Η τελευταία φροντίδα

Τι προαιώνιες παγίδες του πνεύματος!-τι παλιμπαιδισμοί και τι ανακυκλισμοί!-αυτή η μαύρη μαγεία κάθε θεολογίας, ο ηδονιστικός τρίφτης της γλώσσας, αυτό το κομμάτι κρέας που διευθύνει όλους τους κομπασμούς, τα ζήτω και τις αισιοδοξίες, αλλά πιο πολύ γίνεται δαμαστής της σκέψης.

Όμως για να γεννηθεί και να προχωρήσει η σκέψη χρειάζεται πριν απ’ όλα να συντρίψει τους δράκοντες των ριζών της, να ξεριζωθεί απ’ τα τέρατα και τα σημεία που τη γέννησαν.

Χρειάζεται να ξεφύγει απ’ τη σαγήνη της δαιμονολογίας και να ξεγλιστρήσει σαν φίδι έξω απ’ τη μήτρα, έξω απ’ τους χώρους του δόγματος.

Η σκέψη, αυτό το συνδετικό υλικό της παραξενιάς και της τερατωδίας, οι φόβοι που μας κάνουν χτίστες μέσα στη χιονοθύελλα, όλοι ξαναμμένοι εκεί μπροστά στο φαουστικό εργαστήρι, όπου κόλαση και παράδεισος συνυπάρχουν ως εξίσωση θανάτου, σα να λέμε δηλαδή πως η ζωή ως επιθυμία και έρως καταντούν επιθυμία θανάτου.

Σα να λέμε δηλαδή πως από δόγμα ζωής αναστρέφεται η μήτρα σε δόγμα θανάτου και κάθε απομάκρυνση απ’ αυτή καθίσταται πηγή άγχους.

Μέσα απ’ τους υπονόμους και τις μεθοδεύσεις της καθημερινής ζωής, μέσα απ’ τους οχετούς και τους δοκιμαστικούς σωλήνες έρχεται η ανακούφιση της εξόδου.

Να, ιδού εγώ κι εσύ, βρέφη που εκτοξευόμαστε στο κενό γεμίζοντας τους πνεύμονές μας απ’ το οξυγόνο της ατομικότητας.

Να τελικά οι σκέψεις, το παζλ της σύγχυσης και της ανησυχίας, το ένα και το μηδέν, το συν και το πλην, ο πολιτισμός που μας σώζει και ο πολιτισμός που μας εξοντώνει, να, τελικά, πεταμένοι έξω απ’ τη μήτρα που μας γέννησε αναζητούμε τη μήτρα όπου θα ασφαλίσουμε τις σκέψεις μας, τη σχισμή που η ποίηση θα την βαλσαμώσει για να μπορεί τόσο ανίερα να βαυκαλίζεται με την ιερότητά της.

Άντε κόσμε, μιλιούνια εσείς πεθαμένων και ζωντανών, καλοί κύριοι, αριστοκράτες αστοί προλετάριοι, εσείς που γράψατε το κινητό σας με ανεξίτηλο μαρκαδόρο στα πλακάκια στα κτελ Κηφισού εκλιπαρώντας για μια πίπα, εσείς, που θα σας αρπάξει η σύφιλη και ο καρκίνος απ’ τα μπράτσα για να σας κάνει αγγέλους, εσείς αποτυχημένοι και βλάκες που δεν προοδεύσατε πιάνοντας την καλή, φέρτε να λιανίσουμε τις σκέψεις σας για να έχουν δουλειά οι ακαδημίες και τα ποτάδικα, για να εκδίδουν οι διανοητές τις ατιμίες τους, εσείς κορίτσια του γιουπόρν που δεν έχετε τίποτε άλλο για να βάλετε φωτιά στον κόσμο εκτός απ’ τη μήτρα σας κατουρήστε μας για να βγούμε απ’ το λήθαργο του καλού και του κακού, βάλτε κάθε παράβαση στο στόμα μας για να μην έχει πια η σκέψη εξουσία.

Φάκλαντ

-απόσπασμα-

Κι απ’ τον λαβύρινθο του ύπνου, ύστερα απ’ τα αινιγματικά σκοτάδια των αιώνων, βγαίνοντας απ’ το δούρειο ίππο, αυτό το άψυχο παλιάλογο που στο τέλος κερδίζει τους πολέμους, ένας υπέροχος συνωμότης, γυμνός μπροστά στη φωτιά, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, ιδού εγώ, πολυμήχανος, ερωτοπαθής, σίγουρα έχοντας την αχίλλεια πτέρνα μου να με συνεφέρει στη θνητότητα και τη θλίψη, κάνοντάς με ξαφνικά έναν καταρρακωμένο Οιδίποδα τυφλωμένο απ’ τα ίδια μου τα χέρια.

Και τότε είναι που εγκαταλείπεις τις μυθικές αναδύσεις και τρέχεις κατά πάνω στο ερωτικό μαχαίρι, στα όργια και τις τελετές, και βλέπεις την γυναίκα και τον άντρα σχεδόν τεράστιους, περιχυμένους ολόκληρους από χρυσάφι, χρυσωμένους, σκληρούς, με τη λάμψη της αδιαφορίας για το θάνατο έχοντας μια θέληση για δύναμη και εισβολή, ένστικτα του αρχαίου θηρίου μόλις κατεργασμένα και διηθημένα.

Ένας φαλλός γλιστρά μέσα στην τρυφερή σάρκα, εκεί στα βάθη της μήτρας, τέρας φάντασμα απαγορευμένος καρπός, διαπερνά επιτέλους τα στεγανά της ζώσας ύλης, τα φυλογενετικά μας δεσμά, στεντόρεια κραυγάζοντας, έντονα, τελειωτικά σχεδόν αφήνοντας το διψασμένο λαρύγγι σαν τρόπαιο κάτω απ’ τον ήλιο που λάμπει πάνω στη νωπή φουσκωμένη γη.

Κάτι που δεν είναι όνειρο αλλά ένα αδιάκριτο και αφόρητο γαργαλητό, η φύση που παγιδεύτηκε μέσα στις εκχυμώσεις μου, στο αίμα και το σάλιο μου, στο σπέρμα και το κάτουρό μου, αφήνοντας πίσω μονάχα μιαν αφόρητη αγαλλίαση, την αγαλλίαση του υπάρχειν.

Ξεσχιζόμαστε και χύνουμε σαν σκυλιά, ζώα γεμάτα καλοσύνη κι ευγένεια, μακριά απ’ το καλό, το κακό και το φόβο, πρωτόγονοι κάτω απ’ τη φρενίτιδα των άστρων και το παραλήρημα των γαλαξιών, λατρεύοντας τη θερμή βιολογική μας μάζα, το πετσί που ανεμίζει και καλύπτει όλη τη ζωή, τους όρχεις που πρήζονται και τις ρόγες που περιμένουν το εμπρηστικό σάλιο.

Γαμιόμαστε οδηγώντας τη διάνοια στο ύψος των γεννητικών οργάνων, αφήνοντας τον κόσμο των ιδεών στην αγαλματώδη ακινησία του, εμποδίζοντας το μεγάλο τερατώδες παράσιτο που ονομάζεται θεός να βγει στη μέση, να μας κάνει υστερικούς και μηδαμινούς μέσα στο απέραντο κοσμικό φρενοκομείο.

Είναι η ώρα του γαμησιού αυτή η ώρα που μπορούμε να συνεννοηθούμε με το σκουλήκι και το σκορπιό, με τη φυλακισμένη φύση μέσα μας, με το καταραμένο φίδι, προβάλλοντας πάνω του όλες τις αμαρτωλές μας σκέψεις και τις ύποπτες προθέσεις μας.

Είναι όμως κι αυτή η κατοπτρική αντινομία, αυτός ο μηρυκαστικός πολιτισμός των σκέψεων και του συμφέροντος που δεν μας αφήνει να συνηθίσουμε το φίδι μέσα μας, την προπατορική μας φύση, αφού αυτές οι δόλιες σκέψεις, οι διανοητικές ατιμίες και τα παζαρέματα είναι που μας ζαλίζουν και μας φέρνουν τρέλα , σα να είναι η πηγή της διάλυσης και της καταστροφής, η κλωτσιά που μας ρίχνει στη λατρεία των αριθμών, στη νεκρή φύση των αποστάσεων και των διαστάσεων, στη φρενιτιώδη μεταβολή του χρόνου σε ταχύτητα, χάνοντας το χρόνο που μας ανήκει, τρέχοντας να καλύψουμε απέραντες ηλίθιες αποστάσεις.

Όμως ο ύψιστος τροχονόμος ο γαμησιουργός, ο σκυλευτής των ρητόρων που μιλούν με την κοιλιά τους, πάλι θα μας αφήσει γυμνούς, ζυγισμένους με τις μύγες και τα σκουλήκια, με τις μύτες και τα στόματα, τα αυτιά και τις σχισμές, τα κοφτερά δόντια και τις παραβάσεις, ξεχασμένους στις γωνιές σαν αράχνες, πλέκοντας ξανά το χαμένο χρόνο, εις τους αιώνες των αιώνων.

Περί κολάζ

Αντώνης Αντωνάκος – ΑΝΑΛΟΓΙΚό ΚΟΛάΖ ΣΕ ΧΑΡΤί, 2022

Ολόκληρη η παιδική ηλικία είναι αλυσοδεμένη στο στύλο του ερωτισμού. Το σύμπλεγμα, ως αρχετυπική συσχέτιση εννοιών και φαντασιώσεων, εστιάζει στην επαναστατική δύναμη της ηδονής. Απ’ την ελεύθερη και ηρωική εξερεύνηση των σωμάτων μας προχωρούμε στην απόλαυση του παράδοξου, του μη ορατού, του συγκεχυμένου. Ξετυλίγοντας το κουβάρι της οφθαλμαπάτης βλέπεις την εικόνα που προσπαθεί να σαγηνεύσει τον εαυτό της, να κραυγάσει έναν στιγμιαίο μετεωρισμό, να δώσει μια λύση στην αγεφύρωτη διαφορά ιδιοσυγκρασίας μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, να ωθήσει το βλέμμα στο ρεαλισμό της ουσίας όσων αναδύονται απ’ τις καταστάσεις, απ’ το ιερό του τυχαίου έως το ανίερο του συνηθισμένου. Ετούτα δω λοιπόν τα λάφυρα της περιέργειας, ετούτες οι καταθέσεις της μοναξιάς και της ελευθερίας, ετούτες οι θεσπίσεις του ξεπερασμένου φόβου και της δημιουργικής τεμπελιάς αφήνουν ένα υπεριώδες φως που επιτρέπει στις διακυμάνσεις της ποίησης να ζωντανεύουν τα δικά μου θαμπά και ξεθωριασμένα φαντάσματα. Ακούγεται λοιπόν η ζητωκραυγή της αδυναμίας μου μπροστά σ’ αυτόν τον προκαταβολικό θάνατο του μέλλοντος, αναδύεται αυτό το σχεδόν πένθιμο άρωμα των συναντήσεων με τις αναμνήσεις και τις αποχαυνώσεις κάνοντας το ρήγμα των ψευδαισθήσεων ένα κομμάτι ομορφιάς, μια υπόθεση ορκισμένων ερασιτεχνών της ροής και της ακινησίας που πάλλεται.

Φεγγαρόφωτο στα χείλη

Τι είναι άραγε η γοητεία, αν όχι αδεξιότητα μαζί με πάθος, ίσως μια απλουστευμένη πολυλογία των αισθημάτων, να, όπως ετούτο εδώ το κορίτσι με τα πόδια σηκωμένα, όπως τα χέρια ενός στρατιώτη που παραδίνεται μπροστά σ’ ένα όπλο που τον σημαδεύει. Και θα πρέπει για να εκτιμήσεις τούτη την αβίαστη φυσική γοητεία να πάψεις ν’ ακούς τον απογοητευμένο που μιλά, τον καταθλιπτικό που ρητορεύει, τον απατεώνα που ελπίζει, το θαυματοποιό που δίνει παραστάσεις μπροστά στους πιθήκους του κρατώντας άσβεστο το παραλήρημα της διανοητικής τους ατιμίας.

Νιτσεϊκή κυσθολειξία


Αντ. Αντ…..Αναλογικό κολάζ σε χαρτί, 2022

Αν υποθέσουμε πως η φιλοσοφία είναι γυναίκα ή καλύτερα μια ύπαρξις θηλυκή, τότε αυτός που την ευχαρίστησε με τον πιο δυναμικό τρόπο είναι ο ανήρ ονόματι Νίτσε.

Ο εν λόγω εραστής δεν δίστασε-σε αντίθεση με τους προγενέστερους μνηστήρες-να της κάνει αποκλειστικά και μόνο γλειφομούνι.

Ο Νίτσε λοιπόν, γονάτισε μπροστά της σαν υπνωμένος υποτακτικός, χώνοντας τη γερμανική του γλώσσα βαθιά μες στο ταλαιπωρημένο της μουνί, δείχνοντας μια άνευ ορίων και όρων λατρεία, κάνοντάς τη να έχει επαναληπτικούς οργασμούς, ποιητικούς, λαίμαργους, αδυσώπητα ενοχλητικούς στ΄αυτιά όλων αυτών των κρετίνων που θέλουν μόνο να της τον βάλουν και να ξεροχύσουν κι έπειτα να κοιμηθούν σαν πουλάκια στις ακαδημίες και στις επιτηρούμενες εξοχές.

Στο γλειφομούνι δεν εξουσιάζει ο άντρας, αφού ο άντρας είναι αυτός που αφοσιώνεται στη γυναίκα.

Το γλειφομούνι θολώνει αυτή την εικόνα της δύναμης του αρσενικού στο οποίο τίποτε δεν αντιστέκεται και του οφείλονται τα πάντα, ωσάν να ήταν το μόνο υποκείμενο της σεξουαλικής σχέσης, το μόνο ον που είναι ικανό να νοιώσει πόνο και ηδονή.

Η φιλοσοφία όπως και η γυνή έχουν ένα ζωικό στοιχείο που δεν εκφράζεται μόνο σε μια σχέση κυριαρχίας του άντρα επί της γυναίκας-βλέπε διείσδυση- αλλά και στη χαλάρωση όταν ο άντρας αφήνεται, όταν ακριβώς δεν φαίνεται να επικρατεί.

Ο Νίτσε είδε τη φιλοσοφία ως όμοιά του, ως ένα άλλο υποκείμενο ίσο με αυτόν, στο οποίο όφειλε να δώσει προσοχή.

Η φιλοσοφία-αισίως-υπήρξε μια παρτενέρ που καταγαμήθηκε απ’ τον πατέρα, τον άντρα, τον κυρίαρχο, τον γεννημένο πολεμιστή, καθώς ο άντρας δεν μπόρεσε, προφανώς, να πέσει τόσο χαμηλά προσφέροντάς της την πολυπόθητη ηδονή δίνοντάς της οντολογική αξία με την ίδια του τη γλώσσα.

Σημείωμα για τον Ivo Pogorelich

…κερατά Pogorelich,
λίγο πολύ επιβάλεις ένα παράπονο, ένα βούλιαγμα στον ορίζοντα που δεν έχει να κάνει με τις διαπεραστικές συγχορδίες, τις φήμες, τον εαυτό μας που τρώει κλωτσιές, είναι κάτι που αιώνια μας ξεφεύγει, μια λεπτομέρεια, μια στιγμή πονηριάς, ο ήχος που τον παντρεύεις με τη διχογνωμία και το έλεος, εκείνα τα πάθη των αλαφροΐσκιωτων μπροστά στο φεγγάρι, ο λύκος που ούτε χαμογελά ούτε γκρινιάζει, ο αριθμός μηδέν ο δημιουργός του κόσμου των μονάδων, κοίτα τώρα εδώ αδερφέ, πως περιπαίζεις ως ελαφρόμυαλος όλες τις επάλξεις, όλες τις πατρίδες που τις κινεί το αίμα πριν φτάσουν στον κατάμαυρο ουρανό, κοίτα πως σφάζονται οι ματιές μας, κοίτα τούς εσταυρωμένους που περιμένουν να κάνουν το νούμερό τους και να κοιμηθούν, ω! βαφτισμένε σατανά, αφροδίσιε, μυγιάγγιχτε- ξέρεις εσύ πια θεοπάλαβη Μήδεια μας χάιδεψε αντί να μας σφάξει, ξέρεις πως να σπας με τα δάχτυλα τις πυξίδες κι όλου του γνωστού κόσμου ξέρεις πως να υμνήσεις τις αναπηρίες….

Κόρφος Οκτωβριανής Επαναστάσεως Και Άλλες Γυναικείες Φωλιές

Ετούτος δω ο κόρφος
μια καταβόθρα γλυκισμάτων

Γελούν οι ελέφαντες
οι προβοσκίδες βιβλικές
αμαρτωλές
λένε, σ’ ευχαριστώ Οκτώβρη για τη γλίστρα

ω! ιδρώτα, γεμιστήρα του καλάσνικοφ

τι στοκ βυζιών διαθέτει η οικουμένη!
τι μπανιερά για τις ναπάλμ!
τι ατελείωτους κουβάδες κολλαγόνου!

-ωστόσο ο ένας τρώει τον άλλο-

έρχεται η επανάστασις, ο Λένιν
κάθε ρωσίς εργάτρια ζητά επίδομα οργασμού
ζητά υπερωρίες πόθου εις το Μινσκ
ζητά το αιδοίο να κοσμεί τα σοβιέτ
ζητά απ’ το σφυροδρέπανο
να σφάξει το λαιμό της λαιμαργίας

έρχεται όμως με τη μπότα του ξανά ο βιαστής
όπως
μετά τον έρωτα ο γάμος
όπου μοιράζεται αφιλοκερδώς το σεξ
κι ο θάνατος κερνά κρόκο τα καναρίνια

Δύναμη και Τιμωρία Ή Κάτσε καλά αλλιώς θα σε γαμήσω

Η ψυχανάλυση ήρθε να ξεδιαλύνει το μύθο περί της αγαθότητας και της αγνότητας των παιδιών, δίνοντας ξανά στο παιδικό παιχνίδι την τρομερή σημασία που του έδινε και ο Ηράκλειτος, όταν έλεγε ότι ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει στα ζάρια την ίδια τη ζωή και το θάνατό μας.

Ο στόχος του παιδιού είναι να ανέβει στο βάθρο του δασκάλου αλλά και να πάρει τη θέση του καταπιεστικού ή φονικού πατέρα.

Κανένας δεν γίνεται κακούργος, εγκληματίας ή βιαστής μόλις κλείσει τα δεκαοχτώ. Τα περιβάλλοντα έχουν κάνει ήδη τη δουλειά τους απ’ τα σπάργανα ακόμα, με όση ανταμοιβή χαράς ή λύπης επιτάσσει η αναρχία της τυχαιότητας.

Η διαλεκτική αφέντη-δούλου υποκαθιστά τη σχέση γονιού-παιδιού, εκδηλώνοντας σε κάθε έκφρασή της μια ιδιοκτησιακή λογική, που, σε βάθος χρόνου οδηγεί σε τερατογενέσεις χαρακτήρων, ανθρώπινα ναυάγια και δυστυχίες, αφού ο μελλοντικός ενήλικας είναι πια αιχμάλωτος του θυμού και της βίας.

Οι άρρωστες κοινωνίες, αυτές που συντρίψανε το ένστιχτο εις βάρος της ευχαρίστησης, αυτές που κατάργησαν τη φυσική ανθρώπινη γύμνια μαγαρίζοντάς τη με την ηθική της παρθενίας, αυτές που τοποθέτησαν την υποκρισία στο κέντρο της ανθρώπινης κατάστασης είναι οι κοινωνίες που σήμερα καταρρέουν με θόρυβο, αφήνοντας τα συντρίμμια τους να πέφτουν αποκλειστικά και μόνο στα κεφάλια των παιδιών.

Απ’ τη θεολογική κακοσμία μέχρι την εμπορική συναλλαγή και τον εφαρμοσμένο παιδοκαιντρισμό λόγο έχουν οι γιατροί, οι αστυνόμοι και οι δικαστές.

Λόγο έχουν οι θανατικές ποινές και τα λιντσαρίσματα, οι αρένες με τα πεταμένα κρέατα, ο φόβος και οι φοβίες, η υποκριτική αγάπη για το παιδί μα από πίσω η αδυσώπητη λατρεία της δύναμης και τους ανταγωνισμού που γεννά τους κοινωνικούς μεταστατικούς καρκίνους.

Λόγο έχουν οι ηθικολόγοι, οι εκφυλιστές της αλήθειας που κρύβουν όλη τη βρωμιά τους κάτω απ’ το χαλάκι της υποτιθέμενης κακότητας της ανθρώπινης φύσης, παίζοντας το ρόλο των εξημερωτών μας.

Ας σκεφτούμε λοιπόν γιατί κάθε φορά που θέλουμε να απειλήσουμε κάποιον του λέμε: κάτσε καλά αλλιώς θα σε γαμήσω.

Κολάζ απ’ την Καταγωγή Των Ειδών

Τίποτα δεν μπορεί να προκύψει απ’ το τίποτα. Η φορτισμένη μηδαμινότητα της τέχνης τοποθετεί την πραγματικότητα στο κέντρο και την καλλιεργεί. Υπάρχει μια ευδιάκριτη αίσθηση, στο πλαίσιο της οποίας γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε ταυτόχρονα. Αυτή η πλούσια αβεβαιότητα αποτελεί και το στόχο της τέχνης. Είναι ετούτη η τακτική και αδιαπραγμάτευτη δυσκολία, που μας αναγκάζει να επεκταθούμε προς πιο εκλεπτυσμένες διατάξεις της αντίληψης εξωθώντας σε μια νέα ζωή την αδρανή ενέργεια των πραγμάτων.

Όλα για το βραβείο, το πιο ερεθιστικό αιδοίο

…οι ποιητές μας και οι ποιήτριές μας γράφουν σήμερα για το πουλί τους, αύριο για το πατρικό τους σπίτι, για τον καφέ, τα σώβρακα Μινέρβα, για τη μάνα, οι ποιητές μας ηχογραφούν, διαβάζουν, μονολογούν, και φαίνεται η λατρεία του κάθε Εαυτού για τον εαυτό του, ο μονογενής σπασμός μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, η μίμηση ως αποφορά της γεροντοφιλίας και του εικονικού ξεκωλιάσματος των παίδων, που η διάπλασίς τους έγινε με ευρώ ή δραχμές, με δολάρια ή εκπτωτικά κουπόνια, με παπά μανούλα και ψυχολόγο, παίδες εν φαντασιακή ανομία, εξάδερφοι της αφροξυλάνθης φαντασμένοι καβάφηδες επηρεασμένοι απ’ τη βαψομαλλίαση των γενναίων της γενιάς του εβδομήντα που γίναν σταρλετίστες στα επιχορηγούμενα απ’ τον Φόρντ λογοτεχνικά μαγκαζίνια, συννυφάδες κουμπάροι με ωραίες αυλές δίνοντας την τσίχλα μασημένη στην επόμενη γενιά κάνοντας τις πληρωμένες συλλογές νόμο της αγοράς, περιδιαβαίνοντας σαν γύφτικα σκεπάρνια στο μαγαζάκι του κάθε πικραμένου, διαβάζοντας πομπωδώς το ελάχιστο Τίποτα σε φίλους συγγενείς και ομοτέχνους ατέχνους, περιμένοντας έναν καλό λόγο απ’ το λόγιο της ενορίας, απ’ τον αντιδήμαρχο αυνανισμού της ματαιοδοξίας, απ’ την μαντάμ Κατεστημένου κριτικήν εις την Καθημερινήν περιμένοντας με όλη την απολίτικη σύγχυση έναν ανδριάντα εις την γενέτειρα, μια πλακέτα τιμητικήν, μια δωρεά αποτριχώσεως-εις την κοντή μα φιλόδοξη ψωλή-από τη στέγη Γαμάτων και Τεκνών, μια χορηγία επιμηκύνσεως από το Σταύρος Νιάρχος το πιο γαμάτο μαγαζί …..

Πορτρέτο ρήτορος και κάτω άκρων

Η λεγόμενη ηθική έχει δύναμη διότι διαθέτει μέσα εκφοβισμού ανώτερα του Καλού και του Κακού, ρήτορες συγγενείς κάποιας Σφίγγας, ακαδημαϊκούς γέρους, συνταξιούχους καθηγητάδες με το δάχτυλο στη σκανδάλη, πυροβολώντας το πλήθος για να κάνουν χώρο στην ηθική αυτοκρατορία τους, δηλαδή κατά βάθος στην πίστη της αντινομίας των αξιών τουτέστιν στην αυτοκατάργηση της ηθικής, μασώντας φύλλα δάφνης πίνοντας πεγιότ ακούγοντας Τέλεμαν ψάχνοντας χορηγούς για τα ένδοξα Παρίσια και τους ευσπλαχνικούς στρουκτουραλισμούς αφού ο περήφανος σεξουαλικός πίθηκος πίνει μπύρα και βλέπει γκολ ψηφίζοντας πάντα την αριστοτελική μεσότητα, την προσαρμογή, την γοητευτική απελπισία των κλειστών χώρων και των νεκρών χρόνων.

Εδώ Ιράν ελληνορθόδοξων μουλάδων

βεβαίως άχαλος είναι ο αποκρουστικός, αυτός που δεν τρώγεται, ο αχώνευτος, ο φανατικός χριστιανός που πάσχει από αχαλοσύνη, δηλαδή από λαιμαργία, ο πατριώτης που κατηγορεί τους μουλάδες ενώ ο ίδιος είναι θλιβερή λέρα, πηγαίνει στο Όρος του το άγιο και αμόλυντο, το κουραδοσφυγμένο, τον Άθω, τη χερσόνησο που δεν δέχεται μουνιά και αίμα περιόδου, στο περιβόλι μιας γυναίκας που δεν δέχεται τις γυναίκες, εκεί όπου ευτυχώς δεν έχει πουτάνες αφροδίτες και αφροδίσια, αχαρνοελένες, καριόλες, ξεκωλιάρες, εκεί που πάνε τα αρσενικά για ησυχία, περισυλλογή, προσευχή εξομολόγηση, μακριά απ’ τις επιμολύνσεις τα βυζάκια τους κώλους τους αφαλούς, εκεί όπου ξαποσταίνουν οι πατριάρχες, ο πούτιν, ο κάρολος, οι βασιλιάδες και οι τσάροι

Εγώ η Αγία Λύσσα Ή Ευχέλαιον με κυριακάτικο μεζέ

τι πιτυρίδα τι πυρίτιδα!
κι οι δυό λεξούλες κάνουν σεξ
ωχρή καρδιά χορευταρού
πριν γίνει ο θάνατος νερό
πριν δηλωθώ αγνοούμενος
από ασφυξία εσωρούχων κοριτσιού
από λινό βρακί μιανής
από αγχόνη μισοφέγγαρης ψωλής

ω! έχω πνεύμα
και ρόγες θηλυκού
άξιος ο μισθός μου
το αίμα της μητρός μου

δηλώνω εις τον έφορο ιατρό
τριγλυκερίδια ουρικό μυελοπάθειες
πάθη φριχτά πολυάσχολα

και όνειρα
δε βλέπω πια
αφού η οργή με καταπλάκωσε
αφού είναι στρυφνός
της έμπνευσης ο ουρανός
δύστροπος σαν αιδοίο Μοναχής
και φαντασμένος
αφού στην πρώην μου ζωή ήμουν
η Αγία Μουνόψειρα
η Αγία Φωτεινή
η Αγία κολυμπήθρα της Παρθένου
η πρόεδρος όλων των πνιγμών

η Αγία Λύσσα

Η προσευχή του Ματατζή

διαθέτω
των μπάτσων υψηλές αρετές
κλωτσίδι
στους λαχανιασμένους λαιμούς
τατουάζ σταυρούλι
από χρυσόμαλλο δέρας
παναγίτσα στο μπράτσο
Κολοκοτρώνη στο μηρό
τον πρωκτό της πατρίδος λατρεύω
δως μου φώτιση θέ μου
να ουρώ τα κουμμούνια
να κλωτσώ τις λεσβίες
να αγαπώ το Χριστό

Υπέρ του γέροντος Υάκινθου του Ζαβολαίμη

Στου Ζαβολαίμη τον καιρό, εις τα παλιά τα χρόνια
ζούσαν βαρβάτοι πούστηδες που τρώγαν μακαρόνια
ερχόταν βάρβαροι πολλοί για να γαμήσουν κώλο
που είχαν πούτσες φοβερές, καταγωγή απ’ το Βόλο


Εχύνανε μισή οκά στο κάθε τους γαμήσι
κι ο Υάκινθος το έπαιζε σμυρνιά σαν τη Μιμή Ντενίση
οϊμέ αλί και τρισαλί φώναζε στο γαμιά του
αφού η πούτσα έφτανε μέχρι τη νεφραμιά του


ξήλωνε το μεταξωτό βρακί μέχρι τον αφαλό του
και η ψωλή βυθίζονταν στον ιερό πρωκτό του
φαίνεται τού λεγε ο Αμπτούλ πως αγαπάς τα σύκα
έλα να σου φυτέψω τη συκιά στου κώλου σου την τρύπα


όταν γερνάει ο άνθρωπος ο κώλος του φαρδαίνει
και να τονε γαμήσουνε δεν το καταλαβαίνει
κι ο Υάκινθος αγίασε με την ψωλή στο χέρι
αφού βαθειά μπαινόβγαινε το άγιο γουδοχέρι


κι ο ηγούμενος που ερχότανε να πάρει το μπαξίσι
τον πήδαγε το φουκαρά μέχρι να ξεροχύσει
γι’ αυτό κι αυτός αγίασε απ’ τα πολλά παλούκια
κι απ’ το λευκό του το βρακί στάζαν όλα τα λούκια


τώρα το σώβρακο αυτό το προσκυνούν γριούλες
σκύβοντας να μυρίσουνε τις άγιες πορδούλες
και τους λεκέδες που άφησε κάθε γυμνός καβλιάρης
στου Ζαβολαίμη το βρακί που ήτο ξεκωλιάρης

Φάκλαντ

-απόσπασμα-

…..πολιτικές λογοτεχνικές φιλολογικές συμφωνίες προσπάθησαν να δώσουν την συγκατάθεσή τους σε κινήματα και κατασκευές αλλά πάντα ερχόταν η σεξουαλικότητα γκρεμίζοντας τις καλές προθέσεις που καταλήγουν ναυάγια και γλαφυρά μυθιστορήματα γεμάτα ενοχές αφού ο πατέρας και το χρήμα ξεπηδούν σαν αθάνατοι φρύνοι απ’ τους κρεμαστούς βούρκους της Βαβυλώνας με ήρωες όλους αυτούς τους αρρενωπούς Αδάμ που θέλουν να γίνουν θεοί όπως ο θεός τρώγοντας το φρούτο της γνώσης τρώγοντας συμβολικά τον πατέρα για να γίνουν όπως κι εκείνος ακαταμάχητοι δηλαδή αθάνατοι για να εγγραφούν ως κανίβαλοι και πατροκτόνοι στη μεγάλη επετηρίδα των τεράτων που γεννούν τέρατα κάνοντας τα ειδύλλια των φόβων τους ποιήματα και εικόνες απέναντι στα ψυχρά διλήμματα της επιβίωσης ……

Ωδή στα φεστιβάλ ποίησης και τις λογοτεχνικές αγρυπνίες

τι σιελόρροια!
τι γύφτικοι σπασμοί!
τι φεστιβάλ ετοιμοθάνατων γερόντων
ποιητών
και τι Πατρίκιοι βραβευμένοι!


να, ο κυρ Κουράδας το κάτουρο αγαπά
όπως ο κυρ Χριστός τις ψείρες


οι κύριοι που βρίσκονται σε ηλικία ψεύδους
πίνουν εσπρέσους με αφρόγαλα
τους γυναικείους κόλπους αγαπούν
μα δεν τους έχουν


κλαίουσα και ριγούσα η στεντόρεια φωνή τους
όλο μπαλκάνιες ωδές πελώριες νύστες
δημόσιες σχέσεις προφητείες αγκαλιές
στον έπαινο των σοφιστών εξασκημένοι
σαν φίδια αλλάζουνε το δέρμα τους καθώς
τους εύχεται ο Τίτος με πατρική στοργή
πατρίκιοι να γίνουνε κι αυτοί


Ας είν’ ελαφρύς ο δεκαπεντασύλλαβος που σας σκεπάζει
πληβείοι παραλογοτέχνες αδερφοί
ενάρετοι μεθύστακες και μπάτσοι

Προσευχή, πέρα στους πέρα κάμπους

Σε κατοπτεύουν οι γαμπροί της μεσημβρίας
οι άμβωνες της στύσης
οι αγρότες που καπνίζουν με μανία
ω! δούλη του θεού παραμυθία
σπαρμένη χίλια αστέρια και σκοτάδι
ο έρωτας ο θάνατος
κι ο λήθαργος
ο πιο αρχαίος βλαστός μας
ο πιο βαρβάτος κουρδιστής των κλειτορίδων
το ένα μάτι του γυμνή Αμερικάνα
το άλλο πρώην σοβιέτ
ω! αδελφούλα των αγγέλων
ετούτα δω τα κρέατα θέλουν μονάχα σεξ

7 σκέψεις για το Σαγιάτ-Νόβα

Η ποίηση του Sergei Parajanov- δύσκολη μες στο σπαραγμό ή τη ναυτία της εποχής- γεμάτη εικόνες και δοκιμασίες, με μια κίνηση αβίαστης χαράς και χάρης, τόσο άγρια δαιμονικής κι ωστόσο τέτοιας παραίτησης, που δεν μπορεί κανείς να πει αν χαροπαλεύει ή αν γελάει.

——–

Οι νύφες του είναι το ρίξιμο ενός ζαριού, βάζουν στο παιχνίδι το ερώμενο ον. Ο θεός εξ ορισμού δεν είναι στο παιχνίδι, γι΄αυτό και όλα είναι θεϊκά, γεννημένα απ΄το σκοτάδι και το έρεβος, παραληρήματα μιας άπειρης βαρύτητας βγαλμένης απ΄τα βάθη της γης και τη βδελυρότητα του αίματος.

——-

Η ψυχή του πάγου και της φωτιάς μαζί, αυτός που τελικά είναι πουλί και φωλιάζει πάνω απ΄τις αβύσσους.

——-

Η ομορφιά στην πιο ακραία της συνύπαρξη με την πράξη. Αυτή η μέθη της διαστροφής, το ξεγλίστρημα στη φυγή, στην έλλειψη ανδρισμού, στην ερωτοτροπία των ενστίκτων.

———

Ιδρυτής μιας θρησκείας αφού επέζησε του σπαραγμού, ποιητής μιας αλόγιστης ελπίδας αφού επέζησε της λαγνείας, αρχιτέκτονας της δημιουργίας και της καταστροφής συχνά μπροστά σε ένα αλόγιστο επέκεινα.

——-

Μια αγνή γύμνια που αφυπνίζει με την περίπτυξη των κορμιών, των χεριών, των υγρών χειλιών, απαλή ζωική ιερή.

——-

Αγωνία σημαίνει αμφισβητώ την τύχη, ως εκ τούτου αφήνω την τύχη ελεύθερη στο μακρόσυρτο γογγυσμό της, δεν βλασφημώ και δεν θυμώνω παρότι ξέρω πως ο θεός είναι μια πουτάνα.

Προσωνύμια για την πίτσα Hut!

…..κάθε εκπάγλου καλλονής πενιχρότατη αλλαγή προς τη φτώχεια την αντεπανάσταση την κακομοιριά θέλει γερό στομάχι και καλή διάθεση για να χωνέψεις την αμερικάνικη κουραμάνα αφού ο επίγειος παράδεισος-που θα κατέλυε όλα τα εργατικά δίκαια και θα έκανε δίκαιο το νόμο του εργάτη-, εν μια νυκτί ανακατωσούρας, έγινε μεσαίωνας χαράς με άφθονο ευσπλαχνικό αλκοολισμό και τσαρικά κουφέτα διαθέσιμα σε τιμές γνωριμίας κοκακόλες μπιφτέκια ατομική ευθύνη και μια αργκό ειλικρίνειας αφού το πτώμα είχε ήδη βρομίσει και τα σοβιέτ είχαν μοιραστεί ως εδέσματα στα στελέχη να φαγωθούν και να γίνουν κεφάλαια ελεύθερη βούληση λήθη και θέαμα βλέποντας τις συνθήκες να ωριμάζουν όπως τα γινωμένα πεπόνια που δεν θα φαγωθούν αλλά θα σαπίσουν μέσα σε ψυχρούς πολέμους με κουνούπια και κοριούς με αυτοδιάθεση και ανταγωνισμό με έναν τρόμο εξίσου βαθύ με εκείνον που κρύβει η προτίμηση της μικροαστικής μνησικακίας προς την αδικία παρά προς την αταξία ζεσταίνοντας τα ερωτικά τους όργανα με το κουτί της πίτσας ξαπλωμένοι σε γερμανικούς καναπέδες ακούγοντας ναρκομανείς νομπελίστες να λένε πως όλα ήταν μια ψευδαίσθηση ένα φταίξιμο του μυαλού ένα λογιστικό λάθος του Μαρξ μια νεύρωση του Λένιν μια πατέντα του Μολότοφ για να διασκεδάζουν την πλήξη τους τα κωλόπαιδα……

Υπέρ βωμών και εστιών Ή Ζήτω οι εθνικές σωβρακοφανέλες

Χρόνια τώρα δεν ακούμε τίποτε άλλο παρά για το ήθος και τη σεμνότητα των πρωταθλητών,

τι καλά παιδιά και τι απλοί άνθρωποι και τι αγωνιστές και τι πρότυπα και τι κυματιστές γαλανόλευκες και τι για την ελλάδα ρε γαμώτο,

νιώθεις τη λίμπιντο των αθλητών τη γλίστρα του κούφιου λόγου που γίνεται σημαντικός, τα σημαινόμενα στα φανελάκια και τα ταμπλό, το κάλος και τη δύναμη του πλέον δυναμικού διαφημιζόμενου εμπορεύματος που είναι ο νέος και η νέα ο περιχαρής και ο φιλόδοξος μέσα στη φουτουριστική αρένα μιας βάναυσης πορνογραφίας,

όλο πόζα μπροστά στην ταξική αναπηρία των μαζών, αποκαλύπτοντας τους κώδικες ενός καινούργιου παντρέματος αίσθησης και δυνατότητας,

μια χημεία λόγων πράξεων και ουσιών που πυρακτώνει το σώμα, που βγάζει στον ήλιο τις επουλωμένες πληγές απ’ το χειροκρότημα και το θαυμασμό, τη διάκριση, την υστεροφημία, τον ηρωισμό να αγωνίζεσαι τραυματισμένος δικαιώνοντας το εθνικό ντιενέι

τα λόγια της μάνας και τον εφήμερο ρομαντισμό των φτωχών συγγενών που περιμένουν να γκρεμίσουν τα τείχη ώστε να χωρέσουν οι νικητές,

οι άριστοι της νοσταλγίας των μεγαλείων, οι δυνατοί και οι υπεράνθρωποι που ξυπνούν ξημερώματα για να πετύχουν τον άθλο

που τρώνε ζυγισμένους ξηρούς καρπούς και πρωτεΐνες με μεθαδόνη και γκότζι μπέρι, που γαμούν με ωράριο και πρόγραμμα που είναι στρατιώτες πάνω απ’ τους στρατιώτες

πειθαρχημένοι σαν γινωμένοι καρποί, μεθοδικοί σαν ηλεκτρικά κυκλώματα, τραυματισμένοι και περήφανοι μέσα στη σύντομη γιορταστική κραιπάλη όπου οι άνθρωποι γίνονται χώρες και κράτη, διαφημιστικές πινακίδες, γραφικοί σάτυροι, περιζήτητα πέη και φλογερά αιδοία, διαμορφωτές

ηθών καλούπια για παπούτσια της νάικ φανέλες της αντίντας, ψαχνό για αθλητικές ιστορίες και δράματα, αναγνωρισμένοι απ’ τους τιμητές τους, αποθεωμένοι απ’ τους εκτιμητές τους, ευλογημένοι απ’ το θεό, μετρημένοι με το κάλλος της μεζούρας των Αρίων,

τους εκλεκτούς κάθε φυλής που μας σβήνουν την ακόρεστη δίψα της ηδονοβλεψίας, την βαθιά ανάγκη μας για πόλεμο και βιασμό, για δόξα και πλούτο,

αφόρητα γειτνιάζοντας με πνιγμένους πρόσφυγες, σκοτωμένα παιδιά, αυτοκτονημένους και βιασμένους, τυφλούς μουγκούς βλαμμένους ποδοπατημένους, ανθρώπους λιγότερο ανθρώπους λιγότερο ζωντανούς απ’ τους ζωντανούς και λίγο περισσότερο πεθαμένους απ’ τους πεθαμένους

ακούγοντας μακριά αλλά τόσο κοντά πια, τα κανόνια να συλλαβίζουν τον έσχατο λόγο του χρήματος,

τον έσχατο σπασμό της ανθρώπινης ελευθερίας.

[Matherfaker Ή Ωδή στο γαμοπίλαφο] Του Αντώνη Αντωνάκου

Όλοι κρύβουμε έναν πούστη μέσα μας, δηλαδή έναν επαναστάτη. Η φύση, ως το μεγάλο τελειωτικό σκοτωμό μας θέλει στις επάλξεις, να τροφοδοτούμε την ερωτική υψικάμινο με το ανόθευτο ένστιχτο που επιθυμεί συνειδητά,  πριν πέσει η βαριά καταχνιά των γηρατειών, πριν γλιστρήσει η τελευταία μας πορδή στο άπειρο Τίποτε.

Οι πούστηδες χτύπησαν ανελέητα ένα βαρβάτο κοινωνικό θεσμό, τον αρνήθηκαν και τον εξευτέλισαν, τον μαγάρισαν και τον πέταξαν στα σκουπίδια.

Ο γάμος συμπληρωματικά με τη θρησκεία υπήρξε το όπλο μαζικής καταστροφής της πραγματικής ανθρώπινης ουσίας, αφού χρύσωσε τόσο τη σκλαβιά και τη συνήθεια, κάνοντας τη σεξουαλικότητα αποκλειστικά και μόνο δούλα συμφερόντων της εξουσίας.

Το σκάνδαλο Βερλέν-Ρεμπώ και η αδίστακτη ευαισθησία του Όσκαρ Ουάιλντ προσέδωσαν στην ομοφυλοφιλία στρατηγικές αξίες.

Ο ομοφυλόφιλος ταυτίστηκε με τον καλλιτέχνη αφού κι αυτός όπως ο καλλιτέχνης υπήρξαν οι μεγάλοι αρνητές εκείνων των προτύπων δημιουργικότητας και ωφελιμιστικής σχέσης που προσδιορίζουν τον μεσοαστικό, βιομηχανικό, μετα-πουριτανικό πολιτισμό.

Η ομοφυλοφιλία καλλιέργησε έναν ανελέητο εμπαιγμό απέναντι στη φιλισταΐκή κοινή λογική και τον αστικό ρεαλισμό που ονομάζουμε μοντέρνα τέχνη.

Καλλιέργησε την υπονόμευση μαγαρισμένων αξιών προσπαθώντας να είναι γνήσιος μέσα στο ναρκισσισμό του.

Κατέστρεφε αρετές που φύτεψε η μονογαμία και ο εγκλεισμός, το εγωιστικό συμφέρον μιας μικρής ομάδας που ονομάστηκε οικογένεια και απέκτησε στο πέρασμα των χρόνων λογιστική αξία μέσα στον ανταγωνιστικό οργασμό της καπιταλιστικής οικονομίας.

Είναι οι πούστηδες και οι λεσβίες αυτοί που φώναξαν, στο διάολο η ηθική!. Όμως σήμερα είναι αυτοί οι ίδιοι που ζητάνε να παντρευτούν με παπά και με κουμπάρο, να κάνουν παιδιά με υδραυλικό σωλήνα, να παίζουν το ανδρόγυνο χαϊδεύοντας τα μολυσμένα κρίνα της αστικής τερατωδίας.

Από επαναστατική πράξη άρνησης των ψόφιων αξιών, η ομοφυλοφιλία έγινε το κλύσμα της καταστολής και της προσαρμογής σε μια μεταμοντέρνα φαντασίωση που δημιούργησε η αγορά.

Η κοινωνία του θεάματος, αφού ισοπέδωσε, κάνοντας καρικατούρα την μεγάλη κοινωνική επανάσταση-συμβολικά τυπώνοντας σε κωλόχαρτο τον Τσε Γκεβάρα-ανέλαβε αισίως και ρόλο διαχειριστή των ηδονών μας.

Ηθικά, οι δυτικές αμερικανοτραφείς κοινωνίες έχουν ξεπεράσει το ξεκόλιασμα, αφού αυτό είναι το μόνο που έχουν κρατήσει απ’ τον ερωτισμό, πηγαίνοντας ολοταχώς στο γάμο, δηλαδή στην κοινωνική ασφάλεια.

Το έξυπνο σύστημα ενστερνίστηκε αυτό που δεν μπόρεσε να καταργήσει κανονικοποιώντας το ως φιλελεύθερη αξία.

Οι πλούσιες αδερφές, οι κοσμοπολίτες πούστηδες μπορούν και είναι πρωτοπόροι ακόμα και σ’ αυτό, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, με τις ευλογίες του Ελπιδοφόρου, του αρχιεπισκόπου Αμερικής δείχνοντας σε ανταγωνιστικά δόγματα πως το ορθόδοξο μαντρί ανανεώνεται και προχωρά αφού είναι πάντα ένα βήμα μπροστά απ’ τους προτεσταντικούς νεωτερισμούς. 

Αντί λοιπόν να πεταχτεί στα σκουπίδια ο πιο αντιδραστικός κοινωνικός θεσμός δέχεται το φιλί της ζωής απ’ τους πλούσιους πούστηδες εφοπλιστές και τη συμμορία των πονηρών παπάδων. Στη γλαμουριά και τη μαλακία των στρέιτ ζευγαριών προστέθηκε ο ντροπιαστικός συμβιβασμός των πούστηδων με το κατεστημένο.

Τα υψηλόβαθμα στελέχη της εξουσίας πάντα έκρυβαν τον κώλο τους κάτω απ’ το σεντόνι της μικροαστικής ηθικής. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.  

Η Μπαλάντα Της Αριστείας

Όσο καλή κι αν είναι η άμυνα, η τελευταία πράξη είναι πάντα αιματηρή. Το μπρούτζινο δεκαράκι του ευγενούς ανταγωνισμού θα κυλίσει στο βαθύ υπόνομο της καλής ζωής που φέρνουν τα κέρδη ενός πτυχίου.

Η κοινή γνώμη βλέπει το μαρκούτσι να πηγαινοέρχεται μπροστά στους υποψήφιους γητευτές που αύριο θα βολευτούν στις αξίες και τα αντίδωρα.

Θαυμάζει την ευφυΐα όταν φτάνει πρώτη στο τέρμα, όταν κόβει το νήμα ή λοιδορεί την παρακμή και τη σύγχυση με ωραία λόγια ανεμίζοντας σημαίες ξένων κρατών, εκθεσιολόγια ως βοηθήματα αυτοβελτίωσης και φροντιστές παράφορους με τη φροντίδα και το καθήκον.

Η βιομηχανία αριστείας αναλογεί στη μερίδα του λέοντος ενός κρατικού προϋπολογισμού που παίζει ζάρια με τη θεοκρατία και το στρατηγικό επενδυτή. Διευθύνει το ανακάτωμα των στελεχών που θα χτίσουν σπίτια, θα δικάσουν κακούργους, θα πατήσουν κουμπιά για τον Άρη και θα γιατρέψουν αρρώστιες που προκάλεσαν αρχαίες θεραπείες και γιατρειές.

Η νεοδουλεία της αριστείας κάνει την ανθισμένη γενιά να έχει γεροντολάγνες επιθυμίες, να δουλεύει τώρα σκληρά για να δαγκώσει αύριο το ακριβό σταφύλι και τη βιολογική ντομάτα. Να χτίσει το σπιτάκι της στο ύψωμα της πόλης και ευσεβώς να απολαμβάνει συμβολαιογραφικά όλες τις νόμιμες απολαύσεις.

Η καλλιέργεια των ψυχών ξεκινά με αδυσώπητο κόπο. Οραματιστές και τρυφερούληδες πνιγμένοι όμως στο γέρικο σχήμα τους. Διότι για να κατακτήσεις την αριστεία πρέπει να σκοτώσεις τη ζωή αποκτώντας μια δια βίου αναπηρία, να μπορείς να γοητεύεις του κοινούς και τους κάτω μόνο με επιδείξεις πνεύματος και όχι με στάσεις ζωής.

Το σχολείο ως μηχανή του κιμά θα βγάλει τα πιο ζουμερά μπιφτέκια για να χορτάσει την αγορά. Θα τσιμεντάρει κι άλλα βουνά θα στολίσει με χρυσόσκονη κι άλλα ντουβάρια φυλακής παίζοντας ρομαντικές μπαλάντες για το ένδοξο παρελθόν και το άχτιστο μέλλον, βλέποντας τον Ξέρξη να κλαίει γοερά την ώρα που οι στρατιές των Περσών περνούν τον Ελλήσποντο, σκεπτόμενος κι αυτός, πως, κανένας από τούτους εδώ τους δυνατούς και τους γενναίους δεν θα υπάρχει σ’ εκατό χρόνια από τώρα κι ίσως κανένας απ’ όλους αυτούς τους γενναίους και τρομερούς πολεμιστές δεν υπάρχει ούτε τώρα, αφού, όλη τους τη ζωή σπούδαζαν ανταγωνισμό, αφανισμό και πόλεμο.

Ο Μπουκόβσκι και η ταμειακή μηχανή

αναλογικό κολάζ σε χαρτί/Αντώνης Αντωνάκος

Η αγορά τραβάει τον ανήφορο, οι λήσταρχοι
των ποιητικών ορέων αγοράζουν ξένους ποιητές
-μεταφράσεις σκατένιες όπως του γούγγλι-
από καλά παιδιά, με φρόνημα αλεπούς

απέθαντους μπουκόβσκηδες με της μανούλας τη θηλιά
στον ερπετό φαλλό τον πονεμένο

να κοιμηθώ θέλω, βρικόλακα μπαμπά, πάνω στα ούρα των αμερικάνων
να φιλήσω έναν κώλο όπως ο Χένρυ

να πιώ όσο μ’ αφήνει η γυναικούλα μου να πιώ
να νοιώσω καταραμένος μέσα στο άτσαλο λιβάδι της ψυχής μου

Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη

μπύρες και πάλι μπύρες και κρασιά

αντί πατρίδα εκδόσεις ζάναξ ζάχαρο

-πιστοποιητικά καταραμένων εκδίδουν μόνο στα Σεξάρχεια παιδιά μου-

ω! θείο Μουνί ξέρεις καλά εσύ πεθαίνει όποιος δεν ξέρει πως να ζει
κι αν σ’ απειλήσει η χαρά φυλάξου

Υγρά περιστατικά Ρομαντισμού και Θανάτου

Μακριά απ’ το βασίλειο του πειθήνιου οργασμού
Τρώνε μικρές μπουκιές τα σαρκοβόρα λουλούδια
Η Αμερική γυμνή στο βάθος του γκαράζ
Ο Ιησούς παζαρεύει μεσκαλίνη
Ανάβουν τα βυζάκια σου στο πρώτο άγγιγμα
Εγκώμια λιγνά σαν οχιές
Πουλάνε τις κλάψες τους
οι ποιητές του άστεως και της βαρεμάρας
μα δεν τις αγοράζει κανείς
Καθώς ο ήλιος μια νέα ρουτίνα
λίγο πριν ξυπνήσει μέσα μου ο κεραυνός
λίγο πριν ξεφλουδίσω την καρδιά απ’ αυτή την άγρια πέτσα
τα γερατειά το θάνατο και το ζεστό κακάο

Χάος

Η ζωή κι ο θάνατός μου πιστό σου αντίγραφο
Χάος εσύ, μυριάδων ασωμάτων
όλο εκρήξεις στείρας ευτυχίας και σκοτωμών


οι αρχαιολόγοι της ηδονής με είπαν άπληστο ζώο
χαμάλη νοημάτων μαμάκια σκατόψυχο


με είπαν παιδί σου
αχ!
και πως ορίζει την αγιότητα ο πόθος δεν έμαθα ποτέ
κι αυτά που μάτωσα για να τα μάθω
στην ησυχία της νεκρής καρδιάς μου θα χαθούν
δίπλα σε στομάχια που δίνουν μάχες
σε κωλοτρυπίδες δίπλα που αναφλέγονται
σε εκζέματα που τους γλυκομιλούν οι σκεβρωμένες γιατρίνες


όλοι για σένα γράφουνε
Χάος που σαπίζεις μεσ’ την ιλιγγιώδη ακινησία


όμως
μονάχα
ο έρως, σε γιγαντώνει
-των σπλάχνων σου ο πομπώδης αφρός-


να, λίγο-λίγο σε ξεφτουριάζουν τα ποιηματάκια μας
όπως τα δάχτυλα της μαμάς τη σφαγμένη κότα
στο νεροχύτη


Χάος που μας χόρτασες
μυστήρια και πηγαιμούς στην Ιθάκη
εσύ δεν είσαι θάνατος
μονάχα ρύζι άβραστο μες στο βρακί της νύφης


Χάος
και να σε φάμε θα μας φας

Γράφω χωρίς θέμα, για το παλαβό το αίμα

Γράφω χωρίς θέμα, το θέμα έρχεται-έλκεται απ’ τις αντιφάσεις, το ποίημα ως κίνημα των μηδαμινών που εδονούντο από ετούτο κι από κείνο, απ’ το ασήμαντο που γίνεται κέντρο της δράσης, της τάσης μας να θέλουμε να νοιώθουμε ζωντανοί ακόμα και μέσα στην ακινησία, της ιδιοτροπίας μας να αρέσουμε και της συνήθειάς μας να δείχνουμε τη φέτα ζωής που μόλις κόψαμε απ΄το καρβέλι της πραγματικότητας.

Ανάλαφρα, με τα μάτια ενός ζώου ψάχνω τα χρώματα πάνω στα φυτά, αγνοώντας ηθελημένα κάθε γεωμετρική κανονικότητα και κάθε συμμετρία.

Η εποχή μας έχει δράκους και αβάσταχτους πόνους, ταχύτητα που δεν σε αφήνει να χαθείς σε ονειροπολήσεις, κοιτώντας απ’ το παράθυρο του τρένου που πάει ντουγρού κατά πάνω στο αποχυμομένο κάλλος, στο τέλος, εκεί, σε μια λέξη που λέγεται θάνατος, σε μια αταξία που η εντροπία της σχεδιάζει μινιατούρες ακατάληπτων και γοητευτικών ιδεών και εικόνων σεξουαλικής πυγμής.

Γράφω, κάνω πράξη τις απορίες μου, σθεναρά υπερασπίζομαι το απρόσωπο της τέχνης, την ξαφνική έλευση της χαράς του ελέους και του φόβου.

Γράφω, σπάω τις αλυσίδες μου, ερεθίζομαι απ’ τη μελαγχολική κενοδοξία των πραγμάτων, επαληθεύω ανεξόφλητους λογαριασμούς, κρατώ πρακτικά έρωτος και υγρής καύσιμης ύλης, το σπίρτο μου είμαι εγώ.

Ποίημα εθνικόν και πατριωτικόν προς τέρψιν των ελληνόψυχων αδερφών

Ένας κατεστραμμένος φαντάρος, ένα μαλακισμένο ελληνάκι είμαι
Ω παιδιά σκατόψυχα του λαού κουρδισμένα αρχιδάκια
ντροπαλά νυμφίδια σε πανηγυρική μοναξιά,

χύσια χύσια χύσια εις το ναύσταθμο της Σαλαμίνος,
πασαλειμμένος ο στρατόκαβλος έλλην μαμά και πατρίδα
πούτσα και μπιμπερό

εγώ που θα έγραφα το ωραιότερο βιβλίο για το
δημόσιο ιδρώτα σας κορίτσια για το τρικυμισμένο σεξ το σώμα
που επιθυμεί αδιάκοπα να υποφέρει και να πονά γράφω τώρα
ρεπορτάζ για την εφημερίδα του Πρωκτού

ο τελευταίος μου λίβελος για τη θλίψη έγινε
βάιραλ στα καφενεία του Κολωνού εκεί
που κάνουν ουρές οι πεθαμένοι για ένα φρέντο
εκεί που άλειψαν
όλες τις γαλλικές κρέμες στο βυζαντινισμό τους
οι ανδρογυναίκες
κι η θλίψη τους για τα ερείπια ο μοναδικός
άπαιχτος γκόμενος που δεν θα αποχωριστούν ποτέ

ω πνεύμα αρχαίο ένδοξο πλυμένο στο αίμα του αμνού
που γέννησες αγίους τράγους με καισαρική το
δέσποτα με τη χρυσή την πούτσα

τις μοιχείες τις ακαδημίες το δοσίλογο φίλο
το θεό δήμιο τον κερατά και τον μαστρωπό

αφιερωμένα όλα σε αγόρια πολεμιστές ιερά μοντέλα του βόγκ
ξεσχισμένα πουστράκια από σκηνοθέτες που αγίασαν στο ξεκώλιασμα
υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος

φάτε τους όλους τώρα
γαμήστε την Ανατολή και την τουρκιά με στόμφο
στη βροντερή ανέμελη λιακάδα της βλεννόρροιας που μας συντηρεί,

δακρύστε κάτω απ’ τη γαλανόλευκη κακία
κάτω απ’ το επίδομα θέρμανσης και το επίδομα λεύκανσης πρωκτού
υμνήστε τους βρικόλακες που σας μάθαν
παπαγαλία και εθνικισμό απ’ τα κάτω

ανακράξτε ζήτω ζήτω
ζήτω τα σκεύη ηδονής κι

είναι άραγε βιασμός η σεξεργασία
αμόλυντο μουνί της μάνας και της αδερφής μου!

ή προτιμάτε θάνατο σεφερικό με δόντια χρυσά και έμπλαστρα
νομπέλ βραχείες λίστες οργασμών ματαιοδοξίες μεταξύ κυρίων

Ω οι πυγολαμπίδες
μας φωτίζουν αγάπη μου
τα ζουμάκια μας ρουφάμε γλείφουμε
τα πιο σαρκώδη ζωάκια είμεθα
άτριχα σχεδόν παλαβά εμείς
εράσμιοι αποικιοκράτες μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης
μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής
-ω μια κωλομουνιάρα γίδα ο πλανήτης!-
βλοσυροί αφού γλιτώσαμε τους Καιάδες
μειλίχιοι σαν σχολικοί σύμβουλοι
-με τα παιδαριστικά τους όνειρα
κρυμμένα κάτω απ’ τα πλατωνικά χαλάκια-

όμως να, οι μπασκίνες έρχονται με το βήμα της χήνας
θέλουν να μας βάλουν στον κώλο σιδερένιες βέργες
μας ρίχνουν ξύλο σαν το μπαμπά μας αγαπούν τόσο
που θέλουν να γίνουμε σαν κι αυτούς
ρομπότ καθήκον γαμώ το χριστό σου
λυμένα ζωνάρια για καβγά

όμως η ποίησις είναι
ανάπτυξις στίλβοντος κιρσού μιανής μανούλας καθαρίστριας
η ποίησις, μουνόπανα, δεν είναι αυτή που γράφεται
αλλά αυτή που τρώγεται και χέζεται
αδιαλείπτως
εκ του σύμπαντος των οπών

Βροχούλα

Αλλά, αυτή η βροχούλα, μπορεί να γίνει ένας ωραίος πίνακας. Δεν θα βλέπεις την ώρα και τα δεσμά της στιγμής, τον περιλάλητο χρόνο να τη συντρίβει. Θα βλέπεις μόνο την απομίμηση της ομορφιάς, τη σαύρα στην απέραντη πεδιάδα να τρέχει και να γλιστρά προς το στομάχι του γερακιού, ψάχνοντας πόρτα για την κόλαση.

Η βροχή πεινά για όλα, ενώ το χώμα χορταίνει με όλα, το χώμα βγάζει αυτή τη μυρουδιά του ζευγαρώματος, όλα τα σαρδόνια λογοπαίγνια της κυκλικής φάρσας του νερού.

Η βροχή είναι μια θεότητα μια παρουσία μέσα στα βαθειά ταραγμένα και ανήσυχα σύμπαντα της φαντασίας.

Η μορφή της μεθυστική και δυναμική κάτω απ’ τα κυματιστά πέπλα, ίσως στα ειλικρινή λόγια μιας θρησκείας των πόθων να είναι η Αγία των πάντων, η προσταγή όλων των συμβάντων, αυτή που έρχεται κάθε φορά στην αεροκρέμαστη φάτνη μας να μάς βρει, που μας φιλά και μας γλείφει στη ροδοκόκκινη κι αχνιστή εκείνη περιοχή, την αρωματισμένη-θαρρείς-απ’ τα νάματα της θείας ευσπλαχνίας.

Η βροχούλα ετούτη που την κοιτώ σαν χαζός κι ακούω τα μηνύματά της και νοιώθω τη γεύση της μαζί με χώμα απ’ τον ουρανό και λιπάσματα απ’ τις ερήμους, η γεύση η αληθινή του υμένα όλων των πλασμάτων, οι μυστικές δονήσεις όλων των άστρων που ξεπετάχτηκαν απ’ τις σκοτεινές οπές, τις αειθαλείς σαν μαύρα κρίνα, που το μυστικό τους καλύπτουν καλύπτοντας άλλα μυστικά κι άλλες μορφές κι άλλες εξουσίες.

artwork: Marina Abramovic

Συμβουλές στο μαθητή μου το λύκο

ψάξε την καταγωγή σου στα μακρινά άστρα
στη Μονή του Υμένος
στο μέγα Σχίσμα
στο φαράγγι των μελισσών
στον άφθονο Σατανά
ψάξε την ουσία της ύπαρξης
στ’ αχαμνά
πενήντα οχτώ εκατομμυρίων γουρουνιών
που σφάζονται κάθε χρόνο στη Γερμανία
ψάξε για δουλειά
για έμπνευση
ψάξε για φίλους για εραστές
ψάξε κάτω απ’ τις πέτρες
να βρεις την τυχερή οχιά
το τυχερό δηλητήριο
ψάξε να βρεις τον τράγο
να του γράψεις μιαν ωδή
ψάξε τους Σιληνούς και τους Σάτυρους
ψάξε εκεί που δε φυτρώνει τίποτε
παρά μόνο
απολιθωμένη βροχή και σελήνες

artwork: Apollonia Saintclair

Μάρθα

Νόστιμο πτώμα
της ευρωπαϊκής μας κουλτούρας
Το ίδρυμα του Νιάρχου
κάθε τόσο
σε βγάζει απ’ τη λειψανοθήκη σου
Η ζωή είναι κώλος
Είμαστε ότι βιδώνουμε
Η Μάρθα ταμίας στου Σκλαβενίτη
μετρά φραγκοδίφραγκα και ταξικές ήττες
ρύζια μακαρόνια
χύμα άγρυπνες νύχτες
αλλαγμένες ζωές
θα ήθελε μόνο πούτσο και τρυφερά λόγια
σε τούτο τον εμφύλιο που σιγοβράζει

Προσευχούλες

Άλλο το να σε μάθει κάποιος να μιλάς κι άλλο να σου διδάξει τη γλώσσα. Υπάρχει για παράδειγμα η γλώσσα της προσευχής, που τη διδάσκει ο ιερέας, μια γλώσσα που απευθύνεται σ’ έναν ξένο, σ’ έναν άγνωστο, στο θεό, μια γλώσσα που αντιμετωπίζει τους πιστούς σαν παιδιά που δεν ξέρουν το νόημα των συναισθημάτων τους. Μια γλώσσα που τη χαρακτηρίζει η διαμεσολάβηση και η προφητική επιτακτικότητα, η ασυμφιλίωτη με τους φυσικούς νόμους. Μια γλώσσα με σημεία και σύμβολα, που αναφέρονται σ’ έναν δεδομένο κώδικα. Μια εύπλαστη μεταφυσική που προσδοκά τον οδυρμό της αγέλης μέσω της γοητείας μιας οραματικής υπέρβασης. Ο ιερέας πουλάει ελπίδα και παράδεισο αφού περάσει το μυαλό του πιστού μέσα απ’ τις αμαρτίες και τις τιμωρίες τη νηστεία και τις δοκιμασίες. Ο ιερέας είναι ο πατέρας ο βοσκός ο υπουργός ο πρόεδρος ο γαμιάς όλων μας. Είναι ο δάσκαλος που μας διδάσκει μια γλώσσα χωρίς να μας μαθαίνει να τη μιλάμε. Είναι ο μαέστρος της ανησυχίας μας, ο μετρ των αντιφάσεων που ξεδιπλώνει την αυθάδεια της κακότητάς του ανάλογα με τις περιστάσεις. Ένα φρικαλέο γεροντάκι που αγίασε ως Παΐσιος με τη γοητευτική αγραμματοσύνη του, σε αποχαιρετούσε κάποτε, εκεί, στο όρος το άγιον, λέγοντάς σου Σκότωσε έναν πούστη για χάρη του Χριστού.   

Περί Πτήσεων Ή Καλλιτέχνες Σε Φυγή

Για την πτήση, χρειάζονται τόσο ο άνεμος της φύσης όσο και ο άνεμος της ψυχής. Η πτήση είναι ενεργή ερωτική επιθυμία και πορεία προς τον οργασμό και τη σεξουαλική ολοκλήρωση.

Ο ονειροπόλος έχει τη συνήθεια να αγοράζει πουλιά και να τα λευτερώνει απ’ το κλουβί τους.

Ξοδεύει τις οικονομίες του χαρίζοντας μια διπλή ελευθερία. Ελευθερία απ’ τη φυλακή της επίγειας ζωής αλλά επίσης απελευθέρωση από τη βαρύτητα και κατάκτηση του κόσμου της πτήσης.

Η πολλαπλή επιμονή στο θέμα της πτήσης τείνει να γίνει το υποκατάστατο μιας ελπίδας στα θεία, από την οποία ο ονειροπόλος μοιάζει να έχει παραιτηθεί.

Ο ονειροπόλος διαθέτει έναν άγρυπνο σκεπτικισμό που μοιάζει με τη γαλήνια αποστασιοποίηση των πρωτόγονων συγγενών μας που κατοικούσαν σε έναν κόσμο θαυμάτων και θρεπτικών ουσιών.

Να λοιπόν η ελεύθερη φύση και η αστείρευτη δύναμή της, η ευκολία να περνά από τον πόνο, όχι στο σύμπτωμα, αλλά στη δημιουργία. Κι αυτό είναι μια καλή αρχή για τον μιμητή της. Τον καλλιτέχνη, αυτόν τον πρωτόγονο ονειροπόλο που κρατά το μικρό μαύρο κουτί του γεμάτο με τα υπολείμματα του παρελθόντος, ανακαλύπτοντας πως η πτήση απαιτεί μια γενναιότητα ανυπακοής, σπάζοντας τις αλυσίδες της μνήμης.

Γιατί αυτό θέλει να καταφέρει πανηγυρικά. Να ικανοποιηθεί με τον εαυτό του. Γιατί όποιος δεν είναι ικανοποιημένος με τον εαυτό του είναι συνεχώς έτοιμος για εκδίκηση κι εμείς οι άλλοι θα λογαριαζόμαστε για θύματά του.

Η επιθυμία για την πτήση, την αιώρηση δηλαδή πάνω απ’ τις νοστιμιές της ομορφιάς και του ερωτισμού, η θαυμαστή πανουργία της φαντασίας που θέλει να τα ξαναφτιάξει όλα απ’ την αρχή, κάνοντας για λίγο την ακόρεστη και μελαγχολική ψυχή να νοιώσει χορτάτη, αφήνοντας τους συκοφάντες της φύσης να βυζαίνουν τα μαστάρια του πρόστυχου θεού της πατριαρχίας και της εξουσιομανίας των όντων, του παπαεπιστήμονα που κάθε φυσική ανθρώπινη κλίση θα τη βαφτίσει αμαρτία ή αρρώστια.

Ας είναι ευλογημένα τα δαιμόνια

Έρχεται πάντα η κατάθλιψη να θρηνήσει την αλογάριαστη περιουσία της ηδονής. Τη συμμόρφωση των κορμιών στα προστάγματα της αυλής και των μυστηρίων της θανατοφορτωμένης μας ζωής.

Η αυλή των βασιλιάδων έγινε εκκλησία, ένα χάδι εξουσίας περίπλοκο, η αφέντρα των αστεριών που μας δείχνει με το δάχτυλο τον αμαρτωλό. Οι πιστοί με τον σεβασμό τους για καθετί που προέρχεται απ’ την αυλή γίνανε μιμητές της χροιάς της αυλής κι έτσι αυτή η προσποίηση κατέληξε να γίνει φύση.

Ο χριστιανισμός αντί να σβήσει το έγκλημα της λαιμαργίας έντυσε τη βαρβαρότητα με τον πιο ακραίο στόμφο φτιάχνοντας τον υπεράνθρωπο θαυματοποιό, τον φακίρη που αναστήθηκε για να περισώσει τη δική του ελευθερία απ’ τα δεσμά με τα οποία τον αλυσόδεσε η γέννησή του.

Σώσε τον εαυτό σου λοιπόν, σώσε το Εγώ σου, -λέει ο προφήτης- το μεγάλο αυτό αγκωνάρι που σου φράζει τη θέα προς τον παράδεισο. Όμως στ’ αλήθεια, η σωτηρία ετούτη είναι ένα ποδοβολητό προς το μηδέν, ένας Γολγοθάς προς την άγονη γραμμή της νηστείας και του μαζοχιστικού πόνου. Ένα ξερίζωμα της φύσης απ’ το σώμα που κακοποιείται και δέρνεται και υποφέρει για να κερδίσει το επουράνιο λόττο.  

Όλες οι περιώνυμες αυλές που βάλανε στο κέντρο τους τη διανοητική ατιμία της μεταφυσικής έχουν γίνει καρικατούρες του παρελθόντος και του παρόντος, φιλολογικά δείπνα με λιβάνια και επιχρυσωμένες μίτρες, όργανα μιας τελετής ευνουχισμού της παγανιστικής φωτιάς μες στην ισόβια ήττα της υποταγής και του πένθους.

Έτσι θα πρέπει να τρως κι έτσι θα πρέπει να γαμάς. Μην φθονείς τον πλούσιο αδερφό σου, αγαπάτε αλλήλους αλλά ευλογημένα τα όπλα που θα τους αφανίσουν.

Πίστη ενός μύθου ή ενός δόγματος σημαίνει ψυχική νόσος, σημαίνει νευρολογική διαταραχή, ασθένεια που έναν ειλικρινή και ευαίσθητο άνθρωπο τον οδηγεί αποκλειστικά και μόνο στον εγκλεισμό.

Τα μοναστήρια είναι οι ψυχιατρικές κλινικές που θα πας μόνος σου, ο τόπος που αρνείται την υγεία της αναπαραγωγής και της σύγκρουσης καλλιεργώντας μια υστερική γαλήνη μπροστά στις εσχατιές του πόνου.

Παρηγοριά ψυχρή η θεία κοκαΐνη, το λάβαρο που ανεμίζει τις απαγορεύσεις, η χαρά που σου δίνει το Τίποτα μέσα στον υπαρξιακό σου σπαραγμό.

Η αυλή της εκκλησίας είναι η αυλή της εργασίας και η αυλή της οικογένειας, η πίστη στο θεό είναι η πίστη στο αφεντικό και η πίστη στον πατέρα. Αν δεν σκοτώσω στο συμβολικό επίπεδο το θεό το αφεντικό τον πατέρα, αν δηλαδή δεν εξεγερθώ εναντίον της πίστης, της πλαστής δηλαδή νομοτέλειας, της αφοσίωσης στο ανώτερο ον, τότε, είμαι καταδικασμένος απ’ το δικαστήριο της ζωής.

Θα με δικάσει το νερό και ο αέρας, η πέτρα και το χώμα, τα λουλούδια και τα σύννεφα τα ζώα τα ψάρια και τα πουλιά. Θα με καταδικάσει ο ήλιος σ’ έναν απελπισμένο πυρετό αφού η θρεπτική του ουσία θα μαγαρίζεται κακοχωνεμένη κάτω απ’ το σκληρό κέλυφος των αιδοίων που γίνονται πανοπλίες της γελοίας ψυχής.

Αυτό που κάνουν οι αισχροί νόμοι των θρησκειών δεν είναι παρά η τιμωρία των παιδιών για τις αμαρτίες των γονέων τους, η εγκαθίδρυση δηλαδή μιας κληρονομικής ενοχής διαρκείας που γίνεται τελικά συστατικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Ο Μωυσής σύμφωνα με την παράδοση σκότωσε τρεις χιλιάδες Εβραίους που χόρευαν γυμνοί γύρω από τον χρυσό μόσχο.

Η γυναίκα έγινε το μιαρό ον που δεν μπορεί να μπει στο ιερό, να επισκεφτεί τόπους μαρκαρισμένους απ’ την χριστιανή αρρενωπότητα αφού η γύμνια της αιμορροεί ακαταπαύστως και ετούτο-δηλαδή η φύσις-δεν είναι παρά ύβρις και ανταρσία της κίνησης και της συμπαντικής μηχανικής εναντίον της σταθερότητας και της ακινησίας. Εναντίον της εξουσίας που για να εξουσιάζει χρειάζεται μια σταθερή δομή, ένα αφήγημα προσαρμοσμένο στην μεταφυσική.

Οι τελετουργίες ήταν είναι και θα είναι το χασίς των πιστών, αυτό το ευγενικό ναρκωτικό που θα κοιμίσει τις σκέψεις και τα πάθη, αφήνοντας ελεύθερη μόνο τη μέθη, να διακονεί τις υποθέσεις της ζωής μέσα στις πιο ζοφερές αντιφάσεις.

Η αισχρότητα πως το άυλο πνεύμα είναι η μοναδική και οριστική πραγματικότητα, η αναλλοίωτη σταθερή αρχή μπροστά στη φθαρτή και βρώμικη ύλη.

Όμως καμία προσευχή δεν μπορεί να κάνει να σωπάσουν τα μυδράλια που κατασκεύασε, κανένας μαυροφορεμένος στρατηγός δεν μπορεί να αναστήσει τη νιότη και την κάβλα πουλώντας στα παραμάγαζά του ναφθαλίνη για τα ακόρεστα πάθη και τις φλεβώδεις επιθυμίες.

Κι ο Χριστός θα γίνει ξανά ο ήλιος που χιμάει φρενιάζοντας στα ακρωτηριασμένα δειλινά του πολιτισμού. Θα γίνει πάλι το θολωμένο και γύφτικο μάτι της αλητείας, ο ίλιγγος του ανθού και η γλώσσα που χώνεται στο θαύμα κάθε τρύπας.

Ιδού λοιπόν το αξημέρωτο μεθύσι των οργίων, χωρίς σταυρούς και βασανιστήρια, χωρίς αμαρτία και κάθαρση, χωρίς αρρώστιες απ’ τη στέρηση του γαμησιού, χωρίς ανταμοιβές κι αθανασίες.   

Ευχέλαιο Για Τον πορνογράφο Ζαν Ζενέ

Οι πλασιέ δεν θα φορέσουν ποτέ τη στολή για να πολεμήσουν, θα πουλήσουν όμως όσο πόλεμο χρειάζεται ο τραπεζίτης για να διατηρεί το θεό όλων μας υγιή και ακμαίο. Ο κόσμος προχωρεί αξιοποιώντας κάθε μορφή καινούργιου τρόμου, τρέχει κατά πάνω στο μαχαίρι και τη φωτιά με βουλιμία, χωρίς στ’ αλήθεια να νοιώθει την ανάγκη να καταλάβει τι βρίσκεται κάτω απ’ το επίστρωμα της σάρκας του.

Ωστόσο υπάρχει πάντα ανάμεσά μας κάποιος μεγαλοφυής και ανήσυχος που προτιμά να αποφύγει τις αρρώστιες της συνήθειας και της ασφάλειας, που η μοναδική του έγνοια είναι η ποίηση και ο φαλλός. Μεγάλη βδομάδα των παθών και σκέφτομαι τον Ζενέ, τροπαιούχο, πέρα ακόμα κι απ’ τις νόμιμες εξαιρέσεις να ξεγυμνώνει τους εραστές του στην αγορά.

Σκέφτομαι αυτόν τον περισσότερο πορνογραφικό παρά ερωτικό συγγραφέα να μιλά φανερά και απροκάλυπτα για κώλους και πούτσες φτάνοντας στις πιο χυδαίες εκδοχές τον ερωτισμό, χωρίς αρχές και ποιητικές σάλτσες, φανερώνοντας μια σεξουαλικότητα που μπορεί να είναι πόλεμος και εκδίκηση και θάνατος και βία.

Τίποτε δεν αναπνέει χωρίς το αντίθετό του, καμιά αρετή δεν ανθίζει χωρίς το φόνο και καμιά χαρά δεν υπάρχει που να μην κρύβει μέσα της λύπη και σπαραγμό.

Να ιδού, η ροχάλα που πέφτει πάνω στην ψωλή του Νονό του φαλλοκράτη, λιπαίνοντάς την λίγο πριν την χώσει στον κώλο του ναύτη καβγατζή, στον Καβγατζή της Βρέστης.

Να ιδού, στις Επιτάφιες Σπονδές το γαμήσι του νεαρού γάλλου ονόματι Ριτόν που πρόδωσε το λαό του για υπηρετήσει τους γερμανούς και τον οποίο ξεκολιάζει μια ομάδα αξιωματικών των Ες-Ες που έχουν καταφύγει σε διαμέρισμα του Παρισιού, αποκαμωμένοι απ’ την προοπτική της ήττας που πλησιάζει.

Ο Ζενέ στρατεύτηκε δίπλα στους μαύρους πάνθηρες και τους παλαιστίνιους με μοναδικό επιχείρημα τη σεξουαλική ευρωστία. Ο Ζενέ ευλογεί ότι τον καβλώνει. Το έργο του είναι πορνογραφικό, αφού διαπνέεται ολόκληρο από τον πόθο και τη σεξουαλική διέγερση. Αφού οι παράδεισοι όλων των λαών είναι γεμάτοι απαγορεύσεις ο Ζενέ ιδρύει μια κόλαση όπου όλα επιτρέπονται.

Δεν κρύβει τίποτε. Ούτε τα ίχνη από σκατά πάνω στον σκληρό μυώδη πούτσο έπειτα από το σοδομισμό, ούτε τη βία της σεξουαλικής πράξης, ούτε τις εγγενείς με αυτή σχέσεις εξουσίας, ούτε τον ερωτισμό στα βρωμερά ουρητήρια, ούτε αυτή την οσμή που φωλιάζει ανάμεσα στα μπούτια των αγοριών, κάτι ανάμεσα σε κατουρίλα, σκατίλα και ιδρώτα, ούτε τα αφροδίσια ή τις μουνόψειρες.

Δίνεται ολοκληρωτικά στη σεξουαλική πράξη που περιγράφει, αφού η γραφή του αγγίζει τα όρια της αυνανιστικής εκτόνωσης επιδιώκοντας κάθε άλλο παρά να εξιδανικεύσει ή να φτιασιδώσει.

Στην μικρού μήκους ταινία του Ένα Ερωτικό Τραγούδι, μας δείχνει σε μια εποχή που απαγορεύεται κάθε κινηματογραφική σεξουαλική αναπαράσταση, μια τριαδική παρτούζα ανάμεσα σε έναν δεσμοφύλακα και δυο κρατούμενους, τρία κτήνη με όψη αγγέλων. Η ηδονοβλεψία συναγωνίζεται τον σεξουαλικό πόθο με όλη του τη βία και τη λεπτότητα, περνώντας όλο τον πορνογραφικό συμβολισμό μέσα από μια τρύπα ανοιγμένη-όπως ανάμεσα σε δυο κελιά-απ’ την οποία οι δυο εραστές μοιράζονται το κάπνισμα ενός τσιγάρου.

Ο Ζενέ αντιμετωπίζει την αντρική σεξουαλικότητα με ότι πιο σχιζοφρενικό τη χαρακτηρίζει, διχασμένη ανάμεσα στον ανδρισμό της και τη θηλυκότητά της ανάμεσα στη βία της και το φαλλοκρατικό της δεσποτισμό αλλά και την άκρα επιτήδευσή της, την αβρότητα και τη γενναιοδωρία της.

Το έργο του Ζενέ υπέστη την πιο διεστραμμένη λογοκρισία, υπενθυμίζοντάς μας τι εστί συμμόρφωση και αβρότητα στον ηθικό κόσμο των τεχνών και των γραμμάτων.

Ο Ζαν Ζενέ μιλάει για πράγματα που γνωρίζει. Γράφει για ότι έχει βιώσει διότι τον συγκινεί αυτό που τον καβλώνει. Καμιά αυταπάτη όμως δεν τον παρασύρει σε μιαν άσκοπη μανιέρα-όσον αφορά τα φαντασιωτικά κίνητρα που χρησιμοποιεί η λίμπιντό του-, όπως το γράφει στον Καυγατζή της Βρέστης: αυτός που γαμάει τον άλλο είναι πιο πούστης από εκείνον που γαμιέται, αφού για να γαμήσεις πρέπει να καβλώσεις, άρα να ποθήσεις.

Ο Ζενέ ιδρύει μια νέα θεολογία, ένα δόγμα αιχμηρής στράτευσης σ’ αυτό που μπορούμε να βαφτίσουμε ως δίκαιο της φύσης.

Μπορεί να ρίξει ένα γερό χεσίδι πάνω στη σημαία της Γαλλίας ή να τραβήξει μια μαλακία μπροστά στην παναγία και το θείο βρέφος, υπογραμμίζοντας πως καμιά επιβολή δεν βρίσκεται πέρα και πάνω απ’ τις εκκρίσεις μας την ώρα που ο αλλοτριωμένος κόσμος το πρώτο πράγμα που θα σε ρωτήσει είναι Πόσα χρήματα βγάζεις.

Κι αν δεν βγάζεις χρήματα, αν το μόνο που διαθέτεις είναι η αγάπη για την ελευθερία, τότε είσαι εξόριστος απ’ όλες τις αξιολύπητες κοινωνίες που έχουν υψώσει οι υπεροπτικοί και μισαλλόδοξοι ιδιοκτήτες.

Μεγάλη βδομάδα και οι θύελλες νέμονται τα ανοιξιάτικα ζουμιά και οι πόλεμοι σωρεύουν τα υπέρογκα κέρδη τους για την αγορά καινούργιων στιλπνών εμβλημάτων ειρήνης και ελευθερίας.

Ένα απέραντο πεδίο υποκρισίας του πολιτισμού με θύματα τον άντρα και τη γυναίκα. Το μουνί και τον πούτσο. Οι επιτάφιοι που περιφέρουν την πεθαμένη ψωλή, ο κανιβαλισμός της σεξουαλικότητας απ’ τον αρπαχτικό λαίμαργο θεό, τα δηλητήρια κάθε κυριαρχίας πάνω στο κορμί του άλλου, ο βόθρος των συμβόλων που έπνιξαν το ελεύθερο πνεύμα σε υποχρεώνουν κάθε φορά να γυρνάς στο σφαγείο, να αγαπάς τη φυλακή σου, να γράφεις ύμνους στα δεσμά σου, να συμπεριφέρεσαι σαν ακούραστη ψύχραιμη παραδουλεύτρα πετώντας μέσα στα σύννεφα της προόδου, διεκπεραιώνοντας της παράστασή σου σαν καλογυμνασμένη φώκια.

Μεγάλη βδομάδα. Μεγάλη Τετάρτη. Πιάνω τον πούτσο μου, τον μόνο ευλογημένο Χριστό και κάνω ετούτο το ευχέλαιο για σένα Ζαν Ζενέ, πορνογράφε κάθε αντινομίας, ανατόμε κάθε αυτολύπησης, επίσκοπε των ουρητηρίων και των μπουρδέλων, λυτρωτή του ψυχορραγήματος των αφανών. Σπέρμα κι εσύ απ’ το σπέρμα των γελοίων αποτριχωμένων πιθήκων.  

Περί του μαύρου ουρανού και της λευκής νόσου

artwork: Man Ray | Arm | The Metropolitan Museum of Art

Είναι τα νεύρα του θεού που αποτελούν την ουσία του, άπειρα και αιώνια, δεν έχει χείλη ο θεός που στάζουν μέλι, δεν έχει σώμα παρά μόνο νεύρα. Η δημιουργία δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας θεϊκής νευροπάθειας, μιας διαδικασίας μεταμόρφωσης. Μεταμορφώνομαι άρα υπάρχω.

*

Ο θεός πήρε κομμάτια απ’ τα νεύρα του, αφαίρεσε, δίνοντας άλλες μορφές, ψυχρά, χειρουργικά φροντίζοντας να παραμείνει σκοτεινός και ασυνάρτητος, στην πραγματικότητα εξίσου παρεξηγημένος όσο η αναζήτηση της ενότητας.

*

Ο θεός δεν γνωρίζει τον ζωντανό άνθρωπο, αφού, συναναστρέφεται με πτώματα.

*

Ο Δίας με τη μορφή χρυσής βροχής(χύσια) γονιμοποίησε τη Δανάη στη σπηλιά που την είχε κλείσει ο πατέρας της για να μην γαμηθεί. Ο ίδιος ο Δίας γράφει στ’ απομνημονεύματά του: Ήταν ξαπλωμένη, ολότελα γυμνή, το δέρμα της ανατριχιασμένο από έξαψη, τα χείλη της υγρά, δαγκώνοντας τη γλώσσα της πότε-πότε, μια γλώσσα που θαρρείς προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ το στόμα της μ’ αιφνίδιες εξωθήσεις. Νόμιζα πως το κρανίο μου έσπαγε καθώς με δύναμη προσπαθούσε να χωρέσει δυο φλογισμένους εγκεφάλους. Ένιωθα την ανατομία μας να συνταυτίζεται, τα μυαλά μας να συντήκονται σαν δυο αυγά ώσπου γίναμε μια γλοιώδη κι αφηρημένη μάζα.

*

Είναι ύβρις η γυναίκα όταν θεογαμιέται να νιώθει ηδονή. Έτσι και η παρθένος Μαρία θα γονιμοποιηθεί από το θεϊκό σπέρμα με τη μορφή των θεϊκών ακτίνων.

*

Η ηδονή της γυναίκας ήταν το μεγάλο πρόβλημα του θεού. Τα μεγάλα λαχταριστά κομμάτια του τα έδωσε στη γυναίκα. Η γυναίκα έχει παντού στο σώμα της νεύρα ηδονής, νιώθει περισσότερη κάβλα απ’ τον άντρα, στον οποίο τα αντίστοιχα νεύρα εντοπίζονται αποκλειστικά στην περιοχή της ψωλής.

*

Ο πάσχων άνθρωπος βιώνει το θεϊκό δράμα. Νοιώθει οτι διαιρείται αλλά και αποσυντίθεται σε τέτοιο βαθμό που θεωρεί πως ζει χωρίς στομάχι και χωρίς έντερα και σχεδόν χωρίς πνεύμονες με ξεσχισμένο οισοφάγο με τσακισμένα πλευρά, χωρίς κύστη. Σάρκα εκ της σαρκός του.

*

Είναι όμως η παράνοια που αποσυνθέτει και η Υστερία που συμπυκνώνει.

*

Τα παιχνίδια του θεού είναι τα παιχνίδια του πατέρα που εύκολα γίνονται καταπιεστικό υπερεγώ, πρόσφορα στη σύγκρουση και το παραλήρημα.

*

Οι δυνάμεις του μύθου και της θρησκείας παραμένουν ζωντανές στις νευρώσεις. Οι πιστοί ασθενούν, οι πιστοί διαμελίζονται γίνονται οι ίδιοι θεοί όταν παραληρούν. Αυτοευνουχίζονται. Δεν γαμούν και δεν γαμιούνται.

*

Η εξαφάνιση των γεννητικών οργάνων του καλόγερου στο εσωτερικό του κορμιού του μπορεί να είναι ένα είδος φυγής μπροστά στον κίνδυνο που χρωματίζεται από τις παραμορφώσεις του παραληρήματος, αλλά ο οποίος πέρα από τη συμβολική και φανταστική πλευρά του, γειτονεύει εφιαλτικά με την πραγματικότητα της καταστολής της επιθυμίας που εμφανίζεται με το προσωπείο της γαλήνης και της πραότητας.

Ζήτω το έθνος ρε μουνιά Ή 200 χρόνια σαπίλας

εγώ ο ακλόνητα κλωνοποιημένος Έλλην
δηλώνω ευθαρσώς πως τριγυρίζω τον
κόσμο ζητιανεύοντας κέρματα για το μεγάλο
τζούκ μποξ της αγάπης για να βράσω


τη γίδα για τους τουρίστες αφήνοντας
αμέτρητους μύθους να γλιστρήσουν στα
ζεστά μου εντόσθια να χέσω εν τιμή το μέγα
ιερό μουνόπανο της σημαίας μας να


γαμήσω ξανά της παναγίας το στερημένο
στόμα όλα τα ιερά και τα όσια που με κάνουν
φονιά γλείφτη και βιοπαλαιστή λίγο να
σηκωθώ ψηλότερα πατώντας πτώματα


πτώματα πτώματα γράφοντας ύμνους
απαγγέλοντας ωδές ξορκίζοντας όλα τα
κακά δαιμόνια φορώντας του νοικοκύρη
την καπότα μνημονεύοντας ένδοξα


παρελθόντα σφαγές τραπεζικές επιταγές
έξοδα παραστάσεως υπέρ βωμών υπέρ
ηρώων υπέρ αγίων εταιριών εκλαμπροτάτων
χορηγών ευεργετών ηδονιστών πατριαρχών


νατοϊκών και ορθοδόξων ευσεβών νεο
μαρτύρων δεξιών δημοκρατών και μαχητών
και πουτσαράδων ποιητών. Των ελπίδων
δικαιούχοι αριστεροί ανανεωτές αναρχικοί


ευνούχοι εραστές του Αιγαίου με ξοχικό
στο Πήλιο λεφτά της διαλεκτικής δημόσια
φαγοπότια επετείων και καταχνιά σπαραχτική
μαγκάλια αναθυμιάσεις επιδόματα χορο


στατούντος του αγίου παϊσίου του σαπι
σμένου πούτσου του θεού του σαπισμένου
έθνους που βρωμά της σαπισμένης θέας
της ψεύτικης ζωής των σαπισμένων μας


παιδιών που πίνουν Hell κι ακούνε τράπ
πουτάνες ντράγκς μονόφθαλμη αυπνία
μοναχικές φιγούρες μ’ αγριεμένες μούρες
φαρμακωμένα φανταράκια εν δυο εν δυο


πατρίς θρησκεία γραφειοκρατία και
λόατκι σωφρονισμός

Περί Ωραίου Ή Αυτοανάφλεξις Του Σώματος

ωραία η λέξη όπλο στα χείλη σου
ωραία η λέξη χείλος πάνω στο όπλο μου
ωραία η φιλαρέσκεια του επεκτατισμού σου
-η πάλη των τάξεων στις κλειδαρότρυπές σου-
ωραίο το ψωμάκι του σοδομισμού σου
μέσα στους ανατριχιασμένους σπασμούς
ωραίο που δεν σε ξέρει η ομορφιά κι ο θάνατος
να σου δαγκώσουν τη ρόγα να γαρνίρουν
το αίμα της ζεστής γης με των υγρών σου τον τάραχο
ωραίος ο μικρός έμπειρος μπούφος που είμαι
το άγριο ζωάκι το άνανδρο από αστικές πολιορκίες
ωραίο το κουστούμι μου απ’ της δίψας σου την πασχαλίτσα
ωραίο το σακάτεμα απ’ τα δόντια του ήλιου
απ’ την αρπαχτική σου δίνη που τη λένε γονιμότητα
και ξεχαρβάλωμα
και Οσία Οργασμία
και Αγία Ανθέμιδα των χειμάρρων μου

Περικοπές απ’ τα ημερολόγια του μαθητευόμενου τέρατος

Ως όντα ζωντανά και πάσχοντα οριζόμαστε απ’ τους Άλλους, απ’ το βλέμμα τους που φανερώνει την ασχήμια μας ή τις ντροπές μας, μπορούμε ωστόσο να διατηρούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Άλλοι δεν μας βλέπουν αληθινά όπως είμαστε.

***

Την κόλασή μας τη συντηρούμε με τη βοήθεια των Άλλων. Και τι άλλο μπορεί να είναι η κόλαση εκτός απ’ τις σκέψεις που σκουληκιάζουν μέσα στο κεφάλι μας, εκτός απ’ τις λέξεις δηλαδή που λιμνάζουν ή σαπίζουν απρόφερτες κάνοντας το κρανίο να μοιάζει με χαλασμένη κονσέρβα, όσο, αυτές οι λέξεις πήζουν εκεί, μες στο μυαλό και μοιάζουν νεκρές από γεννησιμιού τους. Κι αντί να γίνουν βροντές αστραπές καταιγίδες γίνονται σκληρότητες κατά του εαυτού.

**

Οι λέξεις στριμωγμένες βαλτωμένες πολτοποιημένες δεν μπορούν να κρατηθούν μέσα στο μυαλό και γυρνούν και συστρέφονται σε όλο το κορμί γυρεύοντας άλλες διεξόδους. Πολλές φορές τις κατουρώ ή τις βγάζω στα κόπρανα σαν παράσιτα κι άλλες πάλι τις μυρίζω στο σπέρμα μου, στη μύξα ή το σάλιο μου.

**

Πως γεννιέται όμως η λέξη; Πως προετοιμάζεται ή πως εκμαιεύεται μέσα από τις απειράριθμες εγχαράξεις; Πως εμείς τα βρέφη συνδεόμαστε με τις δονήσεις των ζωικών μας προγόνων βγάζοντας ήχους ακατάληπτους και τρομερές κραυγές;

**

Μόνο αν πάμε ξανά στη φύση, πριν απ’ τη λέξη, μόνο αν αφεθούμε στις κυματοειδείς αναπνοές του βρέφους, στο κλάμα και τις πρώτες κραυγές, ακούγοντας εκεί, μέχρι και τον στεντόρειο λυπητερό βρυχηθμό των λεόντων, μπαίνοντας στο πετσί του ταύρου και της σαύρας, της μύγας και του φιδιού. Εκεί που μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα όλων των πλασμάτων. Εκεί που θα νιώσεις πως η αναπνοή είναι το πρώτο και το τελευταίο άνοιγμά μας στον κόσμο. Και είναι αυτό που μας κάνει το ίδιο ζώα με όλα τα ζώα.

**

Ακόμα και η άδηλη αναπνοή της αμοιβάδας ή των ψαριών, οι βρόγχοι και τα βράγχια, είναι το ζωτικό μας άνοιγμα στον κόσμο.

**

Είναι αλήθεια, πως, ο λόγος εκδηλώνεται σαν μια αναπνευστική εμπειρία, ξεκινώντας ουσιαστικά απ’ την ωκεάνια σιωπή του ιχθύος, ευθέως ανάλογη σιωπή με τις προγεννητικές μας εμπειρίες όταν βρισκόμαστε βυθισμένοι στην αμνιακή μας άγνοια εντός της μήτρας.

**

Ο πύργος κάθε ατομικότητας απαιτεί πρώτα απ’ όλα επιβεβαίωση των ορίων μας. Κάθε παρέκκλιση απ’ αυτά τα όρια μπορεί να είναι καταστροφική.

**

Οι άλλοι μας συστήνουν την κόλαση και οι λέξεις μας βοηθούν να την αντέξουμε. Κι αυτή η κόλαση που αντέχεται με τις λέξεις βγάζει αυτό το παραδεισένιο νέκταρ, αυτό το μοίρασμα των σωματικών υγρών, την κραυγή του γάτου και το κελάηδισμα του πουλιού, την κιβωτό της επιθυμίας, την αδιανόητη ηδονή που ένιωσαν οι μακρινοί μας πρόγονοι-βυθίζοντας ο ένας τον εαυτό του μέσα στον Άλλο-για να προστατευτούν απ’ την τρομερή παγωνιά της άγνοιας.

**

Οι λέξεις γεννήματα των κολάσεων που φέρνει ο τρόμος της αναπνοής και η ανάγκη της συνύπαρξης. Κι αυτές εκεί ακολουθώντας το σβήσιμο του μεγάλου ήλιου, τις τροχιές των άστρων και του μηδενός που όλο συμφιλιώνεται με το παν και το τίποτε, δαγκώνοντας την ουρά του όπως δαγκώνουν οι εραστές τις σκληρές ρόγες για να κλείσει ο κύκλος, να συμβεί η τέλεια ένωση για μια στιγμή, βγάζοντας τη γλώσσα στη φθονερή και πληκτική αιωνιότητα.

Ασύμμετροι έρωτες σε καιρό πολέμου  

μνήμη Χρόνη Μπότσογλου

Ετούτο το κορίτσι που χαρίζει απλόχερα τον εαυτό της στο λαίμαργο βλέμμα των αρσενικών ακούει ένα αηδόνι, το δυνατό της σώμα δεν την αφήνει να βουλιάξει μήτε στη γη μήτε στον ουρανό. Η ονειροπόληση δεν την κατέχει αλλά την πλημυρίζει με κείνα τα υγρά της σιγουριάς και της νύχτας, μετά μανίας ανακατεύοντας φωνές αγαπημένες και προστυχιές αχαρτογράφητες. Οι φλέβες του λαιμού πορευόμενες προς τα ακατάγραπτα σύμπαντα δίνουν στον αόρατο ξένο εραστή τα κλειδιά μιας καρδιάς που παλεύει να ξεστρατίσει απ’ το βιβλίο ύλης των τραυμάτων, απ’ τη συνθήκη του χιμερικού μπαμπά, απ’ τη μούχλα των εγχειριδίων εξήγησης της ζωής. Θέλει να αγαπήσει ένα σώμα κι όχι ένα πρόσωπο. Θέλει να δει πως είναι η ζάλη που τη γέννησε, Να βρει την κάβλα τόσο αιφνίδια νοιώθοντας αυτό το παραστράτημα στη χαρά εν φαντασία και λόγω.

Αδούλωτη από βαριές σκέψεις και ταραχές, αντίδρομη της πατριαρχίας που τη συντηρεί, αγκαλιάζει το φαλλό για να τον βυθίσει στο κάλος του εαυτού της, στη σάρκα που είναι η αρχή και το τέλος, αμφίστομη, ζωώδης, βασανισμένη.

Ο χορός της μπροστά στα σκάγια των στρατηγών μια προεόρτια συνέργεια όσων θα ακολουθήσουν, όσων θα διαμειφθούν απ’ τη φτωχή ανημποριά των λέξεων που βγάζει ο στόμας όταν ανθεί.

Ο φόβος θα βγει απ’ τα ρουθούνια, οι κακοδικίες και οι θυμοί θα εξατμίζονται όσο τα χέρια και τα πόδια θα πλέκουν την πιο αδιανόητη πάλη, το σβήσιμο κάθε ντροπής ανάμεσα στους μετέωρους τοκετούς του έρωτα και του θανάτου.

Ετούτος ο εφελκυσμός προς τη συνουσία, το μάγγωμα των χειλιών στο ξένο στόμα, η δράση της εμπλοκής και της συμπίεσης, ο πόνος ως αυτοάνοσο της διείσδυσης, η τρέλα κάθε άσκοπης ώσης, η φαντασμαγορία της θέας της σχισμής, η έλξη προς εκείνο το κέντρο συνάντησης των αιδοίων είναι οι μόνες πατρίδες που δεν θα πυρποληθούν.

Τα κορίτσια λατρεύουν με τα μάτια, την καρδιά και το ήπαρ, πολλές φορές στην κοιλάδα αυτή των δακρύων τους τυλίγονται στον άξονά τους, έχουν ζαλάδα πονοκέφαλο περίοδο, μυρίζουν όπως τα κωνοφόρα σε καιρό πολέμου, χαρίζοντας αστόχαστα κάθε λύπη τους στον αναιδή θρίαμβο της ζωής.

Η άκακη φλυαρία τους ένα φωτεινό ποίημα μέσα στο σκοτεινό δάσος, η γλυκιά τους σαχλαμάρα ως σοφή επίδειξη της άσκοπης περιφοράς μας κάτω από άστρα που πρόκειται να καούν κι αυτά μες στις σπειροειδής τους παραφωνίες, αγιάτρευτα θνητά σαν κολλιτσίδες πάνω στη μαύρη αρχή του παντός. Στη νύχτα που είναι το μέλλον μας.

Τα κορίτσια πολεμούν τη συμβιβασμένη μας αξιοπρέπεια, λύνουν τους γόρδιους δεσμούς που θρέφουν τις αρρώστιες, προσφέρουν ανάλγητους ερεθισμούς στην πολεμική ηλιθιότητα της αντρικής κυριαρχίας, ηλιόλουστες πάντα μας παρασύρουν στις νίκες τους.

Αντιπροσωπογραφία του Νίκου Ή Τα Καρουζέλ των Εξαρχείων

Εγκλωβισμένοι στα ιστορικά κέντρα των Αθηνών, εκεί που ο Σαρωνικός κι ο Θερμαϊκός γίνονται μια δαχτυλήθρα νερό, και τα κορίτσια αγοράζουν ποντικοφάρμακα απ’ τους λογοτέχνες, γράφοντας τη δική τους ξινή ιστορία τους μύθους που εξέπεσαν.

Συνδρομητής ο ευσπλαχνικός αλκοολισμός, ο ρομαντισμός οι αγγλογάλλοι, ο Ντεμπόρ, η Ντέμπορα, οι μπίτνικς σα λούτρινα φιλαράκια των νέων που τραγούδησαν το φευγιό απ’ το σπίτι μα βρέθηκαν αγκαλιά μ’ έναν καινούργιο μπαμπά.

Λυγμοί φωτογραφίες χειρόγραφα στο φως μιας νύχτας με Σελήνη, χαρτοπετσέτες του Καρούζου και φανέλες του Κατσαρού, λύπες του Γκόρπα και οχληρά διαβήματα.

Άλλοι γίναν εκδότες των εραστών τους, άλλοι αποκτήσαν δια βίου φήμη ποιητού κάνοντας παρέα με αγίους, περιμένοντας τις αυτοκτονικές τάσεις της ομορφιάς να σώσει τον κόσμο.

Άλλοι ανοίξανε περίπτερα, καβαλήσαν καλάμια, φιλοτέχνησαν το μύθο τους με όση καλλιτεχνική απελπισία κατάφεραν να κλέψουν απ’ τον αντιγραφέα τους.

Όσα παιδιά κατέβηκαν απ’ τις εύπορες συνοικίες στο κέντρο θέλοντας να γίνουν κάτι, παρέα με τους φαντασμένους επαρχιώτες των αυστριακών Άλπεων, έσμιξαν με τους παλαβούς στρατηγούς, τις φίρμες που δεν ξέπεσαν στο υπαλληλίκι αλλά στη γλυκιά τρελή αλητεία.

Εγγράψαν τα διπλά τους ονόματα δίπλα στο Ελύτης και δίπλα στο Καρούζος και δίπλα στη ζεστή μουσταλευριά, φτιάχνοντας απ’ το τίποτα μια αδικαιολόγητη σκληρότητα ένα περίβλημα αυτολύπησης και αντιδραστικού ρομαντισμού, νομίζοντας πως αν αμολήσουν τις καλοθρεμμένες τους μουνόψειρες στα μούτρα μας θα κερδίσουν βραβείο ρετιρέ ή μια θέση στη μακάβρια επετηρίδα.

Μια αναρχία τόσο μικροαστική και μίζερη, τόσο θλιβερά πομπώδης εργαλειοποιημένη σαν εξόγκωμα ή σαν κακό σπυρί, όλο ιδιαίτερα γούστα, πιστοποιημένα λογοτεχνικά φρονήματα και σκυλίσιες χαρούλες πριν τις άγονες συντριβές.

Πίσω απ’ τα ωραία εξώφυλλα των Εξαρχείων η οσία Ματαιοδοξία μνημειωμένη γριά της αποτυχίας μας να γκρεμίσουμε το παλιό, της ανάγκης μας να διατηρήσουμε τα κληρονομημένα κουσούρια των ινδαλμάτων μας.

Άλλος κυκλοφορεί με τη χαρτοπετσέτα του Καρούζου ανεμίζοντας μεθυσμένα κολλυβογράμματα, άλλος με μπιλιετάκια του Ελύτη, πιστοποιητικά αριστείας υπογεγραμμένα απ’ τις αυθεντίες, απ’ τις περιώνυμες αυλές και τις σφιχτοκούραδες κολάσεις.

Γέροι πια, δυστυχείς και διάσημοι, μακριά απ’ τις λίμνες και τα ποτάμια, μακριά απ’ τη ζωή και την πέτρα, γέροι στο θρόνο τους και στα Εξάρχειά τους, ανθολόγοι της μούχλας, ανθολόγοι του μοναδικού τους εαυτού, χωρίς γνώση και έλεος.

Άδεια κιβώτια γεμάτα πόζες, συνδρομητές νοσταλγίας με τάσεις κανιβαλικές, Οφθαλμός αντί οδόντος, νοσταλγία δωράκια και αλλαξοκολιές.

Εργαλεία Μέθης Ή Τα Καλά Κακά

Ετούτα όλα, που τα λέμε τέχνες και γράμματα, δεν είναι παρά μια πλήρης άγνοια των νόμων της φύσης, μιαν άγνοια που εφευρίσκει το παιχνίδι για να μας κάνει να ξεφύγουμε απ’ την αμηχανία μας αφού, το τέρας δεν είμαστε εμείς, αλλά οι πατέρες του τέρατος, οι δημιουργοί μιας κερδοφόρας πλάνης, το μέλι της αναίδειας αλειμμένο στα πονεμένα κορμάκια που περιμένουν να ριχτούν στον Άδη κάτω βαθειά μιας και η μόνη συνειδητή εμπεδωμένη γνώση του θανάτου είναι αυτή που μας κατατρέχει, αυτή που μας διαπαιδαγωγεί ατελείωτα και μας κάνει όσο ανόητους χρειάζεται πριν πέσουμε στην αγκαλιά του τάφου, του μόνου εραστή, εκεί όπου η γαλήνη υπάρχει αλλά δεν νιώθεται, κάνοντας τα σπλάχνα να βλασταίνουν ετοιμάζοντας μια νέα συντέλεια, ένα νέο δρακόντειο πέλμα ματαιόδοξων απογόνων που θα κάνουν τις τέχνες τους όπως κι εμείς, σαν μικρά παιδιά θαυμάζοντας το δημιούργημά τους, το καλλιτεχνικό τους σκατό, συνεπαρμένοι και μεγαλειωδώς άναυδοι.

Να είμαι κάτω απ΄τα δάχτυλά σου ονειρεύομαι

Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα

Οι βάτραχοι διψούν και τα κοράκια πεινούν, και είναι αυτή η φωνή του φόβου που με συγκινεί και με ανατριχιάζει.

Νιώθω το υποσυνείδητό μου να καταβροχθίζει τις θρεπτικές ουσίες των μυστικών του.

Νιώθω τον αξιέπαινο οίστρο της μνήμης μου που ξέρει πως η σιωπή κερδίζει πάντα το παιχνίδι.

Κάνει κρύο και το κρύο φέρνει τεμπελιά.

Κάθε ενδοσκόπηση μοιάζει φυματική, καταρρέουσα, μια φθίνουσα ακολουθία επιθυμιών έτοιμη να τυλιχτεί στις εύγευστες λιποθυμίες του πνεύματος. Να γίνει ο σκόρος που θα βλάψει τα όνειρα, οι αγέλες των μέσα ζώων που ετοιμάζονται να ποδοπατήσουν κάθε ελεύθερο συνειρμό.

Καμιά ψυχή και κανένα βάθος ανεξάντλητο, παρά μόνο μια άδεια στέρνα που αντιλαλεί το στεναγμό και την τραγωδία.

Γουστάρουμε να γράφουμε για το τέλος της ιστορίας ή έστω γι΄αυτό το παρατεταμένο και ανησυχητικό λυκόφως.

Γουστάρουμε την καταχνιά, την έξωσή μας απ΄τη μήτρα, ξαναπαίζοντας το ίδιο έργο, αφημένοι σε μια ψυχική παλινδρόμηση, παραστρατημένοι μέσα στις ανεξάντλητες φαντασιώσεις των ονείρων και των συνειρμών, εκεί όπου υπάρχουν οι περισσότερες πιθανότητες για τις πιο αρχέγονες καταδύσεις.

Αναζητούμε αυτό το άγνωστο που υπάρχει μετά τη μήτρα, αυτό το κενό που περιέχει τα πάντα, ακόμα και την ίδια αυτή μήτρα απ΄την οποία ξεγλιστρήσαμε με πάταγο.

Αυτό το ιερό μουνί μέσα στο οποίο θέλουμε να εισβάλουμε ξανά και ξανά, αφού μας καλεί για να μας ευχαριστήσει, να μας βγάλει για λίγο απ΄το άγχος της γέννησης, απ΄τις προαιώνιες παγίδες της σκέψης, απ΄τη μαύρη μαγεία κάθε θεολογίας και κάθε φιλοσοφικής τύψης.

Αλλά, πως θα ξεφύγουμε απ΄τη σαγήνη της δαιμονολογίας όταν ο χρόνος ποτίζει διαρκώς την ανησυχία μας μέσα σ΄ένα παράξενο και τερατώδες τοπίο που δεν παύει να τροφοδοτεί με χίλιους τρόπους την φαντασία μας;

Πως θα ξεφύγουμε απ΄αυτό το φαουστικό εργαστήρι όπου κόλαση και παράδεισος συνυπάρχουν ως εξίσωση θανάτου;

Ποιά φόρμουλα θα κάνει τον χρυσό παλαιότερων εποχών να λιώσει στα χέρια μας αφήνοντας αυτή την εύπλαστη πολύτιμη σοφία να γίνει οδοντόκρεμα ή εξαφανισμένες ακροπόλεις μέσα στην καταχνιά;

Ονειρεύομαι αποκλειστικά εσένα ιερό μουνί. Να είμαι κάτω απ΄ τα δάχτυλά σου ονειρεύομαι. Να παλινδρομώ μέσα σ΄αυτή την ηδονιστική αποσύνθεση του Είναι, ζητώντας ολοένα νέες μορφές ύπαρξης μέχρι την τελική καθήλωση στον τάφο σου.

Η πρώτη μου αναπνοή ήταν αναπνοή χαράς, μιαν έκσταση απ΄ τη στατικότητα της μήτρας. Ήταν μια καλή ανάσα. Και η ανάμνηση μιας καλής ανάσας μπορεί να κάνει τη δυστυχία να μοιάζει σαν αυταπάτη.

Παραλία Λούρου και Γυμνών ποδιών

Ο παρατηρητής είναι ένας περιφερόμενος πρίγκηπας, βρίσκει απόλαυση σε κάθε τι ταραγμένο κινούμενο και άπειρο, παίρνει απόλαυση από παντού σουλατσάροντας σε μιαν απέραντη δεξαμενή ηλεκτρισμού και θαυμάτων που δεν καταδέχονται θεούς και δαίμονες παρά μόνο έναν αστόχαστο ορμητικό ερωτισμό…

Μπορεί να είναι εικόνα ουρανός, δέντρο και φύση

Διπλός Δεσμός

Μπορεί να είναι εικόνα εξωτερικοί χώροι

Ο Νίτσε ήταν ο πρώτος που σκότωσε το θεό. Τις πεθαμένες του λέξεις και τη φθονερή του μαγεία, τα θαύματα που ανακάτευε στο γκουβά με τους πεθαμένους. Κι ίσως μόνο εδώ σε τούτα τα όρια μπορούμε να αναπνεύσουμε χωρίς να σκάσουμε απ’ την αποφορά του θανάτου του Θεού και των στενών χώρων, αποταμιεύοντας τη γύμνια και τις οσμές στους ανοιχτούς τόπους της αποδημίας μας.

Αδάμ και Εύα Ή Ελεγείο για την ερωτική ασυδοσία

Μπορεί να είναι εικαστικό

Ψάχνω τέχνασμα για να σε συγκινήσω
μα είσαι αρπαχτικό
-ψέμα κόπωση ευθύνη συγκατάνευση-
Κάθε αγγλοσαξονική νόσο που με συνεπήρε σου την επιστρέφω
Όπως άλλα αρσενικά ύμνησαν την καβλοσύνη σου
εγώ ύμνησα τα ζουμερά μπιφτέκια σου
Έγραψα ιδιότροπες ελεγείες για τη γενναιοδωρία σου
Εκεί που οι άλλοι έβλεπαν έναν αμετανόητο πορνογράφο
εσύ έβλεπες ένα ζηλιάρη θεό
Υπήρξες η έσχατη νύφη της μεγαλοσύνης μου
-μια μορφή πολέμου μέσα μου-
Υπνοκάπηλη
Ερεθισμένη
Ένα νόστιμο μείγμα από ζεστά υγρά
Η πλέον ικανή να καταναλώσει
όλη αυτή την αφύσικη σπατάλη των λέξεων
Η πλέον ικανή να θρηνήσει
οσμές από γλυκά γαμήσια
να καταλάβει τις χυμώδης αϋπνίες μου
τα ξενύχτια
τις γιορτές της αβύσσου
τα σκιάχτρα στους ελαιώνες
Με το μέλι σου έδωσες ζωή στα άρρωστα φίδια
Εγώ Ειμί ο θεός, σου ψιθύρισα
κι ήρθα εδώ για να σε γεννήσω
Σε τούτο το μαλλιαρό κιλίμι της φιλοδοξίας
που κυλιστήκαμε
αφήνοντας πίσω μας άυλη ματαιοδοξία
απογόνους αναμνήσεις καταθέσεις και
κάτι ξενέρωτους στίχους
κάτι φασματικές ζωγραφιές
απ’ την άγαρμπη σεξουαλικότητα των αχάιδευτων κοριτσιών

Περί Αγάπης Ή καταβροχθίζοντας το ανίερο μήλο

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ω η αγάπη, αυτή η θεά που μεταμορφώνεται σε διάβολο με κόκαλα και κρέας, και πολλές φορές χωρίζεται απ’ τον άνθρωπο σαν ένα πλάσμα ιδιόρρυθμο, σαν ένα αφηρημένο τέρας μέσα στη μεγάλη ζεστή κοιλιά του συμφέροντος και της επιβίωσης.

Πάντα είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους, το μπόλιασμα με τον έρωτα, την απώλεια και την τρέλα, η κούνια που νανουρίζει το Μωρό Θάνατο, αυτό το μωρό που εγκυμονούμε υποχρεωτικώς απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε.

Δεν είναι θανατοκάπηλη η αγάπη, αλλά οιστρηλατημένη από τον φόβο του θανάτου, δόλια και μεγαλόστομη τσαχπίνα, ποιήτρια ανυπακοής και βίας.

Η αγάπη είναι το μεγάλο σφαγείο, ψάχνει την ευτυχία στην απουσία, παραμένει το άπειρο υγρό δάσος για κείνα τα πουλιά που δραπετεύουν απ’ τους κυνηγούς τους.

Η αληθινή της νίκη να πολεμά συνέχεια τους θριάμβους, να κοιτάζεται σε ραγισμένους καθρέφτες βλέποντας την κοινή απεραντοσύνη μας χωρίς εξουσία, χωρίς την κόλαση του πόνου που γίνεται φαρμακερή σφήκα.

Η αγάπη αυτό το δαρμένο σκυλί, αυτό το καταφύγιο της θλίψης, η παιδική μας ζωή, εκεί που πηγαίνουμε ξανά και ξανά για να βρεθούμε αληθινά με τους άλλους. Για να χαϊδέψουμε και να χαϊδευτούμε, για να φωλιάσουμε σε μια μαμά, σε έναν επινοημένο χρόνο του παρόντος, σε μια κόγχη στοργής, αρσενικά και θηλυκά με τη διπλή μας πείνα, έτοιμα πλάσματα πια να ξεφορτωθούμε τις προσευχές και τα ρούχα, τα χαλινάρια, τις παρεξηγήσεις, τις ευχετήριες κάρτες, τις θεομηνίες που πρόβλεψαν το χαμό μας.

Σχόλιο για τη γένεση των λυγμών

Μπορεί να είναι κοντινή λήψη

Αυτό, το να παραιτηθείς απ’ τη γνώση για να τη νοιώσεις-αφού δεν έχεις νιάτα και η ποίηση είναι τα νιάτα σου-διαβαίνοντας το δύσκολο δρόμο, θυσιάζοντας καθ’ οδόν αυτό που δεν πρέπει να λησμονήσεις ποτέ μέσα στην πολυμαθή άγνοιά σου.

Ακούγοντας το δαίμονα της μνήμης και της καρδιάς να ψιθυρίζει τον βακχικό ύμνο σε όλα τα όντα που χάθηκαν μες στην ανωνυμία, μεταξύ πόλης και φύσης, μεταξύ πλήξης και φθοράς.

Ονομάζω ποίημα λοιπόν αυτό που εκπαιδεύει την καρδιά, αυτό που επινοεί τον έρωτα για να κρατήσει ζωντανή τη ζωή, το καμίνι που φλογίζει την αδέσμευτη αυθορμησία, την ελευθερία να πάσχεις ενεργητικά αναπαράγοντας το προσφιλές ίχνος, αυτό το ίχνος που μνημονεύει εορταστικά την αμνησία και τον πρωτογονισμό, τη ζωώδη βλακεία και το σφαγείο του έναστρου ουρανού, εκεί που η υπαρξιακή μας χαύνωση βλέπει αρμονία και αγγέλους, φυσικούς νόμους και δυνάμεις θριαμβικές.

Να η πατρίδα μας το χώμα. Να η γη που μας κοιτάζει με τα δόντια της. Να ο ποιητής, ο θεός των μάταιων περιπλανήσεων, ο ματαιόδοξος που περνά λούστρο το μικρό του ανάστημα, ο πυρομανής που καίει βιβλιοθήκες.

Να η ποιήτρια σάρκα που προτιμά το γαμήσι απ΄το θεοσεβή φόβο, που περιφέρει το μέγα ερώτημα προσπαθώντας να μας μάθει πως να ξυπνήσουμε τη φύση που κοιμάται ανάμεσα στα λόγια μας.