ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

In extremis

dago

Υπάρχουν δυο ειδών ποιητές. Οι ποιητές που ακονίζουν τα νύχια τους στις λέξεις και οι ποιητές που λιμάρουν τα νύχια τους με λέξεις, για να δείχνουν στη μικρή αγορά που τους αναλογεί τα όμορφα δάχτυλά τους που καταλήγουν σε στρογγυλεμένα ακίνδυνα νύχια. Αν δεν ακονίσεις τα νύχια σου πάνω στα ποιήματα που γράφεις δεν θα γίνεις ποτέ αυτός ο μάγος που μαυλίζει τους τελευταίους μεγάλους έρωτες, ξαγρυπνώντας πάντα, καθαρίζοντας τα περίστροφα της έμπνευσης, ξεριζώνοντας τα γλοιώδη φλέματα απ’ τα στόματα όσων πουλάνε τα οπίσθιά τους σε αρχοντογαϊδάρους για ένα βραβείο κρατικό, για ένα κλύσμα εκδοτικό, για ένα πουκάμισο γεμάτο ναφθαλίνη και αυταπάτες.

Πορτρέτο τού καλλιτέχνη με περίστροφο

streetart-o4

Ο καλλιτέχνης, την ώρα που αγγίζει το θάνατο με το σεξουαλικό του ραβδί φτάνει την τελειότητα και την τόλμη, εκμηδενίζοντας την αγένεια του κοινού που κλείνει τα μάτια μπροστά στο κτήνος. Ο καλλιτέχνης καλεί σε δείπνο το κτήνος για να το φάει στο τέλος. Όμως κανείς δεν μπορεί να φάει μόνος του ένα κτήνος. Οι θεατές και οι αναγνώστες είναι αυτοί που θα πρέπει να μασήσουν πρώτοι το κρέας του. Διότι αν δε φαγωθεί το κτήνος απ’ τον καλλιτέχνη και το κοινό του θα φαγωθεί ο καλλιτέχνης και το κοινό του απ’ το κτήνος. Και τότε ο καλλιτέχνης θα γίνει ένα κτήνος που θα βγάζει λεφτά, τριγυρνώντας χεσμένος στο τάλιρο, με όλο το βρώμικο χρήμα που μπορεί να διαφθείρει και την πιο αγγελική ψυχή. Να κόβει μονέδα. Τρελά διεφθαρμένα λεφτά. Να τα μαζεύει σε μια γωνιά της θλιβερής του τρώγλης και να μην τ’ αγγίζει παρά μονάχα για να σκουπίζει τον κώλο του.

Ο λιποτάχτης Ήλιος

ilio

Κανείς δε γλύτωσε απ’ του Δράμαλη τη μάχη
Φύσεις νεκρές και παραφύσιν φύσεις
Μονάχα εσύ λιγνό αγόρι όλων των πολέμων
έτρεξες στις αγρότισσες
που περιμέναν την αυγή απ’ τις σφαγές τους άντρες
δωρίζοντας στα ύφαλα της μήτρας τους
ήλιο τρεμάμενο απ’ τα πεδία των μαχών
Εσύ ο λιποτάχτης Ήλιος
το ποίημα της έξυπνης γης
Εσύ ο καθεδρικός ναός των αιδοίων
ο πουτσαράς
ο άπληστος για μέλλον
Εσύ ο πατήρ μου, που κρύφτηκες
στους ιερόσυλους του έθνους καμπινέδες
για να γλιτώσεις το σφαγείο της Κορέας
Τα κοράκια
Το διακορευτή γαμιά αμερικάνο
Τ’ αδέρφια σου με τις ψείρες και τον ασβέστη στα μάτια
Τους άμαχους που ξεγεννούσαν οι κοιλιές των γρύλων τα μεσάνυχτα
κάτω εκεί στα ξεχαρβαλωμένα σαγόνια της γης
που ο θεός ολόκληρος είναι μια νοσοκόμα με σπαρταριστά βυζιά
που αφήνει τον ετοιμοθάνατο
να της χαϊδέψει το μπούτι τη γάμπα και το γόνατο
μια ψυχούλα αφημένη στα ξυλοπόδαρά της
και στα μπιμπίκια της νεότητος

Μελέτη ηλιακών σπασμών

Karel Teige.jpg

Collage 247,1942 by Karel Teige

 

Τα δαχτυλάκια σου, που μελετούν τον ήλιο
ξέρουν τι εστί εμβαδόν μιας νέγρας που διψά
Ξέρουνε το βαρύ λυγμό κορμιών εγχόρδων
Μια τούφα τρίχες ξέρουν πως, τις καψαλίζει
η κάψα ενός θεού με ανοιχτό το φερμουάρ
Ω! σαν πέρλες που βλασταίνουνε πάνω στο
δέρμα των λαών οι σπερματόσποροι, τα χύσια
στους τόσους κοριτσίστικους μελάτους οργασμούς
Αχ! σ’ εξαπάτησα θεούλη μου ξοδεύοντας
τον οίστρο όλων των εκλείψεων
Ξοδεύοντας το τόσο σεξ από πλεονεξία
Φτωχούλης και περίλαμπρος στο μονοπάτι
των νεκρών γυρνώ, μα πάω εκεί σαν το σκυλί
τρεχάλα. Να μου πετάξει ο χάρος τ’ αποφάγια
τού τελευταίου ασπασμού.

Το μεσαίο δάχτυλο

hand

Αρκετοί άνθρωποι αγαπούν το κουτσομπολιό και τρέφονται απ’ αυτό.

Η ίδια η λογοτεχνία είναι πολλές φορές τροφή για κουτσομπολιό, αφού το συγκροτημένο σύνολο των αναγνωστών θέλει να βρει πίσω απ’ τις λέξεις τα βίτσια του συγγραφέα εν ονόματι της κοινής περιέργειας.

Κάθε φορά που ακούγεται η προσωπική φωνή μέσα στα έργα προκαλεί την επιθυμία του κοινού να γνωρίσει το δημιουργό.

Η άνοδος της αστικής τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας ήταν στην ουσία η άνοδος των ατόμων και λιγότερο η επικράτηση μιας τάξης συμπαγούς και αδελφωμένης κάτω απ’ την ίδια σημαία ευκαιρίας.

Οι αστοί έβαλαν τις βάσεις για την προστασία κάθε συνθήκης που συνδέεται με το άτομο.

Ατομική ιδιοκτησία, ατομική ελευθερία, ατομική έκφραση, ατομική πρωτοβουλία. Αρχές που αποτελούν στοιχεία ενός πλέγματος προστασίας των αστών απ’ την ίδια τους την τάξη.

Οι αστοί χώρισαν τον καλλιτέχνη απ’ την τέχνη του. Τον αποξένωσαν απ’ το παραγόμενο αποτέλεσμα, αφού, η πνευματική δημιουργία έγινε ιδιοκτησία οικειοποιημένη απ’ τον χορηγό ή τον μαικήνα που θέλει τον καλλιτέχνη άτομο αποκομμένο απ’ την κοινωνία.

Η αυθαίρετη οικειοποίηση του έργου τέχνης προηγείται του δημιουργού.

Οι μεγάλες συλλογές εικαστικών έργων ανήκουν σε εφοπλιστές.

Τα εκδοτικά συγκροτήματα ανεβάζουν και κατεβάζουν μαζί με τις κυβερνήσεις και τους συγγραφείς.

Άλλοι φιμώνονται και άλλοι αποκλείονται και άλλοι θάβονται και άλλοι πατικώνονται στα ένθετα των εφημερίδων ως δύστροπες καλιακούδες που μαγειρεύονται στις κατσαρόλες της εξυπνάδας και της πνευματικής νοστιμιάς που απιθώνεται ως εύπεπτος χυλός για το χριστεπώνυμο αναγνωστικό πλήθος.

Απ’ την άλλη, οι ίδιοι οι δημιουργοί υποθάλπουν με κάθε τρόπο αυτό το διαχωρισμό καλλιτέχνη και τέχνης. Προσώπου και προϊόντος.

Ξεγελασμένοι απ’ το δήθεν αβίαστο ενδιαφέρον του κόσμου και το δήθεν γούστο του κοινού-που στην πραγματικότητα είναι παζάρι και διαφήμιση- επιδεικνύουν σαν τα παγώνια την παρδαλή τους ουρά αδιαφορώντας για τα απαίσια πόδια τους.

Η αστική τάξη υπήρξε έως σήμερα η πιο αναρχική τάξη. Τα ξεχωριστά άτομα κυβερνούν τον κόσμο και τα ξεχωριστά άτομα υπηρετούν το αξίωμα που λέει πως, αν δεν είσαι εσύ θα είναι κάποιος άλλος.

Παλαιότερα υπήρχαν σκοτωμοί για να πάρεις λίγο χώρο σε λογοτεχνικό περιοδικό, ακολουθούντας μιαν επετηρίδα υποτέλειας. Καλά λόγια για το σύστημα και χάιδεμα στ’ αρχιδάκια του άρα κρατικό βραβείο, αφιερώματα, χορηγίες για φήμη.

Αριστεροί που γίναν εν μια νυκτί αντικομουνιστές, σαρώνουν βραβεία και χορηγίες.

Κάθε ταλιράκι υπακοής και κάθε δήλωση μετανοίας πριμοδοτείται με πόντους. Απ’ τον μισάνθρωπο υπάλληλο του ΟΟΑΣΑ και ψετοφιλόσοφο Καστοριάδη μέχρι το Ράμφο και τα πνευματικά τους κουτάβια καλλιτέχνες ζωσμένοι το Εγώ τους κατασκευάζουν μυθολογίες που εξυμνούν τα αμφίβολα ήθη ενός κόσμου σπεκουλαδόρων και μπακάληδων.

Νοικοκυραίων και αστών που φτιάχτηκαν από ένα κρατικό δάνειο-δανεικό κι αγύριστο-ή απ’ τη μαυραγορίτικη πατρική περιουσία, βλέποντας κάτω απ’ τον αριστοκρατικό βελούδινο μπερέ τους να ενεδρεύει το πεινασμένο βλέμμα και το αρπαχτικό στόμα του επαγγελματία νταβατζή.

 

sikorskaMargarita Sikorskaia 1968 ΕΣΣΔ

Τα δόντια μου γνώρισαν στις ρόγες σου
τον πόνο του θεού, το βογκητό τού σύμπαντος.
Κι η γλώσσα στην έρημο του χρόνου της
αγέραστη μπροστά στις αχτίδες του ήλιου
και στις σκιές. Κι ο καθρέφτης δείχνει πάντα
δυο κορμιά στο σιωπηλό γνώριμο σκοτάδι μέσα
να αγναντεύουν τα αιδοία τους, τον αίθριο καιρό
και τον σπερματόσπορο τού εικοστού πρώτου αιώνα.

Άλογα και στρατιώτες του παγκοσμίου πολέμου της ηδονής
τα χείλη στη φωτισμένη κρύπτη των σκελιών. Αλέθοντας
των Αγίων Πάντων το ξενύχτι, την ώρα που οι σκλάβοι
δραπετεύουν απ’ το αμερικάνικο μπρέκφαστ
για τη φωλιά της ξενύχτισσας κουκουβάγιας.

Αγαπώ σημαίνει πως είμαι ο μεγαλοδύναμος
όταν σε αγκαλιάζω, πως είμαι ο κανίβαλος φαλλός
ένας φαρσέρ
ένας εμπορικός αντιπρόσωπος οσμών
χαμένος σε μικρές άγνωστες πολίχνες.

Συνωμοσία των πυρήνων της άσβεστης φωτιάς

sklavos

Όσες φορές κι αν βάλεις τα δάχτυλά σου πάνω στο χαρτί της φωτογραφίας για να δεις και να καταλάβεις με την αφή τον πόνο των ανθρώπων, τόσες φορές θα χρειαστεί να γεμίσεις το όπλο σου.

Κι όσοι από μας δεν διαθέτουμε όπλο θα πρέπει να οπλίσουμε τα λαρύγγια μας για να ουρλιάξουν ώστε να σπάσει η πούστικη συνωμοσία σιωπής.

Σήμερα, που οι κωλοτρυπίδες της πολιτικής ορθότητας καταδικάζουν τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται ανθεί και βασιλεύει το άγιο δουλεμπόριο.

Σε ορυχεία, σε σπίτια, σε μαγαζιά, σε πλοία, σε βιομηχανίες και σε θερμοκήπια, άνθρωποι ξεψυχούν και σακατεύονται.

Ευυπόληπτοι επιχειρηματίες αγοράζουν κορμιά για να προχωρήσουν τον κόσμο μπροστά και να προοδεύσει η οικουμένη.

Ελευθερία τού επιχειρείν και ελευθερία ο δυνατός να μας γαμεί όλους έχοντάς μας ως πολύτιμα τιμαλφή στην κοιλιά τού καπιταλιστικού επιταφίου, με όλα τα χρώματα και τα αρώματα της δουλείας.

Ως τα ψηλά κάστρα των ερειπίων, μέχρι εκεί που τα χιόνια των προβάτων κελαρύζουν λιώνοντας πάνω στις πέτρινες στέγες, αλλά και μέχρι τα πυρωμένα αγκάθια τού αφρικανικού ήλιου η βαρβαρότητα ως ταύρος αχόρταγος και αδίστακτος κερατίζει την κόκκινη σημαία του θανάτου.

Μανάδες με μαύρα μαντήλια στα λευκά τους μαλλιά και κόρες με όλες τις πληγές του πόνου αφορμισμένες στα ηλιοτόπια του λαιμού και της πλάτης.

Η ανάδυση του νέου φασισμού που πότε αναρχίζει μέσα στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό στρατώνα και πότε συντηρεί με στρατό και αστυνομία την εκμετάλλευση.

Ο λυσσασμένος αντικομουνισμός που βλέπει φαντάσματα στους κόκκους τού αέρα και στις αχτίδες τού ήλιου κουνάει το δάχτυλο στην εργατική τάξη λέγοντάς της πως μια παστρική μαλακία και μια φασολάδα απ’ τα χέρια του παπά είναι αρκετή.

Μα υπάρχει πάντα η στιγμή όπου οι κολασμένοι της γης έρχονται με ποδοβολητά για να βάλουν το σταυρό στον κώλο του παπά και να στείλουν στα υπέροχα Γκουλάνγκ κάθε φθονερό κάθαρμα που θέλει λεφτά και εξουσία.

Κι αυτό δεν είναι θεία δίκη μα επανάσταση. Μια επανάσταση που θέλει οργάνωση και πίστη στον κοινό σκοπό. Μια επανάσταση μακριά απ’ τους ρουφιάνους της αριστερής μελαγχολίας και τους μαγαρισμένους αναρχίζοντες αστούς.

 

Σκωπτικόν ανάγνωσμα περί ασυμμετρίας

ladylyingdown

Κάθε πράγμα αξίζει επειδή είναι μοναδικό. Ο σφιχτοκούραδος χριστιανισμός χώρισε τη σάρκα από το πνεύμα, μα ο ρομαντισμός ανήκει εξολοκλήρου στον κόσμο της σάρκας. Κι αυτή τη μοναδικότητα της σάρκας τη διυλίζει με μιαν άκρως φυγόκεντρη δύναμη.

Το ερωτικό φρόνημα μέσα στην άπειρη έκτασή του γίνεται μελαγχολικό, άρα επαναστατικό, αφού, η μελαγχολία το οδηγεί στη δίνη της εξέγερσης.

Μιας εξέγερσης κοινωνικής, όπου ο ανθός του κύματός της είναι παροξυσμικός και βίαιος απέναντι στα μεταφυσικά ερείσματα κάθε ανέραστης θεολογίας.

Σήμερα που η τρυφερή σάρκα των εραστών φαγώνεται λίγο-λίγο απ’ τα σκουλήκια της αγοράς και τους δαιμόνους της αριστείας που εμπορεύονται ακόμα και την πορδή τους, ο ρομαντισμός μοιάζει δυσοίωνος και ακατέργαστος στα χέρια τού ψηφιακού τελάλη.

Νοσταλγία για τα ονόματα που αμίλητα πορεύονται μακριά μας και πόνος ψυχής, τουτέστιν, ο πιο ανερυθρίαστα απόλυτος σωματικός πόνος.

Μα ούτε μια σταγόνα από το αίμα τού έρωτα δεν πάει χαμένη.

Ξέροντας πως, το σιωπηρό του βάθρο, όπου εναποθέτουν τις ελπίδες τους οι ανθρώπινες σάρκες, είναι καταβαραθρωμένο απ’ την αρχή, πλημμυρισμένο από ένα κύμα μοχθηρής αδυναμίας κι από μια μελέτη θανάτου.

Κάθε σώμα-μέχρις εξαντλήσεως-ζητάει να δαπανήσει όλη του την περιουσία για να ελευθερωθεί απ’ τα δεσμά της βίας.

Η πάλη πάνω στα κρεβάτια του κόσμου ετούτου είναι μια ιεροσυλία που διαπράττεται σ’ ένα σύμπαν όπου δεν υπάρχει θεός και Αρχή, αλλά η Θεά Αναρχία.

Η άρνηση της Αρχής, δηλαδή ο αντίποδας και η αναίρεση του καθωσπρεπισμού, ως η μόνη οδός αληθείας και ηδονής που αναλογεί στον άνθρωπο για να μην ξεπέσει ως πλάσμα πουλημένο στο χρήμα και στη χρησιμότητα.

Σε μια ηθική που κάνει το σώμα να χάνει την αξιοπρέπειά του και σε μια θρησκεία που κάνει το σώμα να χάνει την ιερότητά του.

 

Ο έρωτάς σου έχει το σχήμα των χεριών μου

soman

Η ψευδαίσθηση ελευθερίας που μας προσφέρει ο έρωτας αποτελεί μέρος της ίδιας της φύσης του. Είναι αποτέλεσμα της ιδιόμορφα υπερκαθορισμένης σχέσης του με την πραγματικότητα.

Κανένας έρωτας δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την πραγματικότητα.

Με όση καταναλωτική βουλιμία επιτάσσει το πάθος αρκούμαστε στα γλυκόπικρα αθύρματα μιας επηρμένης αίσθησης, που, συνωθεί γύρω απ’ το πτώμα του ενικού αριθμού τον πληθυντικό των μικρών δεσποτειών.

Η ερωτική ατμόσφαιρα δονείται από την κίνηση του απορυθμισμένου εγωισμού, που ξαναβρίσκει μετά την προσωρινή διαταραχή μια νέα ισορροπία στις συνθήκες και στις συμβάσεις που ακολουθούν το σφετερισμό.

Διότι κάθε ερωτική χειρονομία συνίσταται στο να σφετερίζεσαι μαζί με το σώμα και την ταυτότητα τού άλλου, πράξη κανιβαλική και αποτρόπαια.

Μα ο κανιβαλισμός είναι η δεύτερη φύση μας σκορπισμένη μες στην πολυώνυμη επικράτεια των βλεμμάτων, παροχετεύοντας την αρχική επιθυμία σε μια πληθώρα γεύσεων χωρίς ούτε μια ανάμεσά τους να χάνει το δριμύ της άρωμα.

Όπως όλα τα ειδεχθή και χαρμόσυνα πράγματα που μας συμβαίνουν έτσι κι ο έρωτας αρχικά τοποθετεί το ομοίωμά του στη φαντασία μας.

Η φαντασία μας τον ζεσταίνει και τον κάνει να ζήσει δίνοντάς του μια προσωπικότητα.

Και φαντάζει ολωσδιόλου φυσικό το ότι ο έρωτας είναι εγγεγραμμένος στη μοίρα του. Πότε νέος που κόβει τις φλέβες του και πότε γέρος χεσμένος και ασθενής.

Μα ο έρωτας δεν πεθαίνει ποτέ αλλά ζει δια της θανατώσεώς του.

Είναι ο μεγαλειότατος τσαρλατάνος που απ’ το χαρούμενο ηδονισμό και την κραιπάλη των ενστίκτων ξεπέφτει στη μοναξιά, στην αγωνία και στον τρόμο.

Μες στο αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων του ο έρωτας είναι το απόλυτο και απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων. Το σημείο μηδέν, όπου ο άνθρωπος ξεσχίζεται και μένει μόνος με το ξέσχισμά του.

 

Εγκώμιο του βιογραφισμού

eklonm

Ένας ψευδοπροφήτης είμαι των αγρών και λιμασμένος σκύλος. Ένα φλεγόμενο φάντασμα. Το φεγγαράκι του Οκτωβρίου αγαπώ, υπέροχο στο όρος Πουθενά των ερωτικών αδένων και των Άνδεων το ξεπαρθενεμένο υπογάστριο. Λιανισμένος απ’ τα χέρια σκληρών γονιών επιστρέφω στους βωμούς που δε στέγνωσαν απ’ το αίμα, τα χέρια τους που πνίγουν όνειρα, οι γλώσσες τους που βγάζουν αγκάθια και εχθρούς, σφαγμένα μοσχαράκια και μισθοφόρους να περιδιαβαίνουν στις πόλεις, άτεγκτοι, μελαγχολικοί, φορώντας το πρόσωπό μας στο βάθος του εφιάλτη, παραμονεύοντας με τα μαύρα σπαθιά και την άπειρη απληστία να κόψουν σύκα και ομφάλιους λώρους, γλυκομίλητα κορίτσια και φαλλούς του Διονύσου, γύφτικα σκεπάρνια και αίμα απ’ το μουνί της νύφης, δονητές για τα μουσεία του Βερολίνου, στύσεις και καταιγίδες φιλιών, βασίλεια παιδικότητας μες στη γουργουριστή κοιλιά του Jumbo από χάλυβα και κινέζικο οργασμό. Εκεί στην κοιλάδα των ονείρων και τη φαραωνική λάμψη των παλαιών ένδοξων ημερών με τα διαμελισμένα κουτάβια και τις πτοημένες κραυγές και τις ατελείωτες αδηφάγες αράδες διαταγμάτων, με τα σκατά της διάνοιας φυτρωμένα στα πεδία των μαχών και στα άσυλα, λουλουδάκια της βίας αδιάφορα στ’ αμυδρά παραγγέλματα του αυγινού φωτός.

Στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των παθών

gogen

Είμαι ένα πελώριο ον που ψηλαφεί τις σκιές.
Της επιθυμίας διαβαίνω τον μάταιο ύπνο.
Ανάμεσα σε χιλιάδες στοιχειωμένες στιγμές
το φάντασμα βλέπω της γυναίκας που αγαπώ.
Κι έπειτα διασχίζω το διάδρομο για να φτάσω
στο λουτρό της αγάπης και στην μπανιέρα των
παθών. Με το πελώριο σώμα μου κατορθώνω
να κάνω το έντομο του έρωτα να παραλύσει
από φόβο μες στο μαύρο σιφόνι και μ’ ένα βίαιο
παπούτσι το λιώνω στο πάτωμα. Κατόπιν, νίπτω
τας χείρας μου κι επιστρέφω μες στη νύχτα αργά
κουνουπάκι κι εγώ των ισχυρών βροχών και των ονειρώξεων.

Στον ποταμό Γιορδάνη των παθών

dadaa

Ούρα μπαρούτι αστροπελέκι και σιωπή
καθώς τη γέφυρα εδιάβηκα του γυμνού
σου κορμιού εχθρικό σκοτάδι διασχίζοντας
γέλια κραιπάλες αντίφαση κι ένα παράλογο
κάβλωμα του αντρικού μου μέλους που οι
ακαδημαϊκοί το απέδωσαν στις κακές παρέες
στη μαμά και στο μπαμπά που με μάθαν
γυμνισμό και οχτωβριανή απ’ τα γεννοφάσκια
που με μάθαν να πιπιλίζω το βυζάκι της ζωής
και να βλέπω τα ζεστά σου κωλομέρια σαν
δυο βραστά αυγά στρουθοκαμήλου την ώρα
που γράφω το ψυχο-dada ποιηματάκι μου
για να γλυκάνω τις μούσες που με μούσκεψαν

Οδόντων και Μαστών

mastos

Ολόκληρο το βάρος του κόσμου πέφτει πάνω στους μαστούς. Λίγο μετά την κρίση τρέλας των σωμάτων οι μαστοί γίνονται σκληροί και αποτρόπαιοι, κουβαλώντας όλες τις παράδοξες ιδέες στα χείλη του θεού.

Όσοι γευτήκαμε το μαστό κι όσοι γευόμαστε το μαστό είμαστε θεοί.

Το δεινό και το αβρό κορυφώνονται στην ίδια ιερή στιγμή. Με μια διαφορετικής ποιότητας απεραντοσύνη κι ένα θυμό δημιουργικό που χρησμοδοτεί ως τα όρια της ερωτικής απόλαυσης.

Μέχρι η αφωνία της καρδιάς να γίνει έξαρση των αποχρώσεων που γκρεμίζονται στο υπεριώδες φως των μακρινών οριζόντων.

Όμως ο γεμάτος μαστός με γαλαξιακή ουσία απορροφιέται από τις κοσμικές έγνοιες και ξαναγυρίζει νυσταγμένος στην αργή πτώση του, θρέφοντας όμως πάντα το πολυπρόσωπο αδημιούργητο Είναι μας.

Στο χείλος του μαστού στέκεται η σταγόνα της αλήθειας, μετέωρη στην αποτρόπαιη ηρεμία της συνήθειας που ο μαγνητικός της θάνατος είναι πιο δυνατός απ’ όλα τα πεπρωμένα.

Αγαπώ τους μαστούς, αυτά τα τεθλασμένα βυζάκια κι αυτά τα θαυμάσια στήθια που τραμπαλίζονται μες στη βαρυτική υπεροψία ενός χωροχρόνου που μας θέλει δεμένους σφιχτά, σεξουαλικούς μέχρι το μεδούλι και δυνατούς τόσο μέχρι να περάσουμε το ζεστό μας πτώμα στην αντίπερα όχθη.

Συναντιέμαι με τους μαστούς όπως συναντιούνται οι πειρατές και οι ξιφομάχοι σ’ ένα πεδίο τιμής όπου η ατιμία έχει τον πρώτο λόγο και η γλώσσα, οι ρόγες, οι σχισμές περιτριγυρίζονται απ’ τα φαντάσματα της νίκης και της ήττας.

Η λέξη σιωπή

siopi

Η λέξη σιωπή είναι τόσο πρόστυχη
όταν τραμπαλίζεται πάνω σε κορμί
που κρύβεται, με τα μάτια γεμάτα
από ερωτικό φόβο και την κοιλιά
παραδομένη στις αλλόκοτες ανθήσεις
των λυγμών. Η σιωπή από κούφιο κύμα
στις παραλίες και τα δόντια ξέσκεπα
πάνω στις ετοιμοθάνατες γκριμάτσες
και μια τούφα τρίχες απλωμένες στα
σύνορα της θλίψης και της κάβλας.
Η σιωπή μπρούμυτα και η σιωπή ανάσκελα.
Η θηλυκιά σιωπή σαν λιχουδιά που αρωματίζει
τους στοχασμούς και σε χορεύει στο
χωροχρονικό ταψί, έτοιμη να σου κάνει δώρο τις ωοθήκες της.

Lowers Revolution

 

flowers-revolution_300_300_2

Το πιο φυσικό παυσίπονο του κόσμου είναι ο έρωτας. Όχι απωθημένος στην πετρωτή σιωπή της συνήθειας, αλλά βγαλμένος στην άμπωτη της φθινοπωρινής ισημερίας.

Με το πρώτο αίμα που έβγαλε η στάχτη, με τον ερωτικό αντίλογο της πρώτης στιγμής. Της πιο μαγικής στιγμής συνάντησης δυο πλασμάτων.

Το πιο ισχυρό κράτος, αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης με τις απέραντες πεδιάδες του, περιμένει τη συνάντηση και τη σχέση, δηλαδή τη λιποταξία απ’ το Εγώ, εκεί στις πρώτες ιερές στιγμές, που γεννιέται στο καμίνι της ερωτικής πανουργίας η δίψα που θα ρουφήξει απ’ την αδαμική μας πηγή όλο το νεράκι της αθωότητας.

Τίποτε ποτέ δεν φτάνει και τίποτε ποτέ δεν είναι αρκετό.

Κανένα όριο για την εμπειρία και τη γνώση, τη σοφία και το ερωτικό παρανάλωμα.

Δεν υπάρχει ιερό δισκοπότηρο και δεν υπάρχει αιώνια ζωή. Μόνο σύγκρουση. Το ιερό ξετύλιγμα της ύλης που η φυσιογνωμία της καθρεφτίζει το είδωλο της ζωής που τη γέννησε.

Το ποιητικό αίτιο, που, ο λόγος συναρθρώνει μες στην καρδιά του έρωτα, που είναι δρεπάνι και σφυρί, η δίκαιη βροντή των όπλων της επανάστασης.

Είμαι και είσαι

ime

Μας ξέρει καλά ο εγχώριος δαίμονας
των οργασμών. Τα μυστικά μας όλα από
σάρκα. Κορφούλα δυόσμου σκέφτομαι
σαν ξεμυτίζει απ’ το στηθόδεσμο ο παρα-
τατικός λυγμός αλλόφρων επηρμένος.
Η ρόγα όλο συντέλεια από Μολδοβλαχία
μεριά. Σόλο χαιρέκακη των αγγέλων.
Αχ! τα βυζιά σου, ακροκέραμα της Φλώρινας
ποιοι πετεινοί θα τα ραμφίζουν τώρα!

Sumertime

Face_Fragment-1069883260st

Έτσι κάπως άτεχνα αγαπώ τη μελαγχολία σου.
Το διψασμένο σου σπασμό που με θέλει
σερπαντίνα στους μηρούς σου. Ξέρουν οι αστοί
από τρισάγια και ψαλμούς. Ο Ιανός με το παπιγιόν
και το σώβρακο, παραστάτης πλήξης, όσων πίνουν
καφέδες και παρουσιάζουν βιβλία. Μυδράλια του
νωθρού καιρού. Μα εσύ ευγενικά χαμογελάς.
Τόσο εξαίσια ταραγμένη, βγάζοντας
τραγανά κοτσύφια απ’ το λαρύγγι σου.

Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

lik

Τα έχει όλα ο αδίστακτος λόγος των ποιητών. Ο Κοπέρνικος, ο Δαρβίνος, ο Φρόυντ απετέλεσαν τις τρείς μεγάλες «ταπεινώσεις» του ανθρώπου, οδηγώντας τον από τον μυθικό εγωκεντρισμό του στις εσχατιές του σύμπαντος.

Κι ίσως μπορούμε και μιλάμε ακόμη χάρη στη μεγαλοφυή εξορία της ποίησης που άφησε ο Πλάτων μαζί με τους θνητούς εκτός των τειχών της Ιδανικής του Πολιτείας.

Η ποίησις δεν πείθει, το ξέρουν και οι νερόκοτες και οι τσαλαπετεινοί. Μα ετούτη η τροχιά του αρχέγονου τραυματικού συμβάντος, το ξεγλίστρημα σ’ αυτό το μοναδικό κόσμο των αντιηρώων που τρέφουν τα πάθη τους νανουρισμένοι από το ρόχθο της επανάληψης, είναι, που μας κρατά ζωντανούς.

Αποτυχίες των μισόχτιστων στίχων, οικοδομές ολόκληρες που η ποιητική αιτιοκρατία τις άφησε παρατημένες στον εγκέλαδο της ερμηνείας.

Οργισμένα σβησίματα, και το δειλό κάποτε γράψιμο στα περιθώρια.

Προσχέδια που πήγαν άκλαυτα και δοκιμές που δεν τελεσφόρησαν. Ξεσπάσματα θυμού έτοιμα να κεντρίσουν οδυνηρά τη ζηλοτυπία των πληγωμένων. Έρωτες και κλάψα.

Η ακαδημαϊκή αστυνομία ξεπλένει τις αμαρτίες των ποιητών. Πάρτε Κύριε λαχεία, μέτρα αυστηρά και τιμωρίες για τους αθώους. Και για τους σακατεμένους εξίσου λόγια παρηγορίας.

Μαζί τα φάγαμε, μαζί καταβροχθίσαμε τη γραμματική και το συντακτικό. Μαζί κατάπιαμε φράσεις και κινίνα φιλολογικά, υγρά και βολβούς οφθαλμών, χείλη, δόντια, γλώσσες.

Ας ξεράσουμε τώρα απ’ τα πορνογραφικά μας έγκατα ηρωικές σκιές και θανατογραφικά σημειώματα. Ιδού η πρόοδος, ιδού το οίδημα.

Revolution is on its way

constructvism poster3

Η τέχνη δεν είναι τεχνική αλλά
τού χρεοκοπημένου οι μασημένες
λέξεις. Η μανούλα που άνοιξε μια
κονσέρβα με λογοπαίγνια για να
κεράσει την παιδική ηλικία. Ωραιότατη
προτεραιότητα της τέχνης ο οργασμός,
μια κιλότα που εισβάλει στα πεδία των
μαχών, απορφανισμένη από την ιδέα
της μεγάλης έκρηξης της ηδονής. Μέσα
της κουρνιάζουν χιλιάδες πελώρια αν
θρωπάκια, χτίστες και γενετιστές, ορθό
δοξοι ρουφιάνοι και αμαζόνες από την
εποχή του Ομήρου. Βγάζει ζουμιά, όπως
στις ναυμαχίες το σπαθί τρυπούσε τα
συκώτια και το σκότος υπέρμαχο της
αλαζονείας άλλαζε των φτωχών τις
κλεφτές ματιές με περίστροφα. Είναι
Οχτώβρης χωρίς μεσάζοντες και η τέχνη
γκαρίζει πως έχει γαϊδουρινή υπομονή
η επανάσταση. Οσονούπω λοιπόν
θα σας κλωτσήσει πάλι στ’ αρχίδια.

Κερατομαχίες ευγενών όντων

beardeers

Μέσα στο άναρθρο ζώο παρεπιδημεί μιαν ατροφική εκδοχή της ανθρώπινης ευαισθησίας.

Ότι γρυλίζει κι ότι βρυχάται θέλει να μιλήσει. Κι αυτή η αινιγματική απαίτηση των πλασμάτων για λόγο και συνουσία είναι η φυσική ροπή της ίδιας της ύπαρξής μας που χρειάζεται κοινωνία για να υπάρξει.

Όλα εμείς τα ζώα, έναρθρα και άναρθρα, πάσχουμε από μνήμες ηδονής, γι’ αυτό και οι λειψές αισθήσεις μας παρασύρονται απ’ τη συγκίνηση, το φόβο δηλαδή μπροστά στο θάνατο και την απώλεια, αφήνοντας το Εγώ να προχωράει μπροστά κουβαλώντας τα ματωμένα σκήπτρα του.

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε τραγικά μόνοι. Κανένας απ’ τους έρωτές μας δεν μας ακολουθεί στον τάφο. Μονάχα ένα πιστό σκυλί τρίβεται πάνω στη μοναξιά όσων από μας παίρνουμε την εκδίκησή μας με το να υποτάσσουμε ερωτικά αυτό τον μελαγχολικό κόσμο που μας είναι ενάντιος.

H dada καταγωγή μου

ernst-maks_-fatagaga-1920

Σήμερα έμαθα από πού κατάγομαι. Και δε χρειάζομαι ωροσκόπο, γενεαλογίες και τέτοια.

Τίποτε δεν ξέρω και τίποτε δεν πρόκειται να μάθω για όσα είναι γραμμένα στο αίμα μου και όσα είναι χαραγμένα στα πυρωμένα άστρα που κηδεμονεύουν το κεφάλι μου.

Βλέπω όσα δεν μπορούν να δουν τα μάτια μου.

Τα τρελαμένα τέρατα που ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, το δίκαιο και το σωστό που ξεπετάγεται απ’ τα σπλάχνα με το πηχτό αίμα της τρέλας να χορεύει με τους κεραυνούς στα χέρια.

Τα κίβδηλα και τα ανθρώπινα που μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη της ζωής σε υποχθόνια πάθη της σάρκας.

Το σάλιο του ιεροκήρυκα και την τέχνη των εντέρων, αφήνοντας πίσω απ’ την αβρότητα των καλών τρόπων να ελλοχεύει το φάντασμα της γελοιοποίησης των πάντων.

Είμαι τόσο ανθρώπινος όσο και απάνθρωπος όταν ψάχνω να βρω στα κουφάρια τον Λόγο και τη Λέξη, γονατίζοντας εκεί μπροστά στα χείλη της παράβασης, στου αιώνιου θηλυκού δηλαδή την ιερά σχισμή, για να ακούσω απ’ τους ερωτικούς ιστούς του κορμιού της όλα αυτά που παράγουν την σύγχυση και την έκστασή μου.

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου

rocio2

Είμαι το αυγό τού έρωτά σου
Με γέννησες στα βουνά και στα όρη
Απ’ τη μεγαλομάτα κοιλιά σου βγήκαν οι λέξεις μου
Και τώρα σου λέω πως λύσσαξα
Και τώρα σου λέω πως δεν την ξέρω την κόλαση
-αφού υπάρχεις-
Κι όσο στη φρυγμένη γη περιμένω να ’ρθεις

Οσίας Πελαγίας και Ωκεανών

pelagi

Αλίευσε σκυλόψαρα η Οσία Πελαγία
Όλα
του ερμαφρόδιτου βυθού τα ερωτικά σαρκία
Και χαρτογράφους Ισπανούς
Και μαυλισμένο εσώρουχο Ισαβέλλας
Ήτο σεμνή στο γλέντι της
καθώς πετούσε ο θάνατος γαρίφαλα στα στήθη της αβύσσου

Αχ! μάτια μου
δεν ξέρουν οι κλεφτοκοτάδες της στεριάς
τι εστί αέναον ιστίον ηδονής
Δεν ξέρουν πως μονομαχούν οι εγκέλαδοι στα σπλάχνα
Πως τόσα ρήγματα δονούν τη Θεσσαλία

Δεν ξέρουνε τι σύγκρυο αναφιλητό
-οσία Πελαγία-
επάνω στο ντιβάνι των Ωκεανών
ολόγυμνη ξεσπάς
εσύ το πουτανάκι των ανέμων
την ώρα που καταφτάνουν οι ευνούχοι νεωκόροι των λυγμών
να σε γνωρίσουν στους φαλλούς των δεσποτάδων

Πάθη Κυριακής Ηλιόλουστης

progression-of-four

Στα δόντια κάποιας Κυριακής
κόλλησε η λέξη μαντολάτο
Ο ήλιος στεντόρειος γραφειοκράτης των πάντων
Τον υμνούν αυτή την ώρα
τσούπες που σχημάτισαν κυβέρνηση του βουνού
κάτω απ’ τις φούστες τους
Μαμούνια μαύρα ολόμαυρα και σαύρες
Χορεύτριες
που τις ανέθρεψεν ο έρως της συγκομιδής υγρών
και αφροδισίων αφρών
Ω! χαίρομαι
ετούτο το παιχνίδισμα ρημάτων ανωμάλων
Εκκρίσεις ρεύσεις άνθη εκμυστηρεύσεις
Τη δούλη του θεού αδολεσχία
Καθώς ανοίγει ο καταπιόνας της
Καθώς χαϊδευτικά η σούφρα της ελέγετο Ζιζέλ

Η προσευχή του σεξουαλικού παπά

prose

Ω! αγία φρίκη των εγκρατών πιστών
Κι εσύ δόλια γαϊδάρα οικουμένη
που σε ξεκολιάζω κάτω απ’ τα εδέσματα
Αυτά που μου προσφέρουν οι φτωχοί με τα χάδια τους
Να, τώρα, κρύβω τον κώλο σου μες στα χαμόδεντρα
και χώνω τη μύτη μες στα σκοτεινά σου καπούλια

Μαθήματα Δημιουργικής Ταφής

NA_Marvellous-Tales-of-Black-Ink_005_1994

Ένα παιδί απ’ την Κομποθέκλα, που αργότερα πρόκοψε και έγινε Κύριος Κυρίου, με κάπα κεφαλαίο, διδάσκει σήμερις μαθήματα δημιουργικής ταφής και ερωτικής ψευδολογίας.

Απαγορεύει τη χρήση λέξεων κακών σαν αυτές που χρησιμοποιούν οι πατριάρχαι εις τα ιδιαίτεράν τους όταν με νεαρούς καλογέρους εξοκείλουν εις τις μιαρές των επιθυμίες.

Προπαγανδίζει την πληθωρική χρήση της λέξεως Λαγνεία, αντί της φράσεως, Χύνω αβέρτα μάνα μου!, μιλώντας για πράγματα κάθε άλλο παρά λάγνα, όπως το να φιλήσεις στο στόμα κάποιον που έχει χαλασμένα δόντια ή να μασουλήσεις ένα έμβρυο σαν να ήταν φρέσκια σαρδέλα.

Λάτρης της αριστερής όχθης του Σηκουάνα, ένα σύμπλεγμα ασφαλίτη θείου και ελευθεριακού κηδεμόνα, πιστός ιδεολογικός κύων του Κορνούτιο Καστροσυκιάδη και λογοτεχνικός αγκιτάτωρ όλων των ανήσυχων δεσποινίδων που έχουν ως βασικό τους μέλημα να εξυφαίνουν ολημερίς και ολοβραδίς-συγγράφοντας-νέα συμπλέγματα προς χρήση θρησκευόμενων νεαρών κορασίδων.

Οι πρόσκοποι, οι οργανώσεις της αγέρωχης νεολαίας που κάνει όνειρα για βελούδινες παντόφλες οικογένεια και εξοχικά, οι σύλλογοι γονέων στα σχολεία, οι Αμερικανοί προαγωγοί του κινηματογράφου, οι φύλακες δημοσίων κήπων, η αστυνομία, οι αρχιλοχίες και άλλοι πολλοί είναι οι πελάτες του.

Φυσικά τα μαθήματα δημιουργικής ταφής επαραδίδοντο με το αζημίωτο. Πατώντας πάνω στη ματαιοδοξία των σπουδαστών που θέλουν να σκαρφαλώσουν εις τις παριές του Παρνασσού εντός εξαμήνου.

Άλλοι λιώνουν σε χυτήρια τα χρυσά δόντια των προγόνων τους κι άλλοι τρέχουν στο Ριχάρδο για να ανταλλάξουν τα τιμαλφή τους με τα ευλογημένα σεντς.

Ο ποιητής Βυζάντιος Αμαναρχίδης περιμένει τα νέα ψώνια στο εργαστήριο δημιουργικής ταφής.

Αιωνίως η μνήμη σας αριστουργήματα που δεν θα γραφτείτε ποτέ!

Άνθη ευλαβείας

loyloy

Όταν αποφασίσεις να κάνεις όλα τα εμβόλια απέναντι σε κάθε συμφορά, σε κάθε λύπη και σε κάθε δυστυχία ξέρεις καλά πως η ευτυχία σου θα είναι μια ψευδαίσθηση.

Η διατυμπανιζόμενη πυρηνική ανοησία του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού, που, λέει πως, για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει πρώτα να αλλάξουμε τον εαυτό μας είναι μια μεγαλειώδης απάτη, διότι, όχι μόνο δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας αλλά η όποια αλλαγή θα είναι απλώς και μόνο μια παραλλαγή αυτού που είμαστε ήδη. Και συνήθως είναι μια κακή παραλλαγή.

Γινόμαστε κακέκτυπα άλλων, υπερφίαλοι μέσα στην πλασματική ελευθεριότητά μας και γομάρια που κοιτάνε τη σούφρα τους.

Ένα ερώτημα που πρέπει απαραίτητα να απευθύνουμε στον εαυτό μας αλλά και στους άλλους είναι το εξής: Μπορώ να είμαι ευτυχής σ’ έναν κόσμο δυστυχίας και εκμετάλλευσης;

Viva Las Vegas

viva

Το μέλλον ανήκει στις μηχανές και τα
ρομπότ λένε οι πολλοί που έχουν γίνει
μηχανές και ρομπότ και η καρδιά τους
μοιάζει με βλάχικο σκουφί που το πετούν
ψηλά οι ποιητές και οι κάργες που
κατοπτεύουν τη μελαγχολία τους με
φουστάνια σκοτεινά και κακόφημα όλες
παράνομες ιερόδουλες πόλεις όλες στο
λουτρό εκεί περιμένοντας το μέλλον
που έρχεται με τα ρομπότ και τις μηχανές
και το φουσκωμένο ποτάμι των ηδονών
που θα ξεσπάσει στων ξεροκέφαλων στρατηγών το πηλήκιο

Made In Taiwan

1-54

Αυτός ο ποιητής φοράει φιμέ γυαλιά
στη φωτογραφία. Made in Taiwan.
Δεν φοβάται τίποτε, ούτε τους δανειστές
που μας δάνεισαν μαστίγια ούτε τους
υπερβόρειους θεολόγους των αγορών
ούτε την παλιά του συμμαθήτρια με τα
σιδεράκια, ούτε τον κακό λύκο, ούτε
τα παραμύθια. Αυτός ο ποιητής φοράει
λευκή μπλούζα στη φωτογραφία και δε
φοβάται τίποτε μέσα στο λιοπύρι των
Αθηνών και κρατάει σημειώσεις σάλιου
για την τάφρο των χειλιών της. Για εκείνη
που πάει να της χαρίσει τα βγαλμένα μάτια
της Παρθένου Μαρίας να τη σκιάξει με τον
κρίνο του και με το ντοσιέ της ποίησής του.

Η Σταχτοπούτα στο Γράμμο

 

staxto

Η Σταχτοπούτα
κατέβασε την κιλότα της
να κατουρήσει
κοντά στο χωριό Θεοτόκος στο Γράμμο.
Και πόσο μοιάζει με την Πομπηία, είπε
-στον φανταστικό πρίγκηπά της-
ετούτη η γη με τα δέντρα και τους παπαγάλους.
Και τότε εμφανίστηκε ο κακός ο Λύκος
από άλλο παραμύθι,
κι αυτή τού ψιθύρισε στ’ αυτί
Εμένα Λύκε μ’ έκανε μια χαψιά η μητριά πατρίδα
κι έμεινε μονάχα
ετούτη εδώ των σπλάχνων μου η μαγγανεία
στη μαύρη γη από βόμβες ναπάλμ
και βιβλιάρια ασφάλισης δημοσίου

Κάτοπτρο νυκτός

15146969640_9a8067e5dd_o

Παρακολουθώ όλες τις εκπομπές του διαβόλου
την αστυνομία πόλεως και την αστεία Βαβέλ
των ποιητών που έχουν περίεργες ιδέες για το
πέος τους και γυρνούν διψασμένοι τα χαράματα
εις την οδό Πτολεμαίων, εκδιωγμένοι απ’ την οδό
των γυναικών όπου ο Αντρέας Εμπειρίκος έπινε
το γάλα του

Και το φεγγάρι και τ’ αστέρια και οι πατούσες σου

sexavb

Παραφυλάω να σε δω γυμνή μες στο κλειστό μου μάτι
όπως παραφυλά ο σκόρος τις ονειρώξεις
Τα χείλη σου έτοιμα, έντρομα
μορφάζουν μαύρο τοκετό και σάλιο
Η Πρέβεζα κορδώνεται με μπουκωμένο στόμα
αντίς περίστροφο ηδονή
ψωλή αλατισμένη
Κοιτάζουμε τη θάλασσα μα βλέπουμε τον ουρανό
Ουρί του ατελέσφορου υγρού μας παραδείσου
Περνά ο Δυοβουνιώτης ο ληστής, εδώ κοντά
Περνά ο ένδοξος ματάκιας
όπως περνά το πρωτοβρόχι απ’ το σπλάχνο σου στη γλώσσα μου
Η οχτωβριανή! φωνάζει ο γκαστρωμένος ο καιρός
Και να, που ξεγλιστρά ο πέπλος σου στον ιερό σκοπό του

Ζεύγη περιττών αριθμών το Φθινόπωρο

kola

Αλφαδιασμένος ο ιστός πάνω στο χάος
Η χαρμολύπη άκαρπη, ατυχής
μας θέλησε ακατάσχετα γυμνούς και μουρουδάκια
Ο λόγος μια κραιπάλη
Κι ο σκύλος που είμαι σε λιπόθυμη αντηλιά

Νύχτα ειλωτεία στο στερέωμα
Τομάρια αφροδίσια στον ταραχώδη αφρό
Κι ο δαίμων πολυμήχανος, ολιγαρκής

Χαράματα, ο ήλιος αλαζών
Όλο ξεφτίλα και βραδύτητα
Καρκίνους μικροαστικούς
Και γαλιφιές στα κρόσια μιας παιδούλας

Ω! σελήνη, χωρίς άμφια εμμηνόπαυσης
που όλο βοά η αγαθότητά σου στις κερήθρες
Πανσέληνη κοχλάζοντας
όπως η υγρή Μπραζίλ στο Καρναμπάλ

Σχόλιο για το μη σχηματισμό κυβέρνησης

AM4

Απομακρύντε απ’ τη ζωή σας την εξουσία,
όχι τα δροσερά τζιτζίκια που πέφτουν στο χώμα τη νύχτα.
Θα ωριμάσει η γαμήλια ματιά σας, έφηβα μυαλουδάκια,
γοερή, μακριά απ’ τα βεγγαλικά των μπουρζουάδων,
και τότε όλα τα αποτρόπαια πράγματα που ξεπετάγονται
σαν εντόσθια γουρουνιού όταν του ανοίγουν το κουφάρι
θα βυθιστούν κάτω απ’ τους λαμπρούς λαχανιασμένους σας
οργασμούς. Ω! ναι, σας παρατηρώ να σκαλίζετε αφηρημένα
τη μύτη σας ή να ξύνετε τον κώλο σας. Όλες τις εκδηλώσεις
της βαναυσότητάς σας. Τα χείλη σας που πιπιλίζουν κινίνα
και παστίλιες για το βήχα. Τα μάτια σας όμορφα νευρικά
μερμήγκια που κλέβουν ψίχουλα απ’ το ποιηματάκι μου για να
ταΐσουν την καταιγίδα. Γράφω σημαίνει εγκαταλείπω ως ένα
σημείο το ζώο. Γράφω σημαίνει πως επιστρέφω πάντα σ’ αυτό.

The Living Room War

photo_op_sz

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα. Αυτόν που έκοψε το αυτί του και το χάρισε σε μια πουτάνα, αυτόν που πήρε ποντικοφάρμακο κι αυτόν που πήδησε στην προπέλα του καραβιού.

Περιφέρομαι ανάμεσα σε θαύματα που δεν τα βλέπει κανείς. Βλέπω συνοφρυωμένους ερωδιούς γύρω από μια λακκούβα να πίνουν λάσπη και να ξύνονται γαλήνια.

Χωνεμένος σ’ αυτό το είδος αλλόκοτης ονειροπόλησης βλέπω τον κόσμο να ξεδιπλώνει το δράμα του. Γίνομαι ένα με τον κόσμο που ξεδιπλώνει το δράμα του. Ψάχνω τις λέξεις που μου κλέψαν απ’ το στόμα, σαν τον τρελό που κατεβαίνει στον όρμο για να βρει τα απομεινάρια του ναυαγίου και τα κουφάρια των γλάρων, τα βότσαλα με την πίσσα και τα σκεβρωμένα κλαριά.

Ψάχνω τις εικόνες στην πλωτή όαση των θαυμάτων γύρω μου και αίφνης γίνομαι ο δαίμων που γράφει το ποίημα της λαγνείας.

Τα βλέμματα γύρω ομολογούνε πάντα την λαγνεία και ας παραμένουνε μουγκά. Και γίνομαι ο ιεροκήρυξ αυτής της υπερευαίσθητης και τόσο εύθραυστης αιωνιότητας, αισθανόμενος μέσα μου πολέμους και ολέθρους και εκστρατείες.

Όλα τα εγκλήματα του Μεγαλέξανδρου και του Χίτλερ, τους αμερικάνους να βάζουν στον κώλο τού Βιετνάμ φλεγόμενους αρουραίους, τους άντρες αθηναίους να σφάζουν βρέφη στη Μήλο και τους γάλλους στρατηγούς να κατουράνε στα λαρύγγια των αλγερινών.

Αισθάνθηκα μέσα μου όλους τους πολέμους και τα δράματα που έχουν αφήσει πίσω τους αυτό τον πολτό από ρήτορες, μίσος και ερείπια.

Αισθάνθηκα μέχρι το κόκκαλο όλα τα εγκλήματα που κόχλαζαν γύρω μου, βλέποντας να αναδύονται σε κραυγαλέους τίτλους εφημερίδων κι αισθάνθηκα τη δυστυχία που αλέθονταν με το γουδοχέρι και την παρατεταμένη μουγκή συνήθεια να στάζει πάνω σε λερά μαντηλάκια, σε λευκές σελίδες.

Ατίμωση, εξευτελισμός, ένδεια, πλήξη. Πορεία μέσα στο αίμα. Ιδέες ωχρές και λιπόσαρκες που πρέπει να παχύνουν για το σφαγείο.

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα.

Miss American Dream Ή Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών

missamarica

Βλέπω νέους και γέρους και κόρες της ντροπής να διαβάζουν τη γραπτή τους ύλη σε ιδρύματα πλουσίων, σε καφέ της πόλεως των Αθηνών κουλτουριάρικα και νεοφιλελέ.

Βλέπω το τελετουργικό της δημιουργικής ασάφειας όσων θέλουν τη μούρη τους μπροστά απ’ τα ποιήματα, σ’ ένα περιβάλλον μικροανταγωνισμού και αυτολύπησης στολισμένο με καταραμένους της οκάς που διαθέτουν χοντρούς μικρούς ποιητικούς αδένες, φυτρωμένους κάτω απ’ το λαιμό σαν αρχίδια σκύλου.

Έχουν μια μούρλια σχέση όλοι αυτοί, με τη θεότητα που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις στα εκδοτικά σαλονάκια, ξέροντας ακριβώς πώς να την καλοπιάσουν με γαλιφιές και μαλαγανιές και ξέροντας ακόμα πώς να της αποσπάσουν με κολακείες μερικές πενταροδεκάρες. Σε αντάλλαγμα για τις γαλιφιές τους, μπροστά στο φιλολογικό ερμάρι, παίρνουν τη μερίδα τους από αναγνώριση πολλά υποσχόμενης ποιητικής φωνής.

Ο ντενεκές αρχίζει να βγάζει ήχο από σαξόφωνο, στριτζώνεται και συσπάται, παίρνει πόζα νομπελίστα διαβάζοντας με συγκατάβαση το αλήτικο ποίημα του που είναι σίγουρα πασπαλισμένο με Λακάν και κορακίστικο στόμφο.

Οι τοίχοι των μεγάρων είναι κατάμεστοι από φωτογραφίες ποιητών. Κάθε φιλημένος από ματαιοδοξία ανήρ περιμένει τη σειρά του.

Ω! διάβολε, τα μέλη του γενεαλογικού δέντρου των ποιητών που δείχνουν την προίκα τους και τα κάλλη τους στην αγορά μοιάζουνε με μαραμένα φύλλα.

Οι γυναίκες φαίνονται ασθενικές με τρομαγμένο βλέμμα και οι άντρες μαγκωμένοι στον αρπαχτικό τους λήθαργο, σαν καλοεκπαιδευμένοι χιμπατζήδες.

Κλείνονται δουλειές και συμφωνίες. Υπογράφονται συμβόλαια έρωτος και ανακωχής.

Είναι όλοι τους εδώ, με τις σβουνιές τους και τα κοκαλιάρικα πόδια τους. Με τα παλιομοδίτικα ματογυάλια τους και τις γκομενοπαγίδες τους.

Στο βάθος διακρίνεις τα απομεινάρια ενός αετώματος, αγάλματα με στρεβλωμένα χέρια, ανθρώπους από άλλους τόπους σπασμένους στην πλατεία Ομονοίας, τεχνουργήματα του γερμανικού ιμπεριαλισμού και του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη, σαν ανθρώπινες σαρανταποδαρούσες που ξερνάνε.

Φύλλον ερωτικής πορείας

fter

Αχ! ένα μάτι από χίλια σύγκρυα αδρεναλίνης είμαι
Ξέρω την έκσταση της τρέλας
Μαδημένο ανυπάκουο μουνί
Ξέρω τις γάμπες σου απέξω κι ανακατωτά
σαν μικρό ανώμαλο αγοράκι
Ξέρω το στόμα και το σάλιο της λεχώνας ηδονής

Να αποφύγω δεν μπορώ τις μαλλιαρές μεταφορές
Μονάχα να σε αγκαλιάσω κοιλιά
Τα σαγόνια και τους ώμους
Τις γλώσσες
Νεροφίδες έσχατες
Του ξεχαρβαλωμένου οργασμού
Το μέλι που βλασταίνει στις κνήμες των νεκρών
Τις μάχες που δίνει ο αφαλός με τα σκουλήκια

Το μόνο ευαίσθητο σημείο μου, κορίτσια
Ο βαθύς ετούτος ρόγχος του θανάτου

Διαιωνίστε τώρα το περίσσευμα των δακρύων σας
Τη μύξα που αιωρείται στην άκρη του λυγμού
Χορέψτε τώρα που η αυγή βογκά
Τώρα που με το δάχτυλο σουβλίζετε το σπόρο να χωθεί βαθιά

Σάρκα περήφανη ως το μεδούλι των οστών
Αρμολόγησε τη ζοφώδη αγάπη μου
Τον πόνο που μουρμουρίζει παιδιάστικα λόγια
στα γαμψά νύχια της φθοράς

Λεπτομέρειες μέλλοντος και ερωτικών καλπασμών

legs

Αυτή η φυσική ορμή που μας σπρώχνει στην πράξη είναι η μεγάλη μας τραγωδία. Αυτή όμως είναι η απερίφραστη μοίρα μας και ο πιο χαρωπός μας εχθρός.

Πράττουμε εναντίον της υποταγής που μάς θέλει μόνους με τον πόνο μας να υποφέρουμε και να μυξοκλαίμε, στριμωγμένοι στα μεγαλοπρεπώς μίζερα ενδιαιτήματα της μισθωτής σκλαβιάς, που, τις αλυσίδες της καθορίζει με φουτουριστικό πάταγο η αγορά.

Ως εραστές των φαινομένων παρατηρούμε τους πιο τρυφερούς βλαστούς ν’ ανοίγουν τα λευκά άνθη τους πάνω στον άγονο βράχο.

Κι όταν πέρα απ’ τα βιβλία και πέρα απ’ την τέχνη, όταν η μέρα θα έχει σβήσει και το μάθημα θα έχει τελειώσει, θα ομιλούμε γυμνοί-με τις κλειτορίδες και τις ψωλές μας ορθωμένες-για τη νύχτα, τον ύπνο, το θάνατο και τ’ άστρα.

Ως ροδαλοί σαρκώδεις χαρακτήρες, λυτρωμένοι για μια στιγμή απ’ την κακία και τον ανταγωνισμό, θα απαγγέλουμε με νεανική έπαρση το κομουνιστικό μανιφέστο στις χρυσές κερήθρες της οικουμένης.

Σπάζοντας τα καρβουνιασμένα φλούδια της συνήθειας, βαρώντας δαιμονικά τις θλιβερές καμπάνες που θα ξεσηκώσουν τα μουγκρητά των ταύρων.

Η πράξη που σε θέλει ν’ αρπάζεις το ποιητικό όραμα αιώνων συνταιριάζοντάς το με τη μουσική μιας απρόσιτης ουτοπίας, με το βλέμμα του γερακιού που συνοψίζει την ανήσυχη όραση με την ορμητική βία της φαντασίας.

Παρατηρούμε τον ουρανό και τα σύννεφα. Το χώμα και τα αγκάθια. Τις γυναίκες και τους άντρες, τα μουνιά και τους πούτσους.

Παρατηρούμε την εκμετάλλευση. Τον ιμπεριαλισμό και τον κτηνώδη του πατερούλη. Παρατηρούμε όσους τραβάνε κουπί. Όσους καίγονται και όσους σφάζονται. Την εργατική τάξη. Το Άουσβιτς. Το Ισραήλ.

Παρατηρούμε όσους τραβάνε κουπί, ξέροντας πως, μόνο αυτός που δεν τραβάει κουπί έχει χρόνο να ταρακουνήσει τη βάρκα.

Υπεροψία σπλάχνων και λυγμών

edeme

Να με θάψετε κάτω από έναν πεύκο ή
μέσα σ’ ένα πηγάδι, μακριά απ’ τους
κεραυνούς των λογοκριτών. Κυρίες και
Κύριοι, είμαι τόσο λαβωμένος που θέλω
να γίνω πειραματόζωο σαν πεθάνω.
Διαθέτω το κορμί μου δωρεάν σε φοιτητές
ιατρικής που δεν έπαιξαν όταν ήταν παιδιά
με τα έντερα και τη σπλήνα ενός ποιητή.
Διαθέτω τους όρχεις μου φρεσκοπεθαμένους
και κατακόκκινους σε κοφτερά δόντια
δεσποινίδος εν τω μέσω της νυκτός. Μα,
όσο είμαι ζωντανός γράφοντας ποιήματα
για τον πεθαμένο μου εαυτό, να ξέρετε πως
ήρθα μες στον κόσμο για να τα πασαλείψω
όλα. Την ώρα, που θα χορεύουν το χορό της
κοιλιάς οι ουρανοί και οι όμορφες στιλπνές
μουνότριχες της οικουμένης θα αγάλλονται
νιώθοντας την πρώτη φθινοπωρινή μπόρα
να πλησιάζει.

Ημερολόγια Αγρών 16-18

nikol

16
Γράφει ο Μπλανσό πως όσο η κοινωνία θα σπαράσσεται, η λογοτεχνία θα σπαράσσεται κι αυτή. Κι όταν η λογοτεχνία δε σπαράσσεται καταλαβαίνεις πίσω απ’ τη λέξη το βουτυρομπεμπέ να πηγαινοέρχεται σ’ ένα νευρωτικό σούρτα-φέρτα. Μακριά απ’ τα στοργικά πόδια των γυναικών. Απ’ τα ωραία πλοκάμια.

17
Αγνόησε κάθε πιθανή εκδοχή και πιθανότητα. Σκέψου μια συμφωνική ορχήστρα την ώρα που πιάνει βροχή κι ακούγεται η εισαγωγή του Βάγκνερ να παραπατά, την ώρα που κάποιοι προσπαθούν να κρύψουν μια κοιλιά γεμάτη φασόλια και αέρια και το χώμα μυρίζει ωραία σκατά.

18
Τρυφερές αναπολήσεις της πρώτης νιότης. Άλλοτε με περιγραφές συνοικιακών σαλονιών κι άλλοτε με σαρκασμό για την γεροντοκόρη που μαραίνεται μες στα λουλούδια της. Ο πόλεμος είναι ο διαφθορέας των πάντων. Ακόμα και της σημασίας των λέξεων. Κάθε γυναίκα που δεν έχει αγγιχτεί ξέρει τι εστί πόλεμος. Και κοιτάζει με θλίψη αυτόν τον αγέρωχα πολεμοχαρή κόσμο που μιλά μια γλώσσα με λέξεις χωρίς σημασία.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών

diafot

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών αρχίζει να μιλά για την Αγάπη μ’ έναν τρόπο ζωντανό και γόνιμο, δηλαδή αναφέροντας τα μικρά πράγματα της καθ’ ημέραν ζωής που μας καθορίζουν, κάνοντάς μας λίγο πιο ανόητους ή λίγο πιο σοφούς, μαθαίνοντάς μας ακόμα και να γελάμε με τα παθήματά μας.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών γνωρίζει πως η ολότητα της ζωής είναι συνδεμένη με την τραγωδία που την ολοκληρώνει.

Είναι αυτός που μέχρις εσχάτων έχει πλαστεί μέσα στο στοχασμό της ανθρώπινης περιπέτειας κάνοντας την Αγάπη πράξη, διδάσκοντας δηλαδή σε όσους τού μοιάζουν τη συνέπεια στην πράξη και όχι στη συμβολική της έκφραση.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών με το πείσμα και τη σταθερότητά του μας οργανώνει για να πάψουμε να είμαστε, όπως οι λούμπεν φασίστες και οι μικροαστοί χριστιανοί, κουρέλια που τα περιφρονούν και τα εκμεταλλεύονται οι αντίπαλοί τους.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών μας μαθαίνει πως Αγάπη σημαίνει το καθήκον που έχουμε να επιβάλουμε το πεπρωμένο στη μάζα εκείνων που απαιτούν από τους ανθρώπους ένα δουλικό τρόπο ζωής.

Αγάπη είναι η ενσαρκωμένη ανθρώπινη σκέψη που θέλει το ψωμί και την ηδονή για όλους, στήνοντας μια γιορτή όπου η μέθη και η ελευθερία της δεν θα είναι λιγότερο αποχαλινωμένες από το αίσθημα της τραγωδίας και της αγωνίας.

Αγάπη είναι η επιθυμία μας για αληθινή ζωή. Και αληθινή ζωή σημαίνει μοίρασμα των κόπων.

Αν δεν μοιράσεις τον ανθρώπινο κόπο σωστά τότε η αγάπη γίνεται εμφύλιος. Όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι. Γεννήματα της στείρας χριστιανικής αγάπης που μας θέλει υπάκουους και δουλικούς μέσα στο μαντρί παραγωγής και εξυπηρέτησης των αναγκών του Κυρίου.

Ο διαφωτιστής του Κράτους των Ηδονών έδειξε με το δάχτυλο τους μικροαστούς ποιητές που αποζητούν τον έπαινο των σοφιστών και τους συνοφρυωμένους πότες που θέλουν να εγγραφούν στον μακρύ κατάλογο των καταραμένων, λέγοντας πως, αυτός που επιθυμεί αλλά αδρανεί τρέφει την πανούκλα.

Τα μάτια μαύρα

ta matia mayra

Τα μάτια μαύρα
Κι εγώ μια γάτα αιγυπτιακή πάνω στη στέγη
Ποταμοί μέλλοντος που θα με πνίξουν κάποτε
Βροχούλες σε παραλίες
Μπρούμυτες υπάρξεις
Της κακιάς ώρας ινδιάνοι και φρικιά
Με το στόμα καταυγασμένο
Με τους ωραίους φίνους πυρετούς που αρχίζουν απ’ τις κνήμες
και τελειώνουν στον Παρνασσό
Εις το μνημείο της αγνώστου βοσκοπούλας
που πια δεν μας κατουρά και δεν μας γράφει
εκείνα τα χυμώδη ανορθόγραφα των τρούλων της
εκείνα
μες στης νυχτός το έναστρο πηγάδι
Εκεί δίπλα στου βράχου τη σχισμή
Στον αναλλοίωτο πυκνόφυτο αρχαίο μπιντέ
με το αδάμαστο νεράκι
Που όλο ξεβγάζει τους λεκέδες των ονείρων
Τη λύσσα τη ζαχαρωμένη
Και την αφρώδη λύσσα του πρωινού
Και της αυγούλας τον πρώτο πόνο
Αχ! τα μάτια μαύρα
Τα πρωτοβρόχια εμένα του τρελού
γύρω απ’ τα βυζιά σου

Ημερολόγιο Αγρών (10-15)

anter

10
Φίλος ψυχίατρος μου μιλά για τον ιμπεριαλισμό της πρωκτικής διείσδυσης. Είναι ο ύπνος μου δύσκολος του λέω. Πάρε κάτι, μου λέει. Παίρνω, του λέω. Τρώω μέλι και φιστίκια Αιγίνης. Σύκα και γλυκό σταφύλι απ’ τα χεράκια της μαμάς. Σκέπτομαι εμάς τους μελλοθάνατους και μου κόβεται η ανάσα, του λέω. Σκέψου μου λέει, πως είσαι σκύλος που περπατά κατάμονος δίπλα από αυτοκίνητα παρκαρισμένα και καρδιές έτοιμες να σπάσουν για λίγο σεξ. Λέω στο φίλο μου, γίνομαι καλά όταν με γραπώνει κάποια και με φιλά σα λυσσασμένη. Μου λέει, νέα παιδιά έρχονται στο γραφείο μου και μου λένε πως δεν έχουν στύση. Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, του λέω κι ας μη τον λένε Γιώργο. Κλέβω πάντα κάτι απ’ τη μικροαστική γρίνια των ποιητών.

11
Έχω άγριους κολικούς. Ο αριστερός νεφρός κραυγάζει. Μετράν τις πέτρες οι γιατροί στο κομπιούτερ. Περιμένω την πυελογραφία. Δεν είναι τίποτε το να φαγωθείς από ένα γουρούνι με βρόμικη ανάσα καθώς τα λεμόνια λικνίζονται στον άνεμο, σκέφτομαι. Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου. Μα ο Καζαντζάκης δεν γνώριζε πως με χτυπά ο πόνος στα νεφρά. Και στην καρδιά μου δεν ήξερε πως φύτρωσε ελλέβορος.

12
Τι μας μένει αφού ο παντοδύναμος είναι γεμάτος σκληρότητα και ξεδιαλέγει κορμιά! Ίσως μας μένουν μερικά ευρώ και το αίμα μας που είναι το πιο πολύτιμο υγρό στον κόσμο χωρίς αξία. Τι μας μένει ως απροσμέτρητη βαθιά αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου; Μα ο σαρδανάπαλος βαρβάτος θυρεός της κλειτορίδος.

13
Ακούω Fazil Say σ’ ένα κολασμένο γκρεμό προς τη θάλασσα. Ο Τούρκος μου λέει, μη χάνεις ποτέ απ’ τα μάτια σου τον έρωτα, δεν πρόκειται να τον ξαναδείς! Μου λέει επίσης, θέλουν να με κάνουν να πιστέψω στον Θεό, κλείνοντάς με στη φυλακή για ενάμισι χρόνο.

14
Γλυκός βροχερός καιρός. Θα μπουσουλήσω μέχρι τη συκιά. Όψιμα σύκα μέχρι τα τέλη Σεπτέμβρη. Τα ξερά της φύλλα σκοντάφτουν σε μιαν ωραία βαρύγδουπη φράση καθώς πέφτουν θαρρείς απ’ τον ουρανό. Η ποίηση της Βίβλου είναι πρόζα μ’ ένα είδος εξυψωμένης συνείδησης. Ο Ιησούς καταράστηκε τη συκιά, αφού η έκσταση ή η μη- έκσταση παρέχει την αφορμή. Κι η σκοπιμότητα καθορίζει τη φόρμα.

15
Περιμένω τον Οχτώβρη όπου ο Σαγκάλ έγινε κομισάριος των τεχνών για ένα χρόνο και νύχτα μέρα άλογα και γελάδια χόρευαν στον αέρα. Και στα εικονίσματα του Στάλιν δεν μπορούσε ο αέρας να σβήσει τη φλόγα.

 

Ημερολόγιο Αγρών (1-9)

 

imerologio1
Βλέπω τον έλληνα πρωθυπουργό και τον λυπάμαι. Μιλά στον γάλλο πρόεδρο Μακρόν σαν να ’χει χάσει τελείως το χρώμα του απ’ τη δύσπνοια. Είναι μεσημέρι. Κυκλοφορώ με το σώβρακο. Ελεύθερος μακριά απ’ το προεδρικό μέγαρο των βαυαρών. Έπειτα ακούω αυτόν τον αέρα εδώ στον αγρό να φέρνει αγκομαχητά. Εδώ, ανάμεσα σε δυο γέρικους ποταμούς που χάνονται στην καυτή θάλασσα αφού διασχίσουν ερήμους σπαρμένους με φτωχικά χωριά και επιχωματωμένες διώρυγες.

2
Αν το κόκκινο κρασί είναι το αίμα του Χριστού το λευκό είναι τα ούρα του.

3
Μαθητές υιοθετούν παιδιά του τρίτου κόσμου. Τα πεινασμένα παιδιά διαθέτουν κωδικό. Ο κωδικός αντιστοιχεί σ’ έναν λογαριασμό τραπέζης. Τα παιδιά μαθαίνουν να σώζουν ανθρώπινες ζωές με λεφτά. Μια τεράστια κραυγή φρίκης συμπίπτει πάντα μ’ έναν σύντομο παιδικό οργασμό. Το ηθικό θεμέλιο της φιλανθρωπίας είναι καρφωμένο στη σπλήνα της υπεραξίας.

4
Ο αντικομουνισμός που έβγαλε ρίζες. Το παιδί τού δοσίλογου που μιλά για ελευθερία. Ελεύθεροι άνθρωποι και λοιπά. Ελευθερία του Άρχειν. Εξουσιομανία. Δεσποτισμός. Ευλόγησον δέσποτα, σκύψε ευλογημένη και λοιπά. Ελευθερία στον εξουσιομανή να μας εξουσιάζει. Ελευθερία στο σκλάβο να επιλέξει τη βουλητική του ανεπάρκεια.

5
Σα να ’χουμε βρεθεί παγιδευμένοι σ’ ένα είδος τεράστιας αχλής από αιχμηρό φως και υγρή ζέστη που σου ξεραίνει το λαιμό και σε πλακώνει. Η ακτινοβολία του ήλιου που είναι σα να μας σπρώχνει μες στη βουβή κι ανήμπορη ανάγκη μας να εκραγούμε και να στήσουμε κώλους. Στον εκμεταλλευτή. Στον καπιταλιστή. Στον εργοδότη. Στη μαμά και στο μπαμπά.

6
Άντρες, κάτι ελάχιστα μαχητικοί ταύροι παρακολουθούν μπάσκετ στην τιβί. Η ζωή συνεχίζεται με λιγότερο ενδιαφέρον από πριν. Και φαίνεται πως είναι τελείως αδύνατο, η γκαρσόνα που γλιστρά σαν ελαφίνα ανάμεσα στα τραπέζια, να σηκώσει στο φουστάνι της και να βάλει τον ξεγυμνωμένο της κώλο στο πιάτο με τα ωμά αρχίδια.

7
Τρώω σύκα. Άρα υπάρχω.

8
Η μέρα μετά την πανσέληνο είναι σαν τα χυτά άσπρα μπούτια που με μιαν εξοντωτική ξεδιαντροπιά σε οδηγούν ως την υγρή σχισμή. Όλοι οι νοικοκυραίοι αναποδογυρίζουν κάποτε στα ματωμένα σπλάχνα της κυράς τους.

9
Κι ο έρωτας;

Σπουδή Φθινοπώρου και Γεσθημανής

laxania

Σκουλαρίκια στων νεκρών τ’ αυτιά
Κι εσείς κοριτσάκια
-που στάζουν στις γάμπες σας τα πρωτοβρόχια-
Δώστε μου τη γλυκιά χαρακωμένη αγωνία σας
Το φτερό με τα σκάγια και το αίμα
Τις θηλές σας από φράουλα και στύση
Το χρυσωμένο χάπι της ηδονής

Τώρα είμαι πάλι ο βασιλιάς σας
Η λιπόθυμη αγάπη που χορταίνει τη μήτρα σας
σπόρους και ασπράδι
απ’ το σεξουαλικό αυγό του ήλιου
Ουρλιαχτό απ’ τις μπρούμυτες απολαύσεις
Ξύγκι και τρίχες του κοσμικού θηρίου

Λαχανιασμένος, στου παρελθόντος μου τα φιλιά γυρνώ
Κόκκινος όσο ένα φίδι που δαγκώνει

Η άστατη πεταλούδα

Processed with MOLDIV

Το σώμα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τον κόσμο. Η ηδονή είναι εμπειρία αλλά και αντικείμενο γνώσης.

Μια φυσική επιστήμη της οποίας ο υπαρξιακός δόλος φανερώνει όλα τα ερωτικά ορνιθοσκαλίσματα που ξεθάβονται τις νύχτες στους υγρούς κήπους της αιωνιότητας που μας αναλογεί.

Η ηδονή ήταν πάντα ανατρεπτική, πλέκοντας νέους κοινωνικούς δεσμούς.

Η ηδονή ως κοινωνικό αγαθό και ως προνόμιο των μαζών. Ο κομουνισμός της ευχαρίστησης που ίδρυσε τα πιο ισχυρά σοβιέτ, ανοίγοντας την εποχή της ειρωνείας ενός βλακώδους και θρησκόληπτου κόσμου και την εποχή της κριτικής των πιο αναχρονιστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών.

Η κοινωνικότητα, η ελευθεριότητα, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία θεμελιώνουν τους νέους κώδικες και υποσκάπτουν την εξουσία για να τη θάψουν όσο γίνεται καλύτερα.

Η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία της ηδονής και των δακρύων.

Αυτό το αμήχανο κάλος της ανακάλυψης του κορμιού μας που φέρνει τον Άλλο πιο κοντά, με όλα τα αργυρόηχα κουδουνάκια του οργασμού πέραν των οποίων δεν εκτείνεται παρά η άβυσσος της εξορκισμένης ασυνέχειας του ερωτικού παραληρήματος.

Η άστατη πεταλούδα κάθε ανήσυχου πνεύματος που ξέρει, πως, ο πιο άγριος πόλεμος είναι ο πόλεμος των ιδεών, αφήνει τ’ αυγά της μες στα βιβλία που καθιστούν την ασέβεια ιερή πράξη, καταγγέλλοντας με τον πιο κοφτερό τρόπο την μισαλλοδοξία και τις απαγορεύσεις.

Η ηδονή βρίσκεται πάνω απ’ τους νόμους. Γι’ αυτό υπάρχει ειδικό δικαστήριο γι’ αυτήν και ψυχιατρικό άσυλο με όλα τα κομφόρ της κακογαμίας.

Γυναίκες που πενθούν τη νιότη τους με σπασμούς και παράπονο, ακουμπώντας την κυρτωμένη τους ράχη στον εχθρικό τοίχο της πορνείας του γάμου.

Κορίτσια του κόσμου που μέσα απ’ το κλειστό τους μάτι αναρριχώνται στον τρομαχτικό τοίχο της αγρύπνιας και των ονείρων που βγάζουν αφρό απ’ τα έγκατα και σπασμούς απ’ τους χίλιους λόξυγκες του αιδοίου.

Άνθρωποι, εμείς, με σάρκα και οστά που θέλουμε να φτάσουμε στο πύρωμα, ξαναγυρίζοντας στο χάος που μας γέννησε όπου το κάθε τι δαγκώνει, γδέρνει, πορνεύεται και αιμάσσει.

Πέντε συν μια τύψεις για τον οργασμό

Stalin_468

1
Η γνήσια φιλελεύθερη πολεμική ασχολείται μ’ έναν και μόνο άνθρωπο, με αγάπη τόση όση νιώθει ένας κανίβαλος όταν κομματιάζει ένα βρέφος για να το φάει.

2
Ο αληθινός κουμουνιστής είναι ένας κυνικός αναρχικός.

3
Ο μικροαστός αναρχικός δέχεται τον ταξικό αγώνα και την αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας θεωρητικά αλλά δεν μπορεί να δεχτεί τις πρακτικές πολιτικές τους συνέπειες.

4
Ο συνδικαλισμός είναι από τη φύση του ρεφορμιστικός. Οι επαγγελματικές σέχτες ήταν πάντα ο καρκίνος των κινημάτων. Ο θεμέλιος λίθος της σοσιαλδημοκρατίας που παραπαίει ανάμεσα στην υποκρισία και τη βαρβαρότητα.

5
Σε μια μη-καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή σε μια κοινωνία που δε στηρίζεται ολοκληρωτικά στο κέρδος και στη διαφύλαξη των κεκτημένων όσων κατέχουν τον πλούτο, η παράβαση και η παραβίαση των ορίων θα αποτελούσε την πυρηνική της λειτουργία, το γόνιμο πεδίο των αναγεννήσεών της.

6
Ούτε ικεσίες, ούτε νύχτες απελπισίας δίχως τέλος. Μόνο γέλιο. Το γέλιο του νικητή που είναι ο θρίαμβος του ανθρώπου πάνω στην ίδια του την ανικανότητα να φτάσει στον υπέρτατο στόχο του.

Ο Παν είναι ένας ζωντανός θεός

opan

Ο θεός Παν είναι εδώ ζωντανός. Πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών. Τον βλέπω στον καθρέφτη μου και στους αντίποδες της γραφής που με θέλει σκυμμένο και υποτελή.

Γράφουμε έτσι κι αλλιώς για να αρέσουμε, μα ο Παν κατοικεί στη χώρα της ερωτικής λαλιάς.

Η βαθιά ανάγκη μας να αρέσουμε είναι πράξη υποταγής. Ο Παν δεν θέλει να αρέσει αλλά να Είναι.

Ο Παν δεν έχει φίλους ή εχθρούς, κοιμάται ήσυχος κι ακμαίος μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της διάθεσής του για ζωή. Επισκοπεί τη φύση του ανθρώπου, γνωρίζοντας πως το μηδέν και το άπειρο είναι πλασμένα απ’ τα ίδια υλικά.

Ο θρίαμβός του είναι συριστικός ως επί το πλείστον, προσλαμβάνοντας αυτόχρημα τελετουργικό χαρακτήρα, κάθε που, η ιδιότροπη φύση της ομορφιάς θέλγει ολόκληρη την ύπαρξή του.

Ο Παν ρυπαρός και εξωλέστατος για τους υπαλλήλους ηθικολόγους του Κυρίου ημών ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και θλίψης του ερωτικού σφρίγους των καυλωμένων σαρκίων, στέκεται στη μέση της ποιητικής φράσης ως εξόριστος ηγεμών, άρτι παραδοθείς στην αλγεινή βακχεία της καθημερινής ανθρώπινης επαφής.

Ο Παν βρίσκεται στον αντίποδα της διδασκαλίας του Χριστού. Ο Χριστός έστησε ένα μονοπώλιο θαυμάτων και ένα μονοπώλιο μεταφυσικής του καλού και του κακού.

Ο Παν γνωρίζει από τι πάστα είναι φτιαγμένοι οι προφήτες που αμολά ο εξουσιαστής-πλούτος στις μάζες μαζί με τα σκυλιά του.

Γνωρίζει πως οι διδασκαλίες του Χριστού θα συντριβούν μες στην αθώα τέρψη της καλοζωίας του εκμεταλλευτή.

Γνωρίζει πως οι δέκα εντολές είναι η μαστροπία της ανθρώπινης φύσης και πως οι κανόνες αυτοί, φτιαγμένοι θαρρείς απ’ τον πυρωμένο ήλιο, θα λιώσουν το κερί των φτερών κάθε ανάγκης.

Ο Παν γνωρίζει πως οι διδασκαλίες αυτές σ’ έναν κόσμο ανταγωνισμού και εκμετάλλευσης είναι κάτι σαν βιολογική αυτοκτονία.

Η άλλη όψη του ολέθρου, όπου το ελάφι ψάχνει τη λεοπάρδαλη για να προσφέρει το λαιμό του στα κοφτερά της δόντια και τα πουλιά ψάχνουν την τρύπα της κάνης για να ξεψυχήσουν μπροστά στις μπότες του κυνηγού.

Η άλλη όψη του ολέθρου όπου ο τρίτος κόσμος ξεσκατίζει τον πολιτισμό που τον κρατά στα σκοτάδια και τη χολέρα για να βγάζει λεφτά και φιλάνθρωπες σέλφις μακρινού ματωμένου μέλλοντος.

Κανένα είδος ζώου δεν θα μπορούσε να επιζήσει αγαπώντας τους εχθρούς του. Ο δούλος που αγαπά τον αφέντη του είναι σάπιος και εκφυλισμένος μέχρι το κόκκαλο. Ο Παν το ξέρει αυτό καλά, γι’ αυτό είναι επαναστάτης.

Ο Παν είναι ο μπολσεβίκος της ανθρώπινης ανάγκης για χαρά και ελευθερία. Μιας ανάγκης αδιαπραγμάτευτης.

Κεφαλάκια σπίρτων μέσα σ’ ένα κουτί. Έτοιμα να πυρακτωθούν δια της τριβής, έλκοντας με όλη τους τη σπιρτάδα τη γενναιόδωρη λαχτάρα της συντριβής από έρωτα και δικαιοσύνη.

Σώματα ασφαλείας Ή Έρως Πλατωνικός

erosplato

Ο Πλάτων είχε ψυχολογία ιδιοκτήτη σκλάβων. Οι ιδιοκτήτες σκλάβων είχαν ανάγκη από συγγραφείς, όμως τους μετέτρεπαν σε σκλάβους (πολλοί συγγραφείς είχαν πουληθεί στη σκλαβιά, στην ιστορία υπάρχουν πολλά παραδείγματα), ή τους κυνηγούσαν όταν οι συγγραφείς δεν υπηρετούσαν καλά το σύστημα της δουλείας.

Μετά τον Πλάτων ανέλαβαν οι χριστιανοί αυτή την υπηρεσία.

Ο απόστολος Παύλος διατυμπάνιζε πως η ανθρώπινη φύση φέρει ανεξάλειπτα μέσα της το στίγμα της έκπτωσης και του κακού, διαμορφώνοντας μια γραμμική αφήγηση κατά το ιουδαϊκό πρότυπο, οδηγώντας σ’ έναν έσχατο σκοπό εκτός ιστορίας. Τη λύτρωση.

Μια λύτρωση που επεδίωξε με τις απαγορεύσεις το καχύποπτο μάτι του χριστιανού ηθικολόγου που διέβλεπε πάντα μέσα στα αθώα σκιρτήματα της ανθρώπινης ψυχής, το στίγμα των άγριων παθών και τη ζοφερή κληρονομιά του προπατορικού αμαρτήματος.

Ο Αυγουστίνος προχώρησε ακόμα πιο πέρα αναγνωρίζοντας πως ο άνθρωπος είναι πρωτίστως Επιθυμία, η οποία εμφανίζεται με τρεις αποτρόπαιες όψεις.

Αισθησιακός πόθος, δίψα για γνώση, βούληση κυριαρχίας.

Την αγία φροϋδική τριάδα που επηρέασε συθέμελα την δυτική σκέψη καρφώνοντας το ανθρώπινο σώμα πάνω στον καμβά μιας απαισιόδοξης ανθρωπολογίας.

Στόμα, τουτέστιν δίψα για γνώση, άρα μετουσίωση της στοματικής απληστίας. Κωλοτρυπίδα, δηλαδή βούληση κυριαρχίας συνδεόμενη άμεσα με τον πρωκτικό χαρακτήρα, δηλαδή με τον κωλοπαιδισμό. Πούτσος, δηλαδή πόθος.

Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα.

Μην ομιλείτε εις τον οργασμόν

o-SHUNGA-900

Τρέχεις υπάκουη γδυτή έως αργά τη νύχτα
Μεταξωτό εσώρουχο φοράς ή τίποτε
Όλο μες στο άδειο καύκαλο χελώνας ψάχνω
Εγώ ο διαλεκτικός
Μες στο βρακί που ξέσχισε
με τα γαμψά της νύχια η επανάσταση
Σφήκες σερσέγκια ερπετά
Εγώ ο φυσιοδίφης σου
με τη βαριά ασπίδα και τη σάρισα
με τη λαβίδα που μαγκώνει τα ιδιότροπα χειλάκια
Εγώ που πάω κατά πάνω στα δυσοίωνα μηλίγγια
βλαμμένων ποιητών και συνηγόρων
μέλλοντος παλαιού και σκουριασμένου
Αχ! ως και η μανούλα μου
μού λέει
να πάψω να ομιλώ εις τον οργασμόν
Μα, σαν κυνηγώντας την κορφούλα του φασκόμηλου
σαν το μελίσσι όλος πρησμένος απ’ τη γύρη
Τόση ανθισμένη πια φθορά στα δάχτυλά μου
Έρως της απληστίας και του βάραθρου
Έρως Οιδίπους χορτασμένος
τυφλότητα και ποδοβολητό
από καταβολής αστέρων και τριγμών
Έρως μαλακοκαύλης
Έρως της Νάουσας μια νύχτα σε φλοκάτες
-γύφτοι και όχι πεζικάριοι Μακεδόνες-
Με κόκκινη τήβεννο εγώ και χρυσοκέντητο καπέλο με φτερό
μίλησα εις τον οργασμό τον περιώνυμο
Φορούσες τα καλτσάκια σου μονάχα, εσύ
κι έβγαινε αυτή η πιλάλα σου η ακρότατη
Ζέστη σπειροειδής απ’ την αφράτη κόμη των σκελιών σου