνεται φορτισμένο και δυνατό έτοιμο να μεταμορφωθεί σε Σύμπαν.

Παλεύει δηλαδή να κερδίσει τον εαυτό του και τη δυνατότητα να μεταμορφωθεί ο λήθαργος των πολλών σε εγρήγορση.

Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες-που μοιάζουν με μύγες που στριφογυρνούν και φυτοζωούν μες στο θαμπό γυαλί της κοινωνίας των άρτων και των θεαμάτων-είναι αυτοί που ζητούν συνδαιτημόνες και συντρόφους μακριά απ’ τις προκατασκευασμένες και ασφαλείς απόψεις.

Είναι αυτοί που πρέπει να προχωρήσουν γυμνοί και παθιασμένοι μέσα στο κουζινάκι του διαβόλου που αποφάσισε να εκτεθεί, παίρνοντας πολύ στα σοβαρά την ανθρώπινη υπόσταση, βιώνοντάς τη άκρως σπαραχτικά και εξουθενωτικά.

Ο ποιητής δεν θέλει τίτλους στην αγορά και πελάτες, αλλά απαιτεί συνάντηση ανθρώπων για γιορτή και κραιπάλη.

Μια κραιπάλη ερωτικής φύσεως όπου τα πλάσματα ως επαναστατημένα όντα γίνονται δάσκαλοι και μαθητές, δηλαδή εραστές.

Μακριά απ’ το τραύλισμα του διαμορφωμένου κατεστημένου λόγου και τους ξύλινους κόπανους της ακαδημίας που φτιάχνουν ζωές ρημαγμένες από τα άγχη της αποδοτικότητας και της αποτυχίας, υπάρχει πάντα αυτός που θα σηκώσει τον εραστή του αναφλέγοντάς τον χωρίς διδακτισμούς και ιερές βέργες, αποδιώχνοντας το φόβο του θανάτου, προβάλλοντας την αρχέγονη ομορφιά του Σώματος.

Ω γλυκιά μου Ιερουσαλήμ!

Democratic Nominee for President of the United States former Secretary of State Hillary Clinton

Βαρβάτοι μεσαιωνικοί Σπανιόλοι, ερασιτέχνες ταυρομάχοι οι περισσότεροι όταν τυχαίνει, το έχουν συνήθειο να παραγγέλνουν στον πορτιέρη της αρένας τα φρεσκοκομμένα και ψημένα στη σχάρα αρχίδια ενός απ’ τους πρώτους ταύρους που σκοτώνονται. Δίνουνε διαταγή να τους τα φέρνουν εκεί που κάθονται, δηλαδή στην πρώτη σειρά της αρένας, και τα τρώνε αμέσως κοιτάζοντας τους υπόλοιπους ταύρους να σκοτώνονται. Κι όταν πέρνουν δύναμη απ’ τα γλυκάδια του σκοτωμένου ζώου τραβιούνται στα παστρικά τους χοιροστάσια στις χρυσόφτερες νυφικές παστάδες από βούρκο και κατρουλιά, κάτω απ’ τις κοιλιές των γουρουνιών που γρυλίζουν τρίβοντας τις ρόγες τους στις πέτρες, κι έτσι αρπάζοντας την πρώτη τρισχαριτωμένη πεταλουδίτσα την στήνουν μπροστά στο παράθυρο που βλέπει στις κτήσεις, με τον λαϊκό της κώλο μες στη χρυσή λάσπη γαμώντας τη πολλές φορές ενώ πέφτει μια ψιλή βροχή κι ο θεός τραβάει μαλακία.

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας

wUa1ZEaIdifX

Ο διάβολος δουλεύει σκληρά για μας
Δανείζει το σώμα του στον κόσμο
Είμαστε φτιαγμένοι απ’ την ίδια στόφα σώματος
Ο διάβολος κι εγώ
Μα η διαβολοσύνη μας είναι μιαν Αγία
Όλοι το ξέρουν αυτό
Και πριν τελείως εισπνεύσομεν
τις τελευταίες εκλάμψεις του οργασμού
του αιδοίου τα γαϊδουράγκαθα και τα ζεστά ποτά
-αμφίρροποι σχεδόν, μα φαλλικοί-
ξέρουμε τι εστί να γράφεις ποιήματα διαβολικά
τι εστί σφήνα ανδρός
στους αναλφάβητους μηρούς της Αμβρακίας

Όσο για σένα ανάσκελη που είσαι τώρα
-σαν σκύλα του Καρβασαρά
περνά σε λίγο το εξπρές για Αλβανία

In extremis

dago

Υπάρχουν δυο ειδών ποιητές. Οι ποιητές που ακονίζουν τα νύχια τους στις λέξεις και οι ποιητές που λιμάρουν τα νύχια τους με λέξεις, για να δείχνουν στη μικρή αγορά που τους αναλογεί τα όμορφα δάχτυλά τους που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα ακίνδυνα νύχια. Αν δεν ακονίσεις τα νύχια σου πάνω στα ποιήματα που γράφεις δεν θα γίνεις ποτέ αυτός ο μάγος που μαυλίζει τους τελευταίους μεγάλους έρωτες, ξαγρυπνώντας πάντα, καθαρίζοντας τα περίστροφα της έμπνευσης, ξεριζώνοντας τα γλοιώδη φλέματα απ’ τα στόματα όσων πουλάνε τα οπίσθιά τους σε αρχοντογαϊδάρους για ένα βραβείο κρατικό, για ένα κλύσμα εκδοτικό, για ένα πουκάμισο γεμάτο ναφθαλίνη και αυταπάτες.

Πορτρέτο τού καλλιτέχνη με περίστροφο

streetart-o4

Ο καλλιτέχνης, την ώρα που αγγίζει το θάνατο με το σεξουαλικό του ραβδί φτάνει την τελειότητα και την τόλμη, εκμηδενίζοντας την αγένεια του κοινού που κλείνει τα μάτια μπροστά στο κτήνος. Ο καλλιτέχνης καλεί σε δείπνο το κτήνος για να το φάει στο τέλος. Όμως κανείς δεν μπορεί να φάει μόνος του ένα κτήνος. Οι θεατές και οι αναγνώστες είναι αυτοί που θα πρέπει να μασήσουν πρώτοι το κρέας του. Διότι αν δε φαγωθεί το κτήνος απ’ τον καλλιτέχνη και το κοινό του θα φαγωθεί ο καλλιτέχνης και το κοινό του απ’ το κτήνος. Και τότε ο καλλιτέχνης θα γίνει ένα κτήνος που θα βγάζει λεφτά, τριγυρνώντας χεσμένος στο τάλιρο, με όλο το βρώμικο χρήμα που μπορεί να διαφθείρει και την πιο αγγελική ψυχή. Να κόβει μονέδα. Τρελά διεφθαρμένα λεφτά. Να τα μαζεύει σε μια γωνιά της θλιβερής του τρώγλης και να μην τ’ αγγίζει παρά μονάχα για να σκουπίζει τον κώλο του.

Ο λιποτάχτης Ήλιος

ilio

Κανείς δε γλύτωσε απ’ του Δράμαλη τη μάχη
Φύσεις νεκρές και παραφύσιν φύσεις
Μονάχα εσύ λιγνό αγόρι όλων των πολέμων
έτρεξες στις αγρότισσες
που περιμέναν την αυγή απ’ τις σφαγές τους άντρες
δωρίζοντας στα ύφαλα της μήτρας τους
ήλιο τρεμάμενο απ’ τα πεδία των μαχών
Εσύ ο λιποτάχτης Ήλιος
το ποίημα της έξυπνης γης
Εσύ ο καθεδρικός ναός των αιδοίων
ο πουτσαράς
ο άπληστος για μέλλον
Εσύ ο πατήρ μου, που κρύφτηκες
στους ιερόσυλους του έθνους καμπινέδες
για να γλιτώσεις το σφαγείο της Κορέας
Τα κοράκια
Το διακορευτή γαμιά αμερικάνο
Τ’ αδέρφια σου με τις ψείρες και τον ασβέστη στα μάτια
Τους άμαχους που ξεγεννούσαν οι κοιλιές των γρύλων τα μεσάνυχτα
κάτω εκεί στα ξεχαρβαλωμένα σαγόνια της γης
που ο θεός ολόκληρος είναι μια νοσοκόμα με σπαρταριστά βυζιά
που αφήνει τον ετοιμοθάνατο
να της χαϊδέψει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο
μια ψυχούλα αφημένη στα ξυλοπόδαρά της
και στα μπιμπίκια της νεότητος

Μελέτη ηλιακών σπασμών

Karel Teige.jpg

Collage 247,1942 by Karel Teige

 

Τα δαχτυλάκια σου, που μελετούν τον ήλιο
ξέρουν τι εστί εμβαδόν μιας νέγρας που διψά
Ξέρουνε το βαρύ λυγμό κορμιών εγχόρδων
Μια τούφα τρίχες ξέρουν πως, τις καψαλίζει
η κάψα ενός θεού με ανοιχτό το φερμουάρ
Ω! σαν πέρλες που βλασταίνουνε πάνω στο
δέρμα των λαών οι σπερματόσποροι, τα χύσια
στους τόσους κοριτσίστικους μελάτους οργασμούς
Αχ! σ’ εξαπάτησα θεούλη μου ξοδεύοντας
τον οίστρο όλων των εκλείψεων
Ξοδεύοντας το τόσο σεξ από πλεονεξία
Φτωχούλης και περίλαμπρος στο μονοπάτι
των νεκρών γυρνώ, μα πάω εκεί σαν το σκυλί
τρεχάλα. Να μου πετάξει ο χάρος τ’ αποφάγια
τού τελευταίου ασπασμού.